Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΘΑΝΕ



ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ του αυτοκινήτου αναβοσβήνει ένα πακέτο τσιγάρα. Είναι σαν να εισέρχονται όλα σε τούνελ, μόνο το πακέτο φωτίζεται. Περιοδικά. Η κίνησή του έχει δύο χρόνους. Ακολουθεί τον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται. Οι νότες είναι οι μοναδικές ερωμένες που παραμένουν. Σαν παγκόσμιες γκέισες, άπιστες στο αναντικατάστατο της στιγμής. Μετά τον κόσμο, απώλεια φωτισμού. Φωτογραφίες του μαύρου. Προχωράς στο σκοτάδι, επιβεβαιώνοντας ότι βλέπεις. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του τσιγάρου συνεχίζεται σε όλη τη διαδρομή. Το μονόπρακτο του πακέτου μοιάζει με αποχαιρετισμό.

ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ νικητές στις πόλεις. Μπαίνουμε. Πρώτο πληθυντικό, ενεστώς. Ο μυελός του χρόνου κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, επιχειρεί να κρατηθεί από κάπου. Καθώς γλιστρά, γίνεται μνήμη. Λήθη, πριν, κάποτε. Τότε που.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που είμαι είναι γεμάτος πατημασιές. Τα μάτια μου φυλλορροούν πουλιά. Σκαρφαλώνουν σε ένα κλειστό πλάνο που είναι δέντρο. Από κει με καλούν. Με καλούν τα μάτια μου. Το πρόσωπο. Ενα τζάμι, εξώπορτας. Πεταμένο. Από μέσα η ψυχή κωπηλατεί. Ο χρόνος αγνοείται.

ΚΑΤΩ απ' τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένα η θάλασσα. Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της. Μεσίστια, υποταγμένη. Θέλω να την αγγίξω. Να την ανοίξω στα δύο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε; Μόνον από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.

ΣΟΥ ΕΔΩΣΑ λίγη βροχή. Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλες -πού βρήκα τη βροχή δεν θυμάμαι-, αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ' τα σώματά μας σαν μουσικές εθισμένες.

ΘΑ ΣΠΡΩΞΩ τον χρόνο να πέσει, να πάψει να διαιωνίζει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αβγό στα μαλλιά σου. Εκεί θα γεννηθεί ο άλλος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ' τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί. Ετοιμο να στάξει, θα ενωθεί.

ΜΟΝΑΔΙΚΟ φόρεμα η σάρκα. Να το σκίσεις. Την άλλη φορά να 'ρθεις με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά. Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί όπου αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.

ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Από σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε πού να γράψει.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σαν να χόρευε.
Ηταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Ετοιμο να στάξει.

ΠΑΜΕ να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει.


ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=236945

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣΜΟΥΣ; (ΑΝ-ΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ)


Η ΚΟΚΚΙΝΗ θάλασσα. Το νησί. Ναυμαχία. Στα νερά της Μαυρομιχάλη. Φωτάκια. Ρούχα, σαν τραβηγμένα εντόσθια. Χιτώνες. Καμήλες με δώρα. Πίσω απ' τα έπιπλα είναι πεσμένα τα Χριστούγεννα. Αναβλήθηκαν.
Τα ακριβά ναύλα του χρόνου. Διόδια, Ελευσίνα. Στοπ. Δυο φωνές. Πέτρινες.

Ο ΑΠΕΝΑΝΤΙ κόσμος, σκισμένος. Παραταγμένος, με τις ασπίδες του. Το τελευταίο κράνος. Η τελευταία φορά. Χειμών. Οχι βαρύς. Θανάσιμος. Περασμένος βραχιολάκι στον καρπό. Φοβάμαι. Φοβάσαι. Φοβάται. Αυτό που είναι ανάμεσα φωνάζει.

ΣΤΟΝ βούρκο των σεντονιών είναι κολλημένα τα σώματα. Βήτα, όπως βουλιάζω. Οπως βρασμός. Βλέμμα. Βάραθρο. Ριγούν ώς το τέλος. Αχρωματοψία. Κεριά. Λιώνουν. Κρατούμενοι. Δεν βλέπω. Σκεπάσματα. Κάτι ανοίγει. Ακούγεται. Ενα ρολόι μετράει ανάποδα το ξημέρωμα. Τικ τακ τικ τακ. Λήξε.
Είναι νύχτα. Με προβολείς. Νύχτα ποτέ. Θα μάθεις επιτέλους να παίζεις σωστά;

Ο ΥΠΝΟΣ σε παρένθεση. Βάλε εισαγωγικά. Λάθος κλίμακα. Ξαφνικά, έχασε τις αισθήσεις του. Και βγήκε. Ραγίσματα. Εξάρχεια φάτνη. Παναγία σε φλασάκι. Μαρία. Παρθένος;
Κάνω τον Χριστό. Το παιδί που γεννιέται. Δεν παρέμεινε. Επρεπε να γίνει τριάντα τριών χρόνων. Επρεπε, σε τρεις μήνες. Υποχρεωμένος να κουβαλάει εκείνο το ξύλο. Υποχρεωμένος να στολίζει την πλάτη του. Πώς παραδίδεται έτσι ο θάνατος, άσαρκος;

ΕΝΑ ΤΖΑΜΙ σπασμένο. Ενα νεκρό καζανάκι. Κρέμεται. Η νύχτα και το σκοινί. Τα κόκκαλα. Τρίζουν. Μουσική. Ενα κρεβάτι, ένα κλουβί. Βρόμικο. Ανοιξε την πόρτα. Θα πετάξουμε. Μάτια μου. Είπα μάτια μου. Και έφεξε σκοτάδι.


Εκείνος είπε: Είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.

Εκείνη είπε: Δεν έχω. Δεν είμαι. Δεν ζω.

Εκείνος είπε: Χέρια. Κοιτάσματα. Με σκάβουν. Είναι όλο σκουριά εδώ μέσα. Και βρέχει. Θέλω να πιω όλα τα γράμματα.

Εκείνη είπε: Τίποτε. Ποτέ. Οχι.

Εκείνος είπε: Τα φιλιά σου είναι δεμένα στο στόμα μου. Ακροβάτες. Θα τα φτύσω στη θάλασσα. Να γεράσουν.

Εκείνη είπε: Χωρίς. Δεν.

Εκείνος είπε: Κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός λαός που εκκρεμεί όνειρα.

Εκείνη είπε: Μηδέν. Ούτε. Ούτε.

Εκείνος είπε: Μυρίζει επιτάφιος. Είμαι σε άλλη γιορτή. Αβγά. Ντύσου. Τα Χριστούγεννα συγχωνεύονται. Κάποιος ένωσε τη γέννηση με τον θάνατο. Πάμε. Πίσω.

Εκείνη είπε: Τέλος. Πουθενά. Οχι.

Εκείνος είπε: Τα μαλλιά σου είναι στα μάτια μου. Κουρεμένες κουρτίνες. Δεν έχουν ξεριζωθεί ακόμη από το σπίτι. Αρμέγουν φως.

Εκείνη είπε: Εναντίον. Κατά. Στάχτες.

Εκείνος είπε: Σε ανέβηκα για να χορέψω. Ο αφαλός σου ήταν λακκούβα. Φέρετρο. Μέσα του κολυμπούσαν οι πεθαμένοι. Δες. Η γιορτή πέφτει σαν γύρη. Τριγύρω.

Εκείνη είπε: Θάνατος. Λερωμένη. Πόλεμος.

Εκείνος είπε: Εθαψα το τσεκούρι της λύπης στις σκάλες. Ο ήλιος στέγνωσε. Οι καπνοί του έχουν κολλήσει ακρίδες στο στόμα μου. Τώρα θα γεννηθώ. Τώρα.

Εκείνη είπε: Καμία. Δίχως. Ποτέ.

Εκείνος είπε: Είμαι ο χρόνος ανθίζω. Ο χρόνος ζωή. Τούτο εστί το αίμα μου.


ΣΤΟ ΚΕΙΚ κοιτάζω τη σοκολάτα. Να χύνεται. Αναποδογυρισμένα Χριστούγεννα. Τα αμύγδαλα έχουν καεί. Το σπίτι πέταξε τα σκουπίδια του και βγήκε.

ΟΠΟΥ και να γυρίσω τα μάτια μου, βλέπω τον τάφο σου.



ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=235536

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ - ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ


Βαδίζω έξω από τα σύνορα / θέλοντας να συλληφθώ / και να ομολογήσω / ότι υπήρξα ένα τίποτα / ένας ιερός πόνος / στην ωμοπλάτη.
-ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ


Η ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ εδώ και δυο χρόνια επίθεση διαφόρων λυτών και δεμένων εναντίον του εντύπου Βιβλιοθήκη της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας με την οποία σε μόνιμη βάση συνεργάζομαι έχει δυο βασικές παραμέτρους:
Από την μια η γνωστή, σχεδόν καταστατική θεσιθηρία που επιβάλλει στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ να επιδεικνύουν διαρκώς ένα διπλό πρόσωπο, ακυρωμένοι πίσω από αρκετές χιλιάδες ευρώ, και από την άλλη η ενορχηστρωμένη αντίδραση μιας κάστας, μιας πρακτικής, μιας λογοτεχνικής σέχτας που θίγεται και θεωρεί ότι χάνει το προνομιακό της έδαφος.
Δεν αναφέρομαι, μόνον, στις πρόσφατες απολύσεις, γιατί, φυσικά, δεν μπορώ να επιχαίρω για την απόλυση οποιουδήποτε, αλλά στην όλη διαδικασία φθοράς που υφίσταται μια προσπάθεια. Η όποια.

Είμαι – δυστυχώς – σε θέση να γνωρίζω ότι από τον Μάρτιο του 2009, στο τετράγωνο του περί την Σόλωνος διαβόλου, άναψαν κυριολεκτικά τηλέφωνα, στόματα και μάτια ανθρώπων που πριν καν δουν καταδίκασαν το καινούργιο. Έγινα ο ίδιος έκπληκτος δέκτης πολλών χαρακτηρισμών προς το πρόσωπο αυτού που η ιδιοκτήτρια της εφημερίδας κυρία Μάνια Τεγοπούλου επέλεξε για να αναλάβει την ευθύνη του εντύπου.

Δυο χρόνια τώρα, λερώνουν τον ποιητή Χρονά, ακριβώς λόγω της διατήρησης της ποιητικής του ιδιότητας. Της ποιητικής του ζωής. Της ποιητικής του καρδιάς.
Γιατί δεν διαθέτει τους συγκεκριμένους δημοσιογραφικούς ελιγμούς που συνηθίζονται. Γιατί δεν ανέχεται να διαταράσσουν την αρμονία του ισορροπιστές. Γιατί εκεί που οι άλλοι οριοθετούν ένα χώρο, σχεδόν κατουρώντας τον, για να τον γνωρίζουν, αυτός τον ανοίγει για να μπει όποιος αποδεδειγμένα μπορεί.

Ας βγει κάποιος να πει ότι εγώ ή η κυρία Λαινά - για να αναφερθώ στις μόνιμες στήλες της εποχής Χρονά - που στηρίζουμε μαζί με τόσους άλλους, επώνυμους και ανώνυμους, αυτή την προσπάθεια, είμαστε διαπλεκόμενοι. Από την σκοτεινή κάμαρη του σπιτιού μας. Ή κολλητοί του διευθυντή της.
Ας βγεί κάποιος, επωνύμως (γιατί φτάνουν και υβριστικές επιστολές στα γραφεία της εφημερίδας, χωρίς καν το αυτονόητο - την διεύθυνση του αποστολέα τους), να καταγγείλει πως ότι κάνουμε το κάνουμε κατόπιν ανταλλαγής ή έναντι αδράς αμοιβής. Δεν θα βρεθεί. Κανείς. Γιατί ότι γίνεται γίνεται από αγάπη. Και για αγάπη. Με αμοιβή λίγα ευρώ. Και μια βαθιά υπόκλιση. Στο κοινό που διαβάζει.

Ποιο είναι το θέμα; Ένας ποιητής, ένας ποιητής του δρόμου, με καταξιωμένο στο πανελλήνιο έργο, βρέθηκε ξαφνικά στο μάτι του κυκλώνα.
Επειδή τόλμησε και άλλαξε την πρακτική των επαγγελματιών του χώρου. Επειδή πήρε ένα γερασμένο έντυπο και το αναζωογόνησε. Του έδωσε το φιλί της ζωής με έρωτα. Παραμέρισε για να περάσει η νέα φρουρά. Η βάρδια του αύριο. Και τελικά, εγκατέστησε με το ζόρι, ένα ζωντανό ποιητικό βήμα. Ένα ανοιχτό μικρόφωνο πολιτισμού στην καρδιά μιας μεγάλης εφημερίδας. Ηλεκτροδοτώντας το με το ρεύμα της ψυχής του.

Δεν έχει ανάγκη ο Χρονάς από την συνηγορία μου. Ασφαλώς. Είναι όμως γνωστό, ότι αντιδρώ ενστικτωδώς και με παρόρμηση. Στα φαινόμενα που με ερεθίζουν. Και απατούν. Γιατί δεν πάω για τίποτε. Για κανένα βραβείο. Και δεν ανήκω σε καμία επιτροπή.

Πριν λίγες ημέρες, η Εταιρεία Συγγραφέων, της οδού Κοδριγκτώνος, θεώρησε καθήκον της, με επιστολή που υπογράφει το Δ.Σ., να δείξει ακόμη μια φορά τον «ένοχο». Για να σταυρωθεί.
Να περιμένουμε ανακοίνωση και από την Ακαδημία Αθηνών;

Ας αφήσουμε, επιτέλους, τις λέξεις μόνες τους, να διαγωνιστούν μεταξύ τους. Χωρίς μυστικά δείπνα και σπασμένα τηλέφωνα. Επιτέλους.

Σ.Σ.

http://www.poiein.gr/page/2

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

ΟΣΟ Η ΖΩΗ


Όταν βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με την κοπέλα
Που ντουμπλάριζε τη σταρ
Καθώς άνοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ
Και γω έβγαινα
Ενώ εκείνη έμπαινε
Στις 4 π.μ.
Και είδα πως ήταν τελείως μαστουρωμένη
Τη ρώτησα με τι
Είπε 6 Βάλιουμ και άσπρο κρασί
Επειδή σήμερα ήταν η τελευταία μέρα που είχαμε γύρισμα
Και σκέφτηκε να το γιορτάσει
Να πηδηχτεί με κάποιον από το συνεργείο
Μιας και η ίδια σ’ αυτήν εδώ την πόλη ζούσε
Και θα ξέμενε εδώ πέρα
Ενώ εμείς θα φεύγαμε
Και το παράπονό της που πια δεν θα ήταν
Παρά μια ντουμπλέρ της περιοχής
Παρατημένη
Σε μια πόλη που φλεγόταν από επιθυμία να εγκαταλείψει
Την έλυωνε
Και μ’ έκανε ξαφνικά να ντραπώ για άλλη μια φορά
Και μόνο που είμαι ηθοποιός του σινεμά
Και συμβάλλω και γω σε κάτι τέτοιες βλακώδεις ψευδαισθήσεις

Την πήρα λοιπόν στο δωμάτιό μου
Χωρίς βλέψεις σε βάρος του κορμιού της
Ήταν απογοητευμένη σε απελπιστικό σημείο
Προσπάθησε να πηδήξει απ’ το παράθυρο
Της είπα κοίτα δεν αξίζει
Για μια ηλίθια ταινία
Μου είπε δεν είναι τόσο ηλίθια όσο η ζωή

Σαμ Σέπαρντ, 1/11/81, Σηάτλ
(από το βιβλίο «Χρονικά των Μοτέλ», μεταφρ. Γιάννης Αβραμίδης, εκδ. Επιλογή)

ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ



ΚΡΑΤΗΣΑ μια μικρή επιφύλαξη για τα ενδυματολογικά λάθη εκείνου του καλοκαιριού. Δεν μπορεί, φέρ’ ειπείν, η θάλασσα, να μετατοπίζει διαρκώς τον ουρανό προς όφελός της. Θέλω να πω, δεν είναι δυνατόν για να φαίνεται κάποιος γαλάζιος, να κλέβει συνέχεια.

Γιατί έχουμε δει και μαύρη τη θάλασσα.

(απόσπασμα από το βιβλίο μου Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, εκδ।Απόπειρα, 2010) 


Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ


Η ΠΟΛΗ ξυπνάει νωρίς μέσα στο μοβ. Βιολετί ορίζοντας, στάση για καφέ, προλαβαίνεις; Κάποια σύννεφα. Στα καλώδια της ΔΕΗ είναι σκαλωμένα τρία πουλιά. Κάθονται. Αγία Τριάδα. Το ακροβατικό τους είναι σύντομο. Χορογραφία της στιγμής. Μέχρι να προλάβουν τα μάτια να χωρέσουν την εικόνα, έχουν πετάξει.

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ περιπολούν οι νεκροί. Με βάρδιες. Σε τούτο τον τόπο οι νεκροί είναι περισσότεροι απ' τους ζωντανούς. Αναβοσβήνουν, στολισμένοι με φωτάκια. Ανθρωποι - σημαδούρες. Αν αφήσεις τον εαυτό σου να τους ακουμπήσει, κινδυνεύεις με βραχυκύκλωμα.
Οπως περνούν μέσα απ' τα γυάλινα κτήρια της Αλεξάνδρας μοιάζουν με φωτογραφίες που έχουν αναρτήσει οι απόγονοί τους για να τους θυμούνται: πλαίσιο μαύρο, τζάμι διπλό. Εις μνήμην. Υπάρχουν απόγονοι; Ή είναι κι αυτοί νεκροί;

ΣΚΟΝΙΖΟΥΝ τη χώρα. Της μασάνε τον λαιμό. Τα μάτια. Σπάνε τα κόκαλα της ζωής της. Μετά, δακρύζουν. Στην κηδεία της. Οταν πεθαίνει μια χώρα, αυτοί που συνήθως την κλαίνε είναι αυτοί που την έχουν σκοτώσει.

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ διασχίζει τον δρόμο. Εχει κοντά, κόκκινα μαλλιά, σκουλαρίκι στο δεξιό ρουθούνι. Το πρόσωπό του είναι παγωμένο, χωρίς μέλλον. Φοράει κόκκινο φούτερ, στο χρώμα του αίματος. Οι ελβιέλες του είναι λιγάκι σκισμένες. Ασπρες. Οπως βαδίζει, ο ουρανός πέφτει πάνω τους και σχηματίζει την ελληνική σημαία. Δείχνει αυτό που πρόκειται να συμβεί. Μετά.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΙΔΕΣ πραγμάτων. Προσώπων. Ζωών. Το σινεμά είναι αόρατο. Περνάς απ' το ένα πλάνο στο άλλο, βιαστικά, χωρίς να προσέχεις. Σχεδόν το καταπίνεις αμάσητο. Ο κύκλος της σκηνοθεσίας κλείνει διαρκώς. Πρέπει να τελειώνουμε με αυτό. Να αποφασίσουμε ότι μόνο το ανύπαρκτο υπάρχει.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ενός σκύλου στην Αραχώβης μπορεί να σε κάνει να κλάψεις. Γαβ γαβ. Γαβ γαβ. Αν ήταν θεατρικό, θα γινόταν σε δύο πράξεις. Οπως η αναπνοή: Εισπνοή - εκπνοή. Το τελευταίο γάβγισμα είναι ο θάνατος. Από ασιτία.

ΤΟ ΒΡΑΔΥ στο μπαρ είναι σκοτεινό. Τα γεγονότα συμβαίνουν ανάποδα: η μουσική ακούει τους ανθρώπους να μιλούν. Αναπνέουν, εγκαθιστώντας τις μοναξιές τους. Γουλιά γουλιά. Θέλει να τους επιδιορθώσει σε λίγα λεπτά. Ο χαμηλός φωτισμός παρασύρει τις λέξεις σε πτώχευση. Στην μπάρα έχει χυθεί λίγο κρασί.

ΜΟΝΟΝ η αθωότητα των στίχων εφημερεύει. Περιθάλπει την αγωνία αυτής της μόνιμης απουσίας, τη στεγάζει σε τίτλους. Τα έκτακτα περιστατικά απαιτούν περίσσευμα εαυτού.

ΕΞΩ, ο θάνατος γιορτάζει ακόμη. Οι τελευταίες του ενσαρκώσεις χάνονται σαν σκιές στα δρομάκια των Εξαρχείων. Δεν υπάρχουν αστέρια να οδηγούν. Σε δύο ώρες ξημερώνει.

ΑΝ ΘΕΣ να αλλάξεις τα πράγματα, δεν το συζητάς.

ΑΠΛΩΣ, τα αλλάζεις.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=233656

"ΕΦΥΓΕ" Ο CAPTAIN BEEFHEART



Πένθος...

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=234292

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Η ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΟ PASSPORT

-Passport, Πειραιάς, Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

(ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ)

Αν θα έπρεπε να βάλω έναν τίτλο σ’ αυτή την βραδιά, θα έλεγα κάτι που θα ενθουσίαζε τον Κωνσταντίνο Τζούμα και θα απογοήτευε τον Γιώργο Χρονά. Τον Κωνσταντίνο γιατί του αρέσει πολύ το βιβλίο του Τόμας Πίνσον και τον Γιώργο γιατί δεν του αρέσουν οι αγγλικοί τίτλοι.
Ο τίτλος είναι: Against the day.
Πράγματι. Ενάντια στην σημερινή μέρα, μια μέρα πολύ δύσκολη για την πόλη, με την γενική απεργία, την παράλυση των μέσων και τα επεισόδια στο κέντρο, εμείς επιλέξαμε σήμερα να είμαστε εδώ. Σε αυτόν τον αρχαιοελληνικό χώρο που δημιούργησε η ιδιωτική πρωτοβουλία, δηλαδή το μεράκι της οικογένειας Χουρδάκη – ο Δημήτρης και τα δύο παιδιά του - ένα στολίδι πολιτισμού στο κέντρο του Πειραιά. Κι αυτό είναι μια πράξη αντίστασης σε όσα τον τελευταίο καιρό συμβαίνουν. Μια αντίσταση πολιτισμού, με όλα τα ρίσκα που αυτό περιέχει.
Ούτε οι τεχνικοί ήχου του PASSPORT δεν κατάφεραν σήμερα να φτάσουν, αποκλεισμένοι στο κέντρο.

Είναι αρκετά πράγματα που με απασχολούν κάθε φορά, και ο μέσος όρος αυτών αποτελεί περίπου το υλικό για το κάθε βιβλίο μου. Υλικό υπάρχει παντού, όμως το ασφαλέστερο και ουσιωδέστερο - και γι αυτό επικινδυνότερο - είναι αυτό που κατοικεί ή συμβαίνει μέσα μας.
Άλλωστε, τα βιβλία μιλούν πάντα για ένα πράγμα: για τον εαυτό τους.

Ακούω πολλούς, τον τελευταίο καιρό, να αναφέρονται με υποτιμητικό τρόπο σε συγγραφείς που αυτοβιογραφούνται.
Λένε: Εξομολογητική λογοτεχνία, βιωματική ποίηση, προσωπική κατάθεση, κλπ. Μιλούν όπως μιλάμε για τα ψάρια: Βραστό, τηγανητό, ψητό.
Όταν γράφουν αλλάζουν τις λέξεις με τα ονόματα και τον τίτλο. Τα άλλα όλα, ίδια.
Αυτό είναι η αποτίμηση, το αρχείο μιας χώρας νεκρής που υποκρίνεται την ζωντανή, επικαλούμενη γεγονότα 2500 ετών, από το οποίο θα κληθούν αύριο οι ιστορικοί να καταγράψουν ρεύματα και συνιστώσες.
Αν υπάρχει αύριο.
Μετά, μοιράζουν βραβεία, θέσεις σε επιτροπές, θεσπίζουν τον πολιτισμό ανταλλάσσοντας μόνο τις φωνές τους. Ο ένας μιλάει με τη φωνή του άλλου. Και είναι όλοι εξωφρενικά ίδιοι.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η οικονομική, θεσμική, κοινωνική κρίση είναι πρωτίστως και ίσως αποκλειστικώς κρίση πολιτισμού. Και η κρίση πολιτισμού είναι κρίση προσώπων. Και η κρίση προσώπων είναι κρίση ταυτότητας. Που σημαίνει ένα πράγμα: Συντήρηση. Σε όλα τα επίπεδα.
Μερικές φορές η ανάμνηση ενός γεγονότος είναι δυνατότερη από το ίδιο το γεγονός. Τα βιβλία, ως προσωπικά αλλά και συλλογικά δράματα μνήμης, απλώνουν αυτή την αλαζονική μνήμη στον χρόνο.

Από αυτό το βιβλίο λείπουν γράμματα. Δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς. Λείπουν και απ’ τη ζωή μας. Όσο η λογοτεχνία αντιγράφει τη ζωή, τα πράγματα θα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Ο συγγραφέας σίγουρα κρίνεται από τον τρόπο που τα γράφει. Κρίνεται όμως και από τον τρόπο που τα ζει. Θυμάμαι κάτι που είχε πει ο Σαγκάλ:

Όλοι ξέρουμε ότι ο καλός άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα και καλός καλλιτέχνης. Κανείς όμως δεν μπορεί να γίνει μεγάλος καλλιτέχνης, αν δεν είναι πρώτα μεγάλος άνθρωπος.

Νομίζω πως είναι αυτονόητο και επιβεβλημένο να θαυμάζει κανείς σήμερα έργα-τοπία συγκλονιστικών ανθρώπινων χαρακτήρων, όπως το «Έγκλημα και Τιμωρία», μακροσκελή έπη όπως το «Πόλεμος και Ειρήνη», ηχηρά ντοκουμέντα όπως το «Αποχαιρετισμός στα όπλα», τα κλασικά έργα του Ουγκώ, του Ντίκενς, του Φλομπέρ, αλλά και πολλών μεγάλων Ελλήνων ομότεχνων.
Είναι όμως ασυγχώρητο σήμερα να γράφει κανείς έτσι, με τον τρόπο των μεγάλων του παρελθόντος. Αυτό που αποκαλούμε πλοκή έχει γεράσει πρώτα στην συνείδηση του αναγνώστη, που αναζητά το δικαίωμα και κυρίως τον περιβάλλοντα χώρο για να ονειρευτεί τον δικό του κόσμο. Όχι αυτόν που του επιβάλλει ο συγγραφέας.

Η επιδίωξή μου στο Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια ήταν να διαφαίνεται μια εικόνα μυθιστορήματος, ενώ το ίδιο το μυθιστόρημα ως κορμός θα απουσιάζει. Να υπάρχουν σκόρπια φύλλα, που όμως να οδηγούν με σιγουριά στο δέντρο. Ποιο δέντρο; Αυτό της αφήγησης, ως πραγματικό και συγχρόνως μη πραγματικό γεγονός.

Υπάρχει μια ιστορία. Που μένει πιστή σε αυτό που σέβεται περισσότερο ως αξία, δηλαδή την φόρμα της μορφής. Και ανοίγει παράθυρο στο μέλλον.
Άλλωστε, με αυτόν τον τρόπο γράφτηκε.
Οι φράσεις που αντιστοιχίζονται σε κεφάλαια έρχονται περισσότερο ως ψηφίδες για να αθετήσουν τις έως τώρα ειδολογικές προκαταλήψεις και να ενθέσουν τις ίδιες αφυδατωμένες λέξεις ως εικαστικό, πια, σώμα πάνω στο χαρτί και λιγότερο για να εξυπηρετήσουν το, ούτως ή άλλως, καταδικασμένο από την χρήση νόημα.
Ο έρωτας, είναι εδώ το τέλος. Και το τέλος του έρωτα είναι ο ίδιος ο έρωτας.

Ευχαριστώ, τον Δημήτρη Χουρδάκη και το Passport για την πρόσκληση, τον Γιώργο Κακουλίδη, την Μαρία Χρονιάρη και την Εύα Ψυλλάκη που ήταν μαζί μου, και όλους εσάς που καταφέρατε να φτάσετε σήμερα μέχρι εδώ. Φυσικά, ευχαριστώ τον Γ.Χρονά. Ο Χρονάς είναι πολύ γνωστός για τα τοπία των λέξεών του, δεν είναι όμως και τόσο γνωστός για τα τοπία της ψυχής του.
Αν πάρω μόνο την δραστηριότητα του των δυο τελευταίων ετών, έχω την εξής εικόνα:
Είναι σαν να μπει κάποιος, με αόρατο τρόπο, στην Ακαδημία Αθηνών, αυτό το μαυσωλείο του πνεύματος που παράγει άνοια και πλήξη, και να βάλει στη διαπασών μια μουσική για νέους. Ας πούμε το rock’n’roll suicide.
Είναι ο μοναδικός άνθρωπος που γνωρίζω που μπορεί σε ένα λεπτό να μεταμορφώσει αυτήν την γερασμένη Ακαδημία σε εκκολαπτήριο νέων ιδεών και υψηλού πνεύματος.
Η σημερινή βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας είναι η απόδειξη.

(στον Γιώργο Χρονά)

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ


Τρέχει η μοναξιά απ’ τα μάτια μου. Κάνει τάφους όπου πέσει. Ισορροπώ χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Το κοινό από κάτω με ανοιχτό στόμα περιμένει να με καταπιεί. Δεν πέφτω.
- ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ, Εκεί που αλλάζω ζωές

Την Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου. Στο κέντρο του Πειραιά. Στο ιστορικό σινεμά "Χάι Λάιφ". Στις 8μμ.
Ο χώρος πολιτισμού του Passport (Καραίσκου 119, Πλατεία Κοραή).
Ο έρωτας. Οι λέξεις. Η μουσική. Το κόκκινο.

Μερικές φορές η ανάμνηση ενός γεγονότος είναι δυνατότερη από το ίδιο το γεγονός.

Τα υπόλοιπα θα είναι σιωπή.

Μιλούν:

Γιώργος Χρονάς
Γιώργος Κακουλίδης
Μαρία Χρονιάρη

Διαβάζει:

Εύα Ψυλλάκη

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

ΟΥΤΕ ΚΙ ΕΓΩ



ΗΡΘΕ ξανά, για να τελειώσει τα πράγματα. Στη σκηνή. Φαρδύ, ριχτό παντελόνι, πουκάμισο λευκό. Σιδερωμένο. Φρύδια λειψά. Τα σκαμμένα από τον χρόνο μέρη του προσώπου θυμίζουν πολύ Μπέκετ.
Είναι και το βλέμμα. Βυθός. Εκείνης της κερδισμένης σημασίας. Χαραγμένο, σαν υδατογράφημα. Κοιτάζει ευρυγώνια. Αντικαθιστά το μπάσο, το σαξόφωνο, το βιολί, το φλάουτο, τα ντραμς. Σαν να λέει, τα είδα όλα, τα βαρέθηκα, φέρτε μου τώρα έναν δρόμο. Ανοιχτό. Να γυαλίζει μακριά ο ορίζοντας. Να 'χω μια διαδρομή. Να πηγαίνω.

ΜΟΝΟΣ. Ο ίδιος του ο εαυτός δεν τον αφήνει παρά να είναι ο εαυτός του. Απόλυτα άσπρος. Μια κιθάρα. Ενα πιάνο. Σκηνικό φωτοστέφανο. Τα τραπέζια κοντά. Κι αυτή η φωνή. Μπροστά. Αρρωστη. Ουρλιαχτό, ψίθυρος. Ερωτικό συλλάβισμα. Προσευχή. Μαθήματα πόνου.
Ο θάνατος μέσα της γεννάει ζωή. Νότες. Και μετά, ξανά. Θάνατος. Και ξανά. Νότες.

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΟΥ. Σσσς. Περιμένω στην πόρτα και αναρωτιέμαι πότε θα 'ρθεις να με ζεστάνεις. Ποτέ. Κομμάτια μήλου, κρασί. Μια γραμμή ζωής. Το σαξόφωνο εννοείται. Να προσέχεις, το σκοτάδι είναι της ψυχής.

Η ΜΑΡΙΑ έχει αλλάξει ζωές. Η άλλη, απλώς δεν είχε. Πώς μπόρεσες να τ' αφήσεις να συμβεί; Μπόρεσε. Είμαι τόσο κοντά στο φως. Και με τυλίγει. Η μουσική περιγράφει τον εαυτό μου. Τον αγκαλιάζει. Απαγγέλλει αργά τη λύπη.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ, φτύνοντας τους στίχους. Εναν έναν. Τους καθαρίζει στο λαρύγγι του και πετάει τις συλλαβές. Σαν γρέζια. Ασυνείδητη ζωή. Λαχανιασμένη. Οι λέξεις δεν μιλούν. Εχουν μόνο ευγένεια. Ετσι θριαμβεύουν.

ΠΕΡΑΣΑΝ τόσα χρόνια. Στην έκσταση μιας αναμονής. Χαράματα χρόνια. Ούτε κάθεται ούτε φεύγει. Μια θεϊκή σιωπή. Θεός είναι η σιωπή του Σύμπαντος και άνθρωπος η κραυγή που δίνει νόημα σ' αυτή τη σιωπή. Λέξεις του Σαραμάγκου.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ μεγαλώνει. Διαμαρτύρεται, βγαίνει έξω. Απλώνεται στην Ηπείρου. Βραχνιασμένη. Ανάγλυφο χιόνι. Γίνεται σεντόνι πάνω στην κρούστα του δρόμου. Οι τοίχοι γεμίζουν νοήματα. Τους ξύνει για να τους ντύσει αλλιώς. Αλλο χρώμα, άλλο υλικό.

ΕΙΜΑΙ άνθρωπος. Δολοφόνος, άγγελος, δικτάτορας, σωτήρας, πρόσφυγας. Ολα μαζί.
Μιλάει πεισματικά. Τα παλιά λόγια. Δύση είναι ο Μάικ και η Σούζι. Η Αλις έχει φύγει. Εμεινε αυτή η δύναμη. Να ιστορεί, τραυλίζοντας. Την αδυναμία διάρκειας. Αφοσιωμένη φιλία.
Εχω την εντύπωση ότι γράφω τα τραγούδια του, χωρίς να το ξέρει. Κι εκείνος, τα βιβλία μου. Χωρίς να το ξέρω.

ΜΕΤΑ μίλησε: Φόρεσα τις διαθέσεις μου, σαν τόσο διαφορετικά κουστούμια, μα η σωστή δεν υπήρχε. Δεν βρέθηκε ποτέ τριγύρω. Δεν ξέρω πια προς τα πού να τραγουδήσω.

ΟΥΤΕ κι εγώ, είπα.

ΑΛΗΘΕΙΑ. Ούτε κι εγώ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=231785

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΧΕΔΟΝ



Ο ΙΔΙΟΣ βυθός. Και πρέπει να είναι υποχρεωμένος να κοιτάζει. Η περιδίνησή του, μια αγκαλιά. Αχανής και βαθουλωμένος, με σκαμμένο κεφάλι, θα καθαρίζει. Και άλεκτος. Τα πράγματα έχουν χάσει τον λόγο τους, γιατί υπήρχε ένας λόγος πάντα και ο μόνος λόγος είναι κανένας.
Μετακινείται ολοένα προς το μηδέν, που είναι η αρχή των πραγμάτων. Μπορεί να πάει εκεί με το σώμα εκκωφαντικά, γιατί σαν μετάσταση θα γεννιέται και θα οπλίζει πάνω του ο άδικος χρόνος.

ΓΥΡΩ του, τρύπες. Κι όμως, στο τέλος υπάρχει ένα σημείο που ο χρόνος μετράει. Ενώνεται στην αρχή και ξαναβλέπει. Λέει, μη με κοιτάς, εγώ δεν είναι εγώ, δεν έμεινε τίποτε απ' αυτά που είχα, αυτά που είχα τελείωσαν τελείως. Για να ξαναρχίσει. Η ίδια, κατορθωμένη ανάκαμψη.
Οπως και να γυρίσει την κλεψύδρα, η ποσότητα της άμμου, ίδια. Οχι λιγότερη, όχι περισσότερη. Οχι άλλη ποιότητα, άλλος χρωματισμός, άλλη θερμοκρασία. Ιδια. Αμμος. Ανθρωπος. Αίμα.

ΑΚΟΥΣΕ πως οι άνθρωποι είναι σιωπή και γεννούν σιωπή, γιατί μόνο στο φως της σιωπής αναγνωρίζονται. Και έμαθε. Εψαξε τα πρόσωπά τους, να τους ξεφλουδίσει σαν γάζες και η σιωπή κυλούσε αλλαγμένη, δεν ήταν αυτό σιωπή, όχι, ήταν η πρόστυχη σάρκα της, ένα άδοξο μεγαλείο τού χτες, μια σιωπή βουητό, βόμβος, σήμα, παράσιτο. Συντελεσμένη. Πώς να αντέξεις μια σιωπή που καταντάει λόγος ασήμαντος;

ΠΕΡΑΣΕ ο καιρός. Και δεν φαινόταν. Αφουγκραζόταν μόνο, και έλεγε τα γεράματα του λόγου θα γίνουν σιωπή, όταν πεθάνει η λέξη. Η ανυπόφορη, αχάριστη, αναμασημένη, αμετάδοτη, ανήθικη, αναληθής λέξη. Να πεθάνει. Που δεν φτάνει να πει, γιατί δεν ουρλιάζει. Και διασχίζεται. Από τα μεγάλα ρεύματα των μικρών.

Ο ΙΔΙΟΣ, πάντα, βυθός. Η ίδια υποχρεωτική πτώση, κάθοδος, βουτιά. Τίποτε που να επιταχύνει τον χρόνο τους ή να τον αναστέλλει. Παρ' όλα αυτά, υπάρχει μια στενή χρυσαφί ένδειξη, μια σχεδόν άφωνη χαραμάδα που ανοίγει το διάφραγμά της στο φως. Σαν πυγολαμπίδα. Σαν πεταλούδα που ξεφεύγει.
Τη βλέπει μπροστά του, γίνεται το όργανο που ακολουθεί την αναπνοή του, τα φτερά που τον παίρνουν. Εισέρχεται αυτοτελής, έχοντας απολέσει όλες τις πορείες. Μένει στη χλωρίδα της. Μένει εαυτός.

ΘΑ ΚΑΤΣΕΙ να βλέπει, αγκαλιασμένος. Με το βαμμένο μάτι της λύπης, σαν άκρυπτο. Το χρώμα δεν καταργείται. Κάτω από την πούδρα των πραγμάτων επιτελούνται τα πράγματα. Η σιωπή τους είναι σταυρός.

ΚΑΠΟΤΕ φιλήθηκε. Αγγίχτηκε σε όλα τα ορατά μέρη. Τώρα το σώμα, σαν τελεία, θα γράψει την αόρατη πρόταση. Αυτή η αμφίπλευρη επιφάνεια, όπου εισέρχεται και εξέρχεται ουρανός, θα ορίσει με βάρος τη συνέχεια. Και με οίστρο θρασύ. Θα την ονομάσει, από τις σημειώσεις του εκλιπόντος χρόνου.

ΑΝ γυρίσεις ανάποδα το χαμένο, γίνεται κερδισμένο.

ΣΧΕΔΟΝ σάρκα. Σχεδόν σιωπή.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=229092

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

ΦΛΟΡΑΛ ΠΑΛΙ


Τετάρτη, 1η Δεκεμβρίου. Μουσικές που μας μεγάλωσαν και με μεγάλωσαν. Στα πικάπ του Floral. Ροκ. Από τις 22.00μμ.

http://www.noiz.gr/index.php?topic=182180.msg513211;topicseen

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ ΚΟΣΜΩΝ


ΧΤΕΣ, είδα μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από κόσμους στον ύπνο μου. Ηταν τυλιγμένοι με σαντιγί για να διαφεύγει από μέσα αόρατο το περιεχόμενό τους. Κρατούσαν άσπρα κεριά που ασήμιζαν μέσα στην πάχνη του ονείρου. Στα αχάιδευτα σώματά τους στεκόταν μια αντίρρηση: Γι' αυτό που υπήρξαν, γι' αυτό που είναι, γι' αυτό που σε λίγο θα καταστούν.
Ακόμη και οι νεότεροι είχαν ασπρίσει. Κάθησαν όλοι γύρω μου και με κοιτούσαν. Με τα κουρασμένα, κενά μάτια τους. Μόνο κοιτούσαν. Και με δέος, για ό,τι δεν κερδηθεί ποτέ.

ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ λέξεις, υποτιτλισμός, μετάφραση. Οι τοίχοι ήταν πτυσσόμενοι. Καθένας που έμπαινε, τους μετακινούσε για να χωρέσει. Και ήταν αμίλητοι γιατί ήταν το τέλος εποχής και είχαν έρθει να απολογηθούν χωρίς λόγια.
Η πιο έντιμη απολογία είναι το βλέμμα. Στέκεσαι σε μια κολόνα, σχεδόν την παρακαλείς να σε συμπεριλάβει στον όγκο της, να σου παραχωρήσει κάποια τετραγωνικά ζωής, την αγκαλιάζεις, και κοιτάς. Οπως κοιτάμε τη θάλασσα. Με χαμηλό βλέμμα.

ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑ να αγγίξω κάποιους για να σιγουρευτώ. Ηταν αδύνατον. Στα όνειρα απαγορεύεται η σαρκική επαφή. Τα σώματα στο περιβάλλον αυτό είναι αμόλυντα. Πρέπει να διατηρηθούν άυλα, αβαρή. Το ανέφικτο είναι μεγάλος στόχος.
Ημουν υποχρεωμένος να γράφω τη σιωπή τους σε μικρούς παπύρους και να αρχειοθετώ. Να συντάσσω την αδυναμία εκπλήρωσής τους.
Όλες οι εκδοχές ζωής ήταν εκεί, όμως αμίλητες. Μεταχειρισμένες. Μια ζαρωμένη εικόνα, χωρίς φωνή, που παρέμενε άγνωστη στις έξοχες πολιτείες.

ΜΕ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ, το κρεβάτι γέμισε ρούχα. Εμοιαζε με βεστιάριο θεάτρου, οι κόσμοι είχαν φύγει γυμνοί. Παρουσιάστηκε μπροστά μου ο Καρυωτάκης, ντυμένος επίσημα. Μου ζήτησε να του ιστορήσω τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου. Ο Λωτρεαμόν, με δυο κούτσουρα που έβλεπαν από τη θέση των καμένων ματιών του. Πέρασε ο Μαλαρμέ, πάνω στο σκουριασμένο του ποδήλατο, «αφήνοντας πάντοτε από τα μισάνοιχτα χέρια του να χιονίζει μπουκέτα λευκά από αρωματισμένα άστρα». Μου είπε: «Να αγαπάς τις λέξεις περισσότερο για το πιθανό τους νόημα, παρά για το πραγματικό». Και έφυγε, πριν προλάβω να το υποσχεθώ.

ΜΕΤΑ έφυγαν και οι άλλοι: Οι ποιητές, οι τοίχοι, τα γράμματα. Το όνειρο διαλύθηκε. Εξαπατήθηκε απ' τον δελεασμό του ήλιου.

ΟΤΑΝ ο άνθρωπος αρνηθεί τον εαυτό του από τη λάσπη, οι μέρες θα αποκατασταθούν. Και γεμάτες, με άπληστο τρόμο θα ζητήσουν νερό.
Ξέρω έναν κόσμο άθικτο, μακριά, χωρίς ξύπνημα, που διδάσκει η ομορφιά στα κελάρια του. Τα δειλινά του είναι από κύματα της αρχαιότερης λύπης και πάνω στο στήθος του έχει γραμμένο το θαύμα: πορσελάνινο θαύμα, με νερό, σαν βάζο που χωράει όλα τα όνειρα.

ΕΚΕΙ, η μόνη ηλικία που υπάρχει είναι η παιδική.

ΝΑ ΠΑΜΕ μια μέρα. Να μείνουμε.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=227560

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΕΔΩ



ΚΑΤΩ απ' τα μάτια μου απλωνόταν μια γερασμένη γεωγραφία. Μια πελώρια στάμνα, σαν αρχαίος αμφορέας, είχε σπάσει στην είσοδο. Περνούσες από μέσα της - το τούνελ της ιστορίας είναι σκοτεινό. Στο σημείο που καθαρίζει ο ορίζοντας, εκεί ξεκινά.
Ψηλά στον ουρανό τα σύννεφα σχημάτιζαν τον χάρτη της Κρήτης. Εκοψα τον Νομό Χανίων και τον κρέμασα στον λαιμό μου. Η Κρήτη έχασε την ισορροπία της και βούλιαξε προς τα κάτω. Επεσε μέσα στην Αίγυπτο και πνίγηκε.

ΗΤΑΝ τέτοιο και τόσο το χρώμα που σχεδόν εξαπατούσε. Κι ας το είχαν σκοτεινιάσει. Μην κοιτάξεις μπροστά, απαγορεύεται. Στη μέση του θαλάσσιου σκάμματος έλαμπε σαν νησί η κρυμμένη γη. Ενα νεογέννητο θαύμα είχε βγει απ' τις αίθουσες για να κάνει τα πρώτα του βήματα. Ο αέρας οδηγούσε τα σώματα σε μια γιορτή. Επλενε με κρασί τα αναζωογονημένα μέλη και τα έβαφε κόκκινα.

ΝΕΡΑ του χειμώνα, σαν βραδινή περίπολος. Μπήκα στο κάδρο όπως μπαίνει κανείς στις ταινίες του Ταρκόφσκι: υγρός, αμήχανος, χωρίς πτυχίο. Το βλέμμα του έρωτα είναι ίδιο με το βλέμμα του θανάτου. Δύσκολα ξεχωρίζει κανείς ποιανού θύμα είναι ποιος.
Η πυκνότητα και η στάθμη του νερού καθορίζουν τη συνέχεια. Με χωρίζουν στη μέση. Ο στεγνός άνθρωπος μέσα μου σκέφτεται το ποίημα. Ο βρεγμένος είναι το ποίημα. Και οι δύο εκδοχές μου προσπαθούν να απαντήσουν στο ολοκαύτωμα του εαυτού. Ο ένας ανοίγει μια πόρτα, ο άλλος την κλείνει.
Τίποτε δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τη διαμεσολάβηση του αντίθετου.

Η ΖΩΗ της γραφής ορίζει τη ζωή της ζωής με τρόπο αμετάκλητο. Αποκλειστικό. Υπάρχει ένας εμφύλιος πόλεμος και γράφει. Μια δυνατότητα αμοιβαίας ανταλλαγής αιχμαλώτων.
Εμφανίζονται διλήμματα. Γράφω, πεθαίνω. Μετά ζω. Ως νεκρός που γεννιέται ξανά ή ως ζωντανός που πεθαίνει; Δεν έχει σημασία, είναι μάλλον το ίδιο. Στο πρίσμα δεν αναζητάς τις πλευρές, αλλά το διάστημα που τις περικλείει. Εκεί η λάμψη γίνεται εκτυφλωτική. Και μαραίνει τα μάτια.

Η ΠΟΡΤΑ στο δωμάτιο είναι μισάνοιχτη, η κουρτίνα ανασηκωμένη. Το κορίτσι του έρωτα πετάει το σώμα του στο κρεβάτι. Συνθήκη βιασμού. Αχανής. Περνάω την πύλη. Ο,τι θεωρείται αφύσικο και εμποδισμένο, είναι μεγαλειώδες. Να ζήσουμε. Να ακούσουμε τη σιωπή. Η παράδοση στην επιθυμία θέτει εξαρχής μία προϋπόθεση: Να μπορέσεις να αγγίξεις το μηδέν για να δεις. Και να επιστρέψεις ελεύθερος.

ΑΣΚΟΥΜΑΙ στην παρατήρηση του απαγορευμένου. Μετά το βάζω στα κερδισμένα, το αφήνω να γίνει μέρος των εντέρων μου. Καταπίνω τη σημασία που κρύβει. Καταπίνω αυτό το δωμάτιο, αυτό το σώμα, αυτή την ακραία μυθολογία που συνιστά ζωή. Τα περιέχω.
Στο βάθος η μοίρα δείχνει διαφορετική. Πλανιέται σαν περιπέτεια του ματιού που φτάνει έως τον πάτο. Ο,τι ήταν να παραδοθεί, παραδόθηκε.

ΤΟ ΕΔΩ είναι αλλού. Εχει μετακομίσει σε αυτό τον ανυπέρβλητα ιδιωτικό χώρο που θα κατοικήσει ο άνθρωπος.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=225162

http://www.alitheiaportal.com/alitheia/politismos/kato-ap-ta-matia-mou-aplonotan-mia-gerasmene-geographia.html

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Ο ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


από το σ' αγαπώ / λείπουν πολύ / η περισπωμένη / κι εσύ
(ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ.Μεταίχμιο, 2009)



Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.

Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε.
Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας. Ώσπου συνέβη το εξής:

Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας “ Λύρα”, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.
Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν “ κύλαγε” όπως λέμε, οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές.

Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να ‘ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.

Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(…)

Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: “ Λυγά πάντα η γυναίκα”. Το “ πάντα” ακούγεται ψηλότερα από το “ λυγά” που παίρνει περισπωμένη. “ Λυγά πάντα η γυναίκα’ ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το “ γυναίκα”, που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ έναν φίλο και έμαθα ότι η “ γυναίκα” οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία η “ γυναίκα”.

Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει “ Λυγά πάντα η γυναίκα” λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:

Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω”.
Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;

Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.

Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.

Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(…)

Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει;
Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ

Σ.Σ.

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ΕΝΑΣ ΛΥΚΟΣ ΜΕ ΟΝΟΜΑ


Κουράστηκα να περιμένω το θαλάσσιο ρεύμα που θα με φέρει κοντά στον άλλο πάγο.

Θα πέσω στη θάλασσα. Θα κολυμπήσω. Μέχρι την ακτή. Ακόμη και στα παγωμένα τοπία· που τελειώνουν. Υπάρχει ακτή. Ενα φυσικό τέλος. Μια αρχή. Θα κατεβώ στην πόλη. Θα κάνω άλλη δουλειά. Θα γίνω φυτοφάγος. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσουν. Θα περνώ από στεφάνια που φλέγονται. Από σκάλες που καταλήγουν στον ουρανό. Σε πισίνες με ιαματικό νερό. Θα ζητήσω δουλειά στα βιντεοκλίπ.

Οι σκηνές στο κρεβάτι θα είναι μοναδικές. Θα γίνω ο φύλακας. Ο δραγουμάνος του βεζίρη. Κανείς δεν θα πλησιάζει όταν κοιμούνται. Οταν βλέπουν όνειρα. Θα φωνάξει τον Μέγα Αλέξανδρο, τους στρατιώτες του να με προσέχουν. Θα προστεθώ στη σκηνή. Του φόνου. Οταν τα διαμάντια στο Τίφανι είναι ψεύτικα.

Ξέχασα να πω πώς θα με φωνάζουν στα δοκιμαστικά.

Τσέχοφ.

(Γιώργος Χρονάς)


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΟΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=13/11/2010&id=222648

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ



ΔΕΝ είμαι παρών. Απουσιάζω. Είχα ελπίσει σ' αυτό το λευκό διάστημα, σ' αυτή την προσωρινή σχέση με το εφήμερο, σ' αυτή την προσπάθεια μη επαφής με το κενό που εκφράζει το σώμα. Αυτό το χυδαίο όστρακο είναι η διαιώνιση της πρωτόπλαστης πληγής. Το κέντρο της ντροπής ενός εκκωφαντικού λόγου. Το άνανδρο κρησφύγετο που καταργεί το βλέμμα. Της ψυχής.
Αυτό που θέλω να συναντήσω πια είναι το βλέμμα. Ανθισμένο, όπως το φως. Θέλω να το αφήσω να γράφεται πάνω στο σώμα μου, ασημένιο. Να πλεονάζει. Κεντημένο με ζάρες φρικτές.

ΕΝΑΣ κατεστραμμένος Φεβρουάριος σκεπάζει τον κόσμο. Η άδικη μοίρα των ανθρώπων κρέμεται πάνω του. Κουτσός, ελλιπής, διαλυμένος. Μήνας Παπαδιαμάντης: «Εβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Ητον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων».

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ αθόρυβα το σώμα να δικάζεται για την απουσία του. Το σώμα, δαπανημένο στην αναζήτηση του ανύπαρκτου, του άλογου, του ατελούς. Είναι ηλεκτρικό ρεύμα. Οπως όλα τα ρεύματα, όταν το αγγίξεις, πεθαίνεις.
Για να συναντήσεις την πραγματική ζωή, πρέπει πρώτα να σκοτώσεις μέσα σου αυτό που υποδύεται τη ζωή. Περνάς απ' τον θάνατο του χρόνου. Ομως, ο χρόνος απαγορεύεται.

ΜΕΤΑΦΕΡΩ τον χρόνο σε ένα φλασάκι για να τον σώσω. Είναι τόσο εύθραυστος που μοιάζει με μωρό. Αυτός ο ανήμερος γέρος που απαγορεύεται, έχει εκατομμύρια ζωές. Τον παίρνω στα δόντια μου, τον βάζω κάτω από τη γλώσσα μου να μαλακώσει, τον πιπιλάω σαν καραμέλα. Ο χρόνος είναι καραμέλα.
Χορεύεις ένα μπλουζ μαζί του κι αυτός λιώνει στην αγκαλιά σου, αφήνοντας λεκέδες στα ρούχα σου. Ο χρόνος λερώνει.

ΣΤΟ άδειο δωμάτιο τα παράθυρα ανοίγουν προς τα έξω. Μοιάζουν με τεντωμένα αυτιά. Σαν να παρακαλούν την επικοινωνία, να σε καλούν να διαπιστώσεις αυτό που συμβαίνει εντός. Τίποτε δεν συμβαίνει εντός. Χούφτες χώμα σκεπάζουν τα έως πριν σώματα. Μόνο η μουσική συνεχίζει. Ανυπεράσπιστη. Στριμωγμένη. Γαλάζια.
Ο χρόνος είναι ο τελευταίος που θα συνηγορούσε υπέρ της. Η ορχήστρα έχει αποχωρήσει. Στο τέλος της επίσκεψης υπάρχει γλυκό. Για ποιους;

ΕΞΩ βαθαίνει ο πόλεμος. Της ζωής εναντίον της ζωής. Ο άνθρωπος αναβάλλει τον εαυτό του γιατί δεν τον αντέχει. Κάποιες σελίδες λείπουν. Ο αέρας μυρίζει άδειες ταβέρνες. Μπροστά στα χαλασμένα μάρμαρα η ιστορία υποχωρεί.
Εχουν καιρό να φανούν τα χελιδόνια. Οι φωλιές με τις οικογένειες που έφτιαχναν στα μπαλκόνια του κόσμου έχουν χαθεί.

ΟΤΑΝ ΞΑΝΑΡΘΟΥΝ τα πράγματα, θα είμαι εκεί. Στο λυκόφως του κήπου, μ' ένα μπρούτζινο κηροπήγιο. Θα λέει: Ο χρόνος πέθανε.

*Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ονειρο στο κύμα



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=222674

ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ: Ο,ΤΙ ΖΩΓΡΑΦΙΖΩ ΜΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ





Ο Marc Chagall στην Ελλάδα

ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης

εκδ. Αρμός, σ. 223, ευρώ 60,59



Ο ιπτάμενος βιολιστής


Ο ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1887 στο χωριό Βιτέμπσκ της σημερινής Λευκορωσίας. Ηταν ο πρωτότοκος γιος μιας εβραϊκής οικογένειας, πιστής στις ιουδαϊκές παραδόσεις, με εννέα παιδιά. Από πολύ μικρή ηλικία ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική και το σχέδιο και το 1906 εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, όπου κέρδισε υποτροφία για τη γνωστή σχολή Svanseva.

Το 1910, με τη βοήθεια του προστάτη του Max Winawer, μετακινείται στο Παρίσι όπου του δίνεται η δυνατότητα να έρθει σε επαφή με το έργο πρωτοπόρων καλλιτεχνών της σχολής των ιμπρεσιονιστών, όπως ο Πολ Γκογκέν και ο Ανρί Ματίς. Την περίοδο εκείνη γνωρίζεται με τους γάλλους ποιητές Γκιγιόμ Απολινέρ και Μπλεζ Σαντράρ, που τον βοηθούν βρίσκοντάς του χώρους για να εκθέσει τα έργα του. Αποτέλεσμα αυτής της φιλίας είναι ο πίνακας που ζωγράφισε ο Σαγκάλ, με τίτλο «Φόρος τιμής στον Απολινέρ».

Αυτή η πρώτη παραμονή του στο Παρίσι θεωρείται η πιο δημιουργική περίοδος της σταδιοδρομίας του. Σε κάποιους από τους πίνακες της εποχής εκείνης συναντάμε στοιχεία από τον κυβισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επηρεάζεται άμεσα από τους θεμελιωτές του κινήματος, Πάμπλο Πικάσο και Ζορζ Μπρακ. Τα χρώματά του, μολονότι κάποιες φορές αραιά, αρχίζουν να αποκτούν την τελική τους πολυσύνθετη πυκνότητα και τον παλμό που τον καθιέρωσε. Τα παράξενα παραστατικά στοιχεία, τοποθετημένα συχνά ανάποδα, κατανέμονται στους πίνακες του αυθαίρετα, δημιουργώντας την αίσθηση κινηματογραφικού μοντάζ και υποβάλλουν έναν χώρο ονειρικό.

Στα έργα του, που τα χαρακτηρίζει το έντονο προσωπικό στοιχείο, καθώς και μια «απλοϊκή» ιδιομορφία, συναντώνται η ποίηση και η φαντασία σε μια προσπάθεια αποκάλυψης της εσωτερικής πραγματικότητας της ψυχής. Ο ίδιος είχε πει πως «όλοι ξέρουμε ότι ο καλός άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα και καλός καλλιτέχνης. Κανείς όμως δεν θα γίνει σπουδαίος καλλιτέχνης, αν δεν είναι σπουδαίος άνθρωπος, κι επομένως καλός».

Ο Σαγκάλ κινείται συστηματικά γύρω από τον άξονα της εβραϊκής παράδοσης και στους πίνακές του σπανίζουν οι προσωπογραφίες. Στο κατοπινό έργο του απομακρύνεται από αυτόν τον άξονα και ύστερα από ένα ταξίδι του στην Ελλάδα, στο νησί του Πόρου (συμπτωματικά, η ιδιαίτερη πατρίδα τού μεταφραστή και σύμφωνα με τη μυθολογία ο πατέρας του Ερωτα, που διαπνέει όλο το έργο του μεγάλου ζωγράφου), αλλάζει γραμμή. Αντλεί πλέον τη θεματική του από μυθολογικά πρόσωπα και γεγονότα της ελληνικής αρχαιότητας, όπως στους πίνακες «Πτώση του Ικαρου», «Ο μύθος του Ορφέα», ή τις 82 λιθογραφίες για την Ομήρου Οδύσσεια, γοητευμένος από το ελληνικό φως: «Εκεί όλα είναι φως, μιας απερίγραπτης διαφάνειας και απλότητας».

Μεταξύ του 1930 και του 1975 γράφει σαράντα ποιήματα στα ρώσικα και τα γίντις, τα οποία μαζί με 25 ξυλογραφίες του κυκλοφόρησαν στα γαλλικά το 1968. Δεν μεταφράστηκαν σε καμία ξένη γλώσσα. Η πρώτη παγκόσμια μετάφραση έγινε στα ελληνικά από τον συγγραφέα και ποιητή Γιάννη Σουλιώτη, για τις εκδόσεις Αρμός. Ο Σουλιώτης είχε την τύχη να τον γνωρίσει και προσωπικά το 1973, όταν ζούσε και εργαζόταν στη Γαλλία, στο σπίτι του, στο Saint Paul de Vence.

Ο Σαγκάλ πέθανε σε ηλικία 97 ετών στη νοτιοανατολική Γαλλία, στις 28 Μαρτίου 1985. Δώδεκα χρόνια μετά το θάνατό του, το 1997, δημιουργήθηκε στη γενέτειρά του το Μουσείο Σαγκάλ με αντίγραφα των έργων του.

Μολονότι οι κριτικοί παραπονέθηκαν αρκετές φορές για εύκολη «αισθηματολογία», άνιση ποιότητα και μια υπερβολική επανάληψη μοτίβων στην τεράστια συνολική παραγωγή του καλλιτέχνη, όλοι συμφωνούν ότι το έργο του Σαγκάλ, στην καλύτερη έκφανσή του, έφτασε σε ένα επίπεδο εικαστικής ομορφιάς που σπάνια συναντούμε στη μοντέρνα τέχνη.

Τα ιπτάμενα ποιήματα

Τα ποιήματα του Σαγκάλ μοιάζουν με προσευχές σ' έναν έρωτα που πέταξε. Οι μνήμες της αγαπημένης του συζύγου Μπέλα Ρόζενφελντ που πέθανε νωρίς στοιχειώνουν -στον βαθμό που συμβαίνει και με τους πίνακές του- τον λόγο και τον καθιστούν κραυγή. Οπως η ζωγραφική του είναι κατά κανόνα ποιητική, έτσι και τα ποιήματά του, εκκινούν από μια εικαστική βάση, σε σημείο που, πολλές φορές, να μοιάζουν με μελοποίηση των πινάκων του. Εκεί που στους πίνακές του πετούν ερωτευμένοι, βιολιστές, ψάρια, ζώα, πρόσωπα του τσίρκου και ό,τι αντικείμενο τού προξενεί εσωτερικό ενδιαφέρον, στα ποιήματά του οι λέξεις χορεύουν πάνω απ' το χαρτί. Τα μάτια του είναι γεμάτα πινέλα και μεσογειακά χρώματα Η λυχνία που τον παρακινεί και «ανάβει» το χέρι του είναι το πάθος:

«Τα χέρια μου διπλώνονται και σκύβουν / Για να ζωγραφίσουν τη σύντομη ζωή σου / Το στόμα μου και η καρδιά μου ανοίγουν / Ωστε η προσευχή μου να έρθει κοντά σου /

Από τους πίνακές μου / Το όνειρό μου κυλάει / Στα πόδια σου / Αλλά πού είσαι.

Οι θρησκευτικές αναφορές (Θεός, εκκλησία, συναγωγή, ψαλμοί, Κιβωτός, Μωυσής, Ισαάκ κ.λπ.), όπως και η αποτύπωση του ονείρου της φύσης, είναι ευκρινώς παρούσες και χαραγμένες στον κορμό της ποιητικής του, εκείνο όμως που κάνει εντύπωση είναι ότι, ακόμη και στα αμιγώς ερωτικά του ξεσπάσματα, ένας φανερός ή κρυφός διάλογος με το Θείο ακούγεται χαμηλόφωνα, χορηγώντας του τη δύναμη της δημιουργίας:

«Μερικές φορές θα ήθελα να φωνάξω κάποιον / Να ζητήσω να ανθίσουν τα τριαντάφυλλα / Στον ερχομό σου

Θα ήθελα να φωνάξω κάποιον / Να ζητήσω η αυγή / Να σκεπαστεί και πάλι / Με το μπλε της νύχτας.

Το υλικό για τον Σαγκάλ, είτε πρόκειται για απεικόνιση είτε για χρώμα είτε για λέξεις, απλώς αναβλύζει: Είναι ένας πίδακας «οπτικών» λέξεων που ξεχύνονται καταπάνω σου με την ορμητική απλότητα ενός παιδιού. Μια εν θερμώ αυτοπαρατήρηση:

«Με βλέπω ακίνητο και καθ' οδόν / Χάνομαι / Μπροστά στη φωτιά που έρχεται από τον κόσμο / Η αγάπη μου είναι σαν σκορπισμένο νερό / Στις τέσσερις γωνίες

Πίσω μου έρχονται οι πίνακές μου.

Ο διάλογος με την αγαπημένη, η επίκληση της εξιδανικευμένης θηλυκής μορφής που παρηγορεί αλλά και βασανίζει, μετατρέπει την απουσία σε παρουσία δυσβάσταχτη, γεμίζει έναν κενό χώρο με «ομιλούσα» θλίψη. Ο ζωγράφος συναντά τον ποιητή που θα «ζωγραφίσει» την ερήμωση εντός του:

«Μη με ψάχνετε σήμερα ούτε αύριο / Εφυγα μακριά από μένα / Είμαι / Σε ένα λάκκο δακρύων.

Οι ιπτάμενοι συντελεστές

Ο Γιάννης Σουλιώτης πραγματοποίησε, ίσως, τη μετάφραση της ζωής του. Βασισμένος στο απλό μέτρο της στιχουργικής του Σαγκάλ και με οδηγό την αγάπη του για τον μεγάλο ζωγράφο, κατάφερε να μεταδώσει, σε «θερμά» ελληνικά, αυτή την εκτυφλωτική αύρα της λευκότητας και της διαφάνειας που κρυσταλλώνεται και καθαγιάζει τους στίχους και τον ρυθμό των ποιημάτων. Θα του χρωστάμε τη γνωριμία μας με αυτή -την εξίσου μαγική- πλευρά της δημιουργικότητας του Σαγκάλ.

Η έκδοση, που είναι πολυτελής και σκληρόδετη, σε περιορισμένο, λόγω του κόστους της, δυστυχώς, αριθμό αντιτύπων, οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό και στην εγγονή και εκπρόσωπο των κληρονόμων του Σαγκάλ, Meret Meyer, καθώς και στην αμέριστη βοήθεια και συμπαράσταση της Colette Bonavia-Pariente, που εισήγαγε στον μεταφραστή το «μικρόβιο» του πειρασμού τού εγχειρήματος. *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=222665

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ PETER HAMMILL



ΗΤΑΝ, κατά την διάρκεια της εφηβείας μου, ο πιο κοντινός μου φίλος. Ο άνθρωπος που άκουσε τις περισσότερες εξομολογήσεις μου, αυτός που ξεφλούδιζε αργά το άλλο πρόσωπο της θλίψης. Ο μάγος που με πέρασε απέναντι, στο φως του σκοταδιού.

Οι τοίχοι του σπιτιού μου, αν ποτέ γκρεμιστεί, θα βγάλουν από μέσα τραγούδια των Van der Graaf Generator.
Έμαθα να ακούω τις νότες απ' τη φωνή του. Ήμουν 16 χρονών όταν στο πλατό του πικάπ μου στριφογύρισε πρώτη φορά το Refugees. Και μετά το My room, το House with no door, το Lost, το Childlike faith in childhood's end.

Από τότε συναντηθήκαμε πολλές φορές. Κάθε μια είχε την δική της ξεχωριστή σημασία.
Την Κυριακή 14 Νοεμβρίου, στο Κύτταρο Live, στις 8.30μμ, θα τον ξαναδώ. Η φωτογραφία που κρέμεται από πάνω μου, παραπέμπει απλώς στα χρόνια που πέρασαν.
Όμως το βλέμμα είναι ίδιο. Και πλέον, θυμίζει πολύ Μπέκετ.

http://www.youtube.com/watch?v=nU0wg5nupXM&feature=related---------------------------------------------------------------------------------

ΑΥΡΙΟ όμως, 10 Νοεμβρίου, υπάρχει και άλλος συγγενής του Μπέκετ. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας, αυτή η τεράστια μορφή κατσαρίδας που χώνει τη μύτη της, εδώ και δεκαετίες, σε κάθε τι πνευματικό και πρωτοποριακό συμβαίνει σ' αυτή τη χώρα, θα είναι στην καινούργια αίθουσα του Passport ( Καραίσκου 119, Πλατεία Κοραή, Πειραιάς ), στις 8μμ, με την αφορμή των τριών αυτοβιογραφικών βιβλίων του.

Τον παρουσιάζω εγώ και ο Γιώργος Χρονάς.

Come together.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Η ΜΟΝΗ ΗΛΙΚΙΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΙΔΙΚΗ


Το "ΈΘΝΟΣ" της Δευτέρας 25.10.2010, χρησιμοποίησε ως μότο της σελίδας βιβλίου της εφημερίδας, ένα απόσπασμα απ' το βιβλίο μου "Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ".

Το ευχαριστώ.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
http://content-mcdn.feed.gr/pegasus/Multimedia/pdf/ethnos/2010/10/25/ETH_2510_038_CMYK.pdf

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

ΑΛΛΙΩΣ


ΚΑΘΕ νύχτα έρχεται μες στα άγρια σαξόφωνα και προστίθεται στο κρεβάτι μου.Με το άσπρο σεντόνι του φόβου χιονισμένο στο κορμί της. Η παγίδα ενός αγγλικού γιου περιμένει στην άκρη του. Μια αύρα από κλεμμένα τριαντάφυλλα είναι κλειδωμένη στη μύτη της. Ερχεται με παλιές μονοκατοικίες και θυμωμένα ενοικιάζεται πάνω στον ξεφλουδισμένο τοίχο μου. Σαν επείγουσα είδηση, παγωμένη. Τα χείλη της, ξεβαμμένα ποτάμια. Ρηχά.

ΒΛΕΠΕΙΣ εκεί; Αυτό το αίμα είναι δικό μου. Ενα έκτακτο δελτίο καιρού τρέχει από τα μάτια της. Να αφήσουμε τα όνειρα στα τελάρα τους, μου λέει. Να κάνουμε πικ νικ στα γεγονότα. Ακούς;

Ακούω. Θέλει να εξηγήσει όσα δεν έχουν ανάγκη εξήγησης και τους στερεί τη γοητεία. Ακυρώνει τη μαγεία τους πριν καν εμφανιστούν. Μια υπερβολή φωνηέντων είναι κρεμασμένη στο ανοιχτό στήθος της. Την επιδεικνύει σαν ακριβό κολιέ. Μιλάει. Γύρω γύρω, η δύναμη που δεν έχει ο άνθρωπος. Η δύναμη. Που δεν μπορεί.

ΓΙΑΤΙ το μόνο που μπορεί να μιλήσει ο άνθρωπος είναι αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει. Ως πολίτης του εαυτού του, να χαλάσει το ήδη χαλασμένο. Καταδικασμένος να φαίνεται με αυτό το λαμπρό ξεγέλασμα των ματιών.

Αν δεν αφήσουμε τη σιωπή να αλλάξει το θέαμα του ανθρώπου, δεν θα γίνει ποτέ ο κόσμος αγνώριστος.

ΜΠΡΟΣΤΑ στο παράθυρό μου εκτυλίσσεται ο παγωμένος χρόνος. Ολα τα στιγμιότυπα έχουν παραγραφεί. Είναι σα να βλέπεις μια παλιά κινηματογραφική μηχανή να γυρίζει. Δεν προβάλλεται τίποτε. Τα υγρά απ' το φιλμ έχουν στεγνώσει. Ακόμη και η διάχυση του φωτός, αυτή η διάσημη δέσμη κενού αέρα, έχει χαθεί.

Εχω την εντύπωση ότι ο ίδιος ο χρόνος είναι μια θυσιαστική ζώνη.

Ο θάνατος, τόσο συχνός και ακάλεστος, έχει μετατρέψει τους θεατές σε αγάλματα που παρακολουθούν τη ζωή μου. Βαδίζω με χαμηλά βήματα. Σχεδόν επιπλέω. Και να ήθελα να υπάρξω αλλιώς, δεν γίνεται. Είναι τόσα τα μάτια του ουρανού πάνω στην πλάτη μου, που φτάνουν έως το αίμα.

Η βιογραφία του ανθρώπου είναι το αίμα. Που τον πολιορκεί.

ΚΟΙΤΑΖΩ αυτό που μοιάζει με ζωή. Αυτό που κάποτε θεώρησε ότι μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωή, ότι είχε τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε ζωή. Κοιτάζω αυτό το μεταμφιεσμένο, υγρό πράγμα που υποδύεται τη ζωή, που έχει προστεθεί στη ζωή της και κάνει τη ζωή. Στο κρεβάτι μου το σεντόνι είναι τσαλακωμένο. Από το παράθυρο οι νεκροί συνεχίζουν να περνούν.

Μοιάζει με Δευτέρα Παρουσία, αλλά δεν είναι. Είναι ο ανάποδος όρος, το αντίστροφο νόημα, η αντίθετη κίνηση αυτού που ονομάζεται ζωή.

Κλείνω τα μάτια και την ακουμπώ. Είναι νεκρή, παγωμένη, ακίνητη. Εχει γίνει συνώνυμη του θανάτου.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=220306

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ: ΤΑ ΣΙΩΠΗΛΑ ΛΑΦΥΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ



(κείμενο της Παυλίνας Παμπούδη στο περιοδικό POETIX για το βιβλίο ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ. Μεταίχμιο, 2009)

Δυο μέρη σιωπής, ένα μέρος λέξεις: Αυτή είναι η συνταγή μιας αναψυκτικής, ελιξήριας ποίησης.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος αδειάζει στο γυάλινο μέτρο της μοναξιάς του τον αφρό και το κατακάθι των ημερών. Προσθέτει σταγόνες ηδύποτης λύπης κι άλλα μυστικά συστατικά, καθώς και αρωματικά πικρά και αψιά από παιδικές μνήμες. Ρίχνει μετά έναν έρωτα με το κουκούτσι του, και ανακατεύει με θρυμματισμένο πάγο από ψυχή. Στο τέλος, φτύνει τον εαυτό του: Παραχαϊδεμένο παιδί, οργισμένο έφηβο, νηφάλιο ενήλικα, τον εκσφενδονίζει κατάμουτρα στον καθρέφτη:

Τρεις αλλαξιές φαντάσματα / Για να μπερδεύουν τον καθρέφτη

Αυτοβιογραφείται, επηρμένος και απολογούμενος: Αρχίζει με απολογισμό:

Εγώ πάντα ήμουν /Χαμηλού δείκτη προστασίας / Χαμηλών ποσοστών συμμετοχής / Χαμηλής περιεκτικότητας σε λύσεις (...) Έτσι έζησα/ Όλη μου τη ζωή/ Σε υψηλές κλίμακες.

Είναι ένας ευγενής χειρώναξ που δουλεύει διπλοβάρδια τη ζωή του, προμηθευτής και καταναλωτής των υλικών της, αποστασιοποιημένος, σαν να μην τον αφορά και πολύ (αλλά αναγκασμένος, σαν να την αφορά εκείνος) - και περιφρονώντας τα φιλοδωρήματά της. Δεν της έχει μεγάλη εκτίμηση. Ούτε εμπιστοσύνη:

Η ζωή μια τρύπα.

Είναι ποιητής της πόλης, συγκεκριμένα, ποιητής δρόμου - μικρών αποστάσεων. Αν τύχει να απομακρυνθεί, φέρεται πολύ προσεχτικά:

Μετακινούμαι μόνο κάτω από υπόστεγα / Για να μη στάζουν οι παραλίες στα μάτια μου.

Πάντως, συχνότερα κρύβεται, υποδύεται τον εαυτό του, έγκλειστος πίσω από τα (οχυρωματικά) έργα του, φρουρούμενος από ανύπαρκτα υπάρχοντα. Αρέσκεται να ζει με τη διαδικασία του επείγοντος, μέσα σε μινιμαλιστικό σκηνικό και υποτυπώδη σκηνοθεσία που κινεί ελάχιστα τα συμβάντα από και προς το παρελθόν, από και προς το μέλλον του. Σε χρόνο σχετικό και άσχετο:

Είναι πάντα πεντέμισι.

Στους τοίχους πίσω και μπροστά του προβάλλεται συνεχώς (δεν φωτίζεται πάντα) μια γυναίκα: μητέρα, κόρη, ερωμένη - όλες οι γυναίκες μαζί –, εικόνα προστασίας, παραμυθίας, αναφοράς. Μια πανταχού παρούσα παρουσία, δοσμένη με σχέδιο κάπως αφηρημένο, αλλά με χρώματα έντονα, τοξικά και διαβρωτικά:

Μεταξύ μας / Όλον αυτό τον καιρό / Δεν παριστάνω τον θλιμμένο // Απλά καμιά φορά / Αναρωτιέμαι αν υπάρχεις.

Η Παρουσία γίνεται αντιληπτή κυρίως μέσω της απουσίας:

Έφυγες απ’ το σώμα μου / Και ξέχασες τα μάτια σου αναμμένα.

Ή μέσω του τάματος για την πραγμάτωση της επιθυμίας να υπάρξει ξανά η τάξη του κόσμου:

Θα σιωπώ / Μέχρι να ξαναγίνουν όλα / Καλαμιές και αμμόλοφοι.

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ως ποιητής, λειτουργεί μέσω κλειστού κυκλώματος – όπως συμβαίνει και στο μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου, το οποίο συχνά εναλάσσει - σε ίσες αναλογίες - με το ποιητικό.
Η πρόζα του είναι συμπαγής, ακέραιη, μέχρι να επιτρέψει να εισχωρήσει μέσα της ο ποιητικός ρυθμός· και να την αναποδογυρίσει, καθορίζοντάς την με αμετάκλητο τρόπο.
Στη γραφή του τα είδη ανακατεύονται. Γίνεται δήθεν κοινωνικός, ευπροσήγορος, αφήνει να διαφανεί κάποιος κρυφός διάλογος στους μονολόγους του, καθώς καλλιεργεί, συντηρεί και εκμεταλλεύεται στενές ή επιφανειακές σχέσεις με ετερόκλητα στοιχεία και στοιχειά, με ζώντες και τεθνεώτες.

Σ’ αυτό εδώ το όγδοο βιβλίο του, τον στηρίζουν και τον ερεθίζουν, τον βοηθάνε και τον κοντράρουν η Κατερίνα Γώγου, οι Pink Floyd, ο Paul Elyard, ο Γιώργος Βέλτσος, ο Rene Char, ο Jim Morisson, ο Γιάννης Βαρβέρης κ.α. Βάζει συχνά μότο ή τίτλο στίχους ποιητών και τραγουδοποιών, συνομιλεί μαζί τους ή και τους ενσωματώνει, κοιτάζει με το δικό του φως (ή σκοτάδι) κάποια πολυπρισματική ιδέα, την μπολιάζει στον κορμό του δικού του ποιήματος, την ωθεί σε άλλες κατευθύνσεις και, έτσι, εξελίσσει την ποίηση:

Γράφω ένα ποίημα / Μετά αφαιρώ τα ρήματα / Τα ουσιαστικά / Τα επίθετα / Τους συνδέσμους και τις μετοχές / Μένει μόνο ο ίσκιος του / Κάτι άναρθρα άρθρα / Και μερικές προθέσεις / -Ανέντιμες - / Τα τσαλακώνω / Και τα ρίχνω στην τσέπη μου // Δεν θα μάθω ποτέ / Πώς γράφεται / Ένα ποίημα // Καλύτερα / Να κόψω τα χέρια μου / Ή να ρωτήσω // Την Έμιλι Ντίκινσον.

Κάτω απ’ την πόρτα ασφαλείας των ποιημάτων του γλιστράνε κάπου κάπου, σαν πολύχρωμα διαφημιστικά φυλλάδια, μνήμες από τόπους «διακοπών». Εκείνος, με υπομονή, χαρτογραφεί την ουτοπία του.
Στους στίχους του μπαίνει η Σέριφος, η Νάξος ξεβάφει, περνά η Σαντορίνη, κινδυνεύει να χυθεί η Αμοργός, ανασυντάσσονται οι Κυκλάδες – όλοι αυτοί οι μη τόποι αναγνωρίζονται ως υπολείμματα κάποιας βυθισμένης Ατλαντίδας στην αυλή του σπιτιού των παιδικών του χρόνων.

Οι αναδρομές / επιδρομές στα παιδικά χρόνια είναι συχνές, και πάντα κομίζουν λάφυρα. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος ανασύρει κάθε τόσο τα δικά του παιχνίδια: ένα αεροβόλο, κάτι σημαιάκια, λούτρινα ζώα, χαρταετούς, μολυβένια στρατιωτάκια, ένα ποδήλατο – ολόκληρη την τρομαχτική Λιμνούπολη, όλους τους στοιχειωμένους ήρωες των κόμικς – και τα ταχτοποιεί στα κοιλώματα και τα εξάρματα των ποιημάτων του. Ανασύρει και παραμύθια, από αυτά όμως κρατά μόνο τον μαύρο καμβά τους και υφαίνει πάνω του τις δικές του λευκές λέξεις. Στήνει:

Ένα μνημείο πεσόντων / Υπέρ ουτοπίας.

Πάντως, πολλές φορές - δεν μπορεί να κάνει αλλιώς- υποδύεται και τον μέτοχο: Θυμάται άλλους ρόλους, δεν μιλάει μόνο εκ μέρους του. Τότε, στα ποιήματά του εγγράφονται και απόηχοι κουρασμένων επαναστάσεων / εκδρομών / διακοπών σε ηλιόλουστες ιδεολογίες:

Εγώ φταίω που τα συνθήματά μας ήταν πάντα παρατατικός / Και μιλάω για τη γενιά μου.

Τίποτα όμως δεν τον έχει κρατήσει ποτέ και δεν τον κρατάει για πολύ.
Επειδή:

Έχω ζήσει το μέλλον / Στις κερκίδες μιας κιθάρας ηλεκτρικής.

Και επειδή:

Ούτε κατάλαβα /Μετά από τόσες σχέσεις / Πού ξέχασα / Τα βατραχοπέδιλά μου.

Έτσι, βρίσκεται (και πάλι) (τελικά) μόνος, αναχωρητής, στην μπλε πολυθρόνα του δωματίου του, να αυτοαπασχολείται, ασκώντας την τέχνη του. Καθώς συνεχίζει να ψάχνει, εντοπίζει ίχνη ποιητικότητας σε παραφθορές φθαρμένων καθημερινών εκφράσεων, αρπάζει συχνά κάποιο σχήμα λόγου στον αέρα, όχι ως θήραμα, αλλά ως παιχνίδι που το δαγκώνει και το αφήνει και το ξαναπιάνει μέχρι να το εξαντλήσει.

Στο βάθος κάθε επιφάνειας και σε πείσμα κάθε κανόνα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος δεν ενδιαφέρεται ούτε να τραφεί ούτε να θρέψει. Είναι ποιητής: Ορφανός, ανάδελφος, άκληρος - αθώος, σαν να μην έχει γραφτεί ποτέ. Και το ξέρει:

Απαρηγόρητος συγγενής του εαυτού μου.

Είναι ποιητής: με προσωπική μοίρα και προσωπικό στίγμα. Και το ξέρει:

Έχω ράψει όλα μου τα ποιήματα / στο στόμα ενός μικρού παιδιού.


Παυλίνα Παμπούδη
περιοδικό POETIX, Άνοιξη 2010, τεύχος 3

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ: ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ


Χορταστική από κάθε ποιητική άποψη είναι η συλλογή Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις (Μεταίχμιο) του Σταύρου Σταυρόπουλου.
Ξεφυλλίζεις το βιβλίο και λες «Νύχτα είναι, θα περάσει», το διαβάζεις και λες «Σταύρος είναι, δεν θα περάσει».

Όμως δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο, καθώς ο ποιητής περπατά στην πόλη όταν οι λύκοι είναι εδώ ή μάλλον εκεί έξω και περνούν από μπροστά του κι εκείνος τους κάνει παρέα και τους κερνάει ποτά σε ξέμπαρκα μπαρ, μιας και τα εγχειρισμένα χρόνια του είναι ψίχουλα που τα τσιμπάνε τα αγριοπερίστερα και ο φόβος είναι συλλεκτικό κομμάτι (και όλοι έχουμε γίνει μανιακοί συλλέκτες του τελευταία) και οι Κυριακές έγιναν υπόστεγα όπου βρίσκουν καταφύγιο οι ποιητές – μόνο που βρέχει ανηλεώς και το υπόστεγο έχει μεγάλες τρύπες…

Μπράβο Σταύρο, και σε άλλα με υγεία.

Ντίνος Σιώτης
περιοδικό poetix, άνοιξη 2010

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣΜΟΥΣ; (ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ)


ΣΤΟΝ κόσμο η νύχτα ήταν αποκλειστική. Η μηχανή πάρκαρε μόνη της κάτω από το παλιό σπίτι. Ο αναβάτης της ήταν αόρατος. Μπορούσες να τον διακρίνεις μόνο μέσα απ' τη σκιά της ιστορίας, που χαλασμένη σκορπιζόταν τριγύρω. Οι ώρες είχαν γεμίσει αγάλματα.
Η ίδια κόκκινη λίμνη φωτός. Η ίδια απέναντι θάλασσα. Ενα μεγάλο όμικρον - από το ρήμα ουρλιάζω. Κανένα λούτρινο αρκουδάκι. Κανένας χειμών, βαρύς. Ο καιρός τελείωνε.
Από πουθενά δεν μύριζε κέικ σοκολάτα με καβουρντισμένα αμύγδαλα.

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ κανείς να μιλήσει για τρέλα - αλλά δεν ήταν. Μόνο ψεύτικα πόδια, ασπρόμαυρα σχέδια, πεθαμένα πλήκτρα. Πάνω στις κολόνες του λαιμού είχαν δημιουργηθεί αετώματα. Σαν τελευταίες εγκοπές από έναν άγνωστο γλύπτη· για να χωρούν την αρρώστια. Οπως ήταν μαζεμένο το ύφασμα της σάρκας, ξεχώριζες καθαρά από κάτω τον τρόμο. Τα γουρλωμένα μάτια έδειχναν μελλοθάνατο.

ΜΕΤΑ σκεπάστηκαν όλα από μια απορία. Τα προηγούμενα γράμματα μουρμούριζαν τέλος. Η στίξη είχε χαθεί. Τίποτε δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει με την περούκα του ηθοποιού. Η ερμηνεία, όσο καλή και να είναι, κάποτε τελειώνει.

Εκείνος είπε: Δεν είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.

Εκείνη είπε: Σημασία έχει να υποκρίνεσαι.

Εκείνος είπε: Τι κάνεις όταν σβήνεις; Πώς παραμένεις ορατή;

Εκείνη είπε: Είμαι μόνο ένα μάτι. Δεν βλέπει. Δεν βλέπομαι.

Εκείνος είπε: Εγώ σε είδα. Βρήκα ένα ανοιχτό σώμα. Ενα μεθυσμένο μυαλό.

Εκείνη είπε: Τίποτε από μένα δεν φαίνεται.

Εκείνος είπε: Κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός λαός που μυρίζει λάθος σάρκα από λάθος αγγίγματα.

Εκείνη είπε: Αν δεν παίξω, θα τρελαθώ. Εχω γεμίσει φονιάδες. Και κατευθύνονται προς το μέρος σου.

Εκείνος είπε: Ασ' τους. Κατευθύνονται χωρίς λύπη.

Εκείνη είπε: Οταν γεννήθηκα, πέθανα. Εμεινε αυτό το λιγνό σώμα. Που λιγοστεύει.

Εκείνος είπε: Ανέβηκα τις κερκίδες για να χορέψω, αλλά ήταν σπασμένες οι μασχάλες σου.

Εκείνη είπε: Ο ουρανός είναι εναντίον μου. Ολα τα φιλιά είναι σκεπασμένα με στάχτη.

Εκείνος είπε: Η αγκαλιά σου είναι ένα μαραμένο απόγευμα. Ενα κρεμασμένο κοστούμι στο δωμάτιο. Μια αλλαξιά δεμένα χέρια.

Εκείνη είπε: Κοίτα. Κάθομαι στα βράχια. Θα μου κάνεις κακό;

Εκείνος είπε: Είσαι φωτογραφία. Οταν γίνεις ζωή, θα σου φυσήξω μουσική. Να την αντέξεις.

Εκείνη είπε: Πες μου, πιστεύεις στους χωρισμούς;

Εκείνος είπε: Πιστεύω στο φως. Και στην αποδεκατισμένη σιωπή.

ΑΡΧΙΣΑΝ τότε όλα να επιστρέφουν στο μέρος όπου γεννήθηκαν. Ο κόσμος ήταν στην αρχή ακατοίκητος, μετά καινούριος. Εγκαταστάθηκε σε μια μοναξιά και από εκεί ξεκινούσε.
Σαν σημαδούρα επέπλεε το παλιό για να δείχνει το νέο που έρχεται.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=217909

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

ΜΕ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΖΥΡΑΝΝΑ


Απλωνε στις εταζέρες, στο σερβάν, στις εσοχές των τοίχων και πάνω σε κρεβάτια, που δεν χρησιμοποιούσε, τα μικροαντικείμενα. Κούκλες, κύκνους, γυάλινες σφαίρες, μια κουκουβάγια, δώρο της θεάς Αθηνάς· έναν Αδωνι, δώρο της θεάς Αφροδίτης· ένα ζαρκάδι, δώρο της θεάς Αρτέμιδος· έναν άγιο Σεβαστιανό, δώρο του νεκρού Τόνι...

Τ' αγόρια την αγαπούσαν· τα κορίτσια τη ζήλευαν. Πάντα τα κορίτσια ζηλεύουν. Ομως αυτή περπατούσε στον δρόμο και άνοιγαν οι πόρτες, το πλήθος έκανε τόπο να περάσει. Οι νέοι τη θεωρούσαν μεγάλη, και οι γριές, νέα. Αυτή είχε βρει έναν τρόπο να διαφεύγει. Επρεπε να διαφεύγει. Πάντα, για να μένει μόνη. Αυτή και ο θάνατος. Τον κοιτούσε στα μάτια. Προσπαθούσε να τον ξεγελάσει. Να τον κάνει να ξεχάσει τον ρόλο του. Πολλές φορές το πέτυχε. Για μέρες δεν πεθαίνει κανείς στην πόλη! Ολοι οι άρρωστοι έγιναν καλά! Περπατούσαν. Ετρωγαν. Ομως αυτός όταν συνερχόταν και φορούσε το σακάκι του και κατέβαινε τα σκαλιά να φύγει, όλα γύριζαν όπως πριν.

Απελπιζόταν. Καθόταν στην καρέκλα και άρχιζε να γράφει. Ατελείωτα χαρτιά. Ατελείωτες πένες. Μελάνια από όστρακα. Μελάνια από σουπιές. Μελάνια από μαύρα φίδια. Μελάνια από κοράκια. Εδενε τα χειρόγραφα. Αλλαζε τίτλο. Υπότιτλο. Και παρέδιδε το νέο γραφτό της.

(Γιώργος Χρονάς)


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΟΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=23/10/2010&id=215840

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


ΟΛΟΚΛΗΡΟ το τοπίο λέει ένα πράγμα. Λες και ανακοινώνει σαν βαρύτιμο έπαθλο την απελπισία του. Υπενθυμίζει την ενοχή του σε ό,τι αντιγράφει την ιστορία του.
Εμεινε να σκαλίζει αυτό που ονομάζεται τοπίο. Ούτε θρίαμβος ούτε χρόνος. Οι ιστοί έχουν σπάσει. Το τοπίο επωάζει έναν μοιρασμένο θάνατο με μακρινές κραυγές. Και δέχεται. Το σμήνος των ανθρώπων, σκαρφαλωμένο. Στην οροφή της σάρκας του.

ΒΛΕΠΩ αυτό το πρώην τοπίο. Αυτήν τη φωτογραφία τοπίου, απλωμένη να μαραζώνει. Είναι νύχτα. Τίποτε γύρω μου δεν υψώνεται. Κανένα πρωινό. Καθένας απ' τους περαστικούς έχει τουλάχιστον τρία ονόματα. Το ένα εξηγεί το πρόσωπο, τα άλλα δύο τον προορισμό. Προορισμός του τοπίου είναι ο αβοήθητος άνθρωπος.

Το πλαισιώνουν ζωές. Οδηγημένες, ζωές που μοιάζουν να τις ακούμπησε εκεί κάποιος ερασιτέχνης θεός για να κάνει την τελευταία του κίνηση.

ΟΛΑ στηρίζονται στην κορυφή ενός αβγού. Το αβγό είναι ψεύτικο. Για να μπορέσεις να αγκαλιάσεις το τοπίο πρέπει να είσαι ψεύτικος, τεντωμένος. Ασπαστος. Να χωράς το τίποτα. Αλλιώς, το τοπίο σε απορροφά. Σε κάνει ένα αόρατο, βυθισμένο σύμβολο. Μια άχρηστη ζωγραφιά στην άκρη.

ΕΓΩ είμαι χθες. Κουβαλάω τα κεραμίδια μου για να σκεπάσω αυτό που λέει το τοπίο. Αν θέλεις να σώσεις το τοπίο, το σκοτώνεις. Δεν φοβάμαι, θα το γεννήσω ξανά. Είναι ο μοναδικός τρόπος για να το αθωώσω.

Προσθέτω τα μάτια μου πάνω του. Το διορθώνω. Σχεδόν μπλε, θυμίζει εξώφυλλο λύπης. Περασμένης δεκαετίας. Ξαναγράφω αργά τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Βαπτίζω τα όριά του. Το τοπίο χαμογελά.

ΚΟΙΤΑΖΩ αυτό το ξανά τοπίο, μετά. Και υψώνεται. Κάθε τι εξηγεί τη σημαντικότητά του και την εμφανίζει μπροστά μου. Εχουν εξαιρεθεί οι απογοητευτικές λεπτομέρειες. Η οθόνη είναι μοναδική. Τρέχουν νερά. Η μουσική ποτίζει τα πλακάκια αυτής της αυτοσχέδιας κορυφής και την κάνει να δείχνει ακόμη ψηλότερη. Διέρχεται τις αιώνιες κλίμακες με δέος.

ΕΙΜΑΙ μόνος σ' αυτό το μέρος που μοιάζει με ύφασμα του εαυτού μου, μόνος σ' αυτή την ευλογημένη περιδίνηση πριν από την πτώση. Η πανοπλία μου έχει ανοίξει. Μέσα της μπαινοβγαίνουν πουλιά. Με γεύση καραμέλας.

Αυτό που λεγόταν τοπίο έχει χαθεί. Το πρώην τοπίο έσβησε. Τη θέση του έχει πάρει μια φωτογραφία. Ξαφνικά, όπως ανάβουν οι φωτογραφίες, το νερό αρχίζει και χαϊδεύει τα χαρακτηριστικά μου. Αναδύεται σιγά σιγά το περίγραμμα. Φωτίζεται. Μετά, το κυρίως θέμα. Η ουσία. Η αύρα.

Θα γεννηθώ ξανά με άφτιαχτο πρόσωπο. Στο προαύλιο αυτής της αιώνιας φωτογραφίας, να κουβαλήσω το τοπίο. Σαν σαλιγκάρι.

ΕΚΕΙ είναι το μέλλον που θα αλλάξει τη γη. Στο αναμμένο αυτό τοπίο θα κατοικήσει αδιάλυτο το σμήνος των ανθρώπων. Και οι φυλές τους, καθαρές. Σκαρφαλωμένες, στην οροφή της σάρκας του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=215881

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ


Ευχαριστώ το blog "Ασυναρτησίες" και όλους όσους δημοσιεύουν τις λέξεις μου με αυτή τη συχνότητα στο διαδίκτυο.
Είναι εντυπωσιακό να ανακαλύπτεις κάθε φορά πόσους άγνωστους φίλους έχεις. Να βλέπεις τα λόγια σου να γίνονται απαντήσεις στα χείλη ανθρώπων που ίσως δεν συναντήσεις ποτέ.




ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://asunartisies-ds.blogspot.com/2010/09/blog-post_2977.html

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

ΑΕΡΙΚΟ


Το τραγούδι του Peter Green που χρησιμοποιεί η aeriko στο βίντεο είναι το "Slabo day" από τον δίσκο του "In the skies". Και είναι από τα αγαπημένα μου.
Είναι πολύ ωραίο να ανακαλύπτεις σε ανθρώπους που δεν σε ξέρουν καθόλου, πόσο καλά σε ξέρουν.
Την ευχαριστώ για το βίντεο και την αγάπη της.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ



http://www.youtube.com/watch?v=1yAVOJ7Qiq0
http://aeriko-moments.blogspot.com/2010/01/blog-post_04.html

ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΑΝΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΚΡΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ


ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Βάζει στις χούφτες τα μυαλά της και γυρίζει την πλάτη στο επάγγελμα γράφει την ερώτηση στον τοίχο και μετράει γουρούνια για να κοιμηθεί Εντάξει πού και πού κλαίει όνειρα τις αργές ώρες κάνει ρεσάλτο στο υγρό χρυσάφι των Κελτών πότε – πότε λέει ψέματα στα καθωσπρέπει παιδιά του σχολείου αλλά όταν βουτάει στο δρόμο ξέστηθη χορεύει πάνω στα οδοφράγματα και δεν ξεχνά ότι αρχίζει από το ίδιο γράμμα με τον Έρωτα.



Νάντια Γαβαλά, 38 τριαντάφυλλα, εκδ.Δωδώνη

ΜΕ ΤΟ ΤΟΜΑΡΙ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ

Η ποίηση της Νάντιας Γαβαλά είναι μια ποίηση χωρίς σκουφάκι. Στο πρώτο της ποιητικό βήμα παρουσιάζει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε – κυρίως – το κίνητρο. Και το κίνητρο είναι η ασφυξία: Όχι της ζωής, όχι της έκφρασης του έρωτα, αλλά η ασφυξία με την οποίαν μας κερνάει ο χώρος στον οποίον μεγάλωσαν τα πιο κρυφά όνειρα.
Ο συμβολισμός της Γαβαλά είναι το καθρέφτισμα αυτού του εκτυφλωτικά άδειου χώρου της ουτοπίας, αυτού του μη – τόπου, που όμως θα μπορούσε, υπό προυποθέσεις, να βγάλει το κεφάλι του ξανά, δειλά δειλά, έξω, αποκτώντας μια πιο ουσιαστική και καθορισμένη εκδοχή.
Οι δρόμοι των Εξαρχείων, η πόλη – έρημη από πάθη, έρημη από δράση, η παλιά πλατεία που ξέμεινε, σαν πλάνο του σινεμά, μια μπύρα ξαπλωμένη στο παγκάκι, και γύρω γύρω οι άνθρωποι, «ένα τσιγαράκι, ρε φίλε», φιγούρες του χθες, ηττημένοι, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνουν νικητές, με τα φτερά του αετού στην πλάτη τους, μπορεί μαδημένα – τι σημασία έχει; - η σελήνη, ένα λευκό φως, ο ουρανός παντού, μια μαύρη μπογιά.

Στις γωνίες είναι αραδιασμένος ο νόμος. Φυλάει καρτέρι, για να μην χωρέσει, να μην μπορέσει να μπει το καινούργιο. Και τα ποιήματα; Αποταμιεύουν κόκκινο στις τσέπες της σιωπής, στις τσέπες του μέλλοντος. Άλλοτε σπινθηρίζουν θύελλες, άλλοτε εύχονται κολάσεις, άλλοτε αφισσοκολούν στα σύννεφα το τελευταίο τους έργο. Άλλοτε πάλι, ψάχνουν για έναν αετό. Ή για ένα όπλο.
Ένα είναι το σίγουρο: Αυτά τα τριάντα οκτώ – επονομαζόμενα και τριαντάφυλλα – ποιήματα, σφηνωμένα στην κάννη του P38, γράφουν μια πρόταση μεταμόρφωσης και εξιδανίκευσης του κοινωνικού πλαισίου. Όχημα, η επαναστατική βία. Το αν είναι πολιτική αυτή η πρόταση ή αμιγώς λυρική, νομίζω λίγο ενδιαφέρει. Άλλωστε, είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι η ποίηση κάνει καλύτερα τη δουλειά της όταν είναι άοπλη.

Η αύρα των ανθρώπων που έζησαν και έγραψαν για την πλατεία, της Κατερίνας Γώγου, του Τεό Ρόμβου, του Λεωνίδα Χρηστάκη, του Νικόλα Άσιμου, του Νίκου Μπαλή, είναι εμφανώς παρούσα σ’ αυτή τη συλλογή, πυκνώνοντας τις γραμμές της και δημιουργώντας μια αλυσίδα περιφρούρησης για τους στίχους της. Ένα μπλοκ διαμαρτυρίας, μια πλανόδια υπερβολή, που μέσα στην υποκειμενικότητα και τον καταιγισμό των επιθέτων της, πασχίζει να διέλθει αλώβητη τα σκοτάδια των δρόμων. Και να τολμήσει το όνειρό της: Αδιαφορώντας για το χειροκρότημα του κοινού, να αγκαλιάσει την επανάσταση, τις νύχτες, με φτερά πεταλούδας.
Αυτή η ποίηση είναι μια πανοπλία, ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο, ένας ακτιβισμός δωματίου. Ένα άδειο μπουκάλι Jameson. Γύρω της, μαζεύονται οι νεκροί: Καπνισμένοι απ’ το χρόνο, ασεβείς γιατί έτσι τους αρέσει, ντυμένοι με το τομάρι των ζωντανών.

Όπως και στον Μπλοκ, ή ακόμα, ακόμα, και στον ωμό, καταγγελτικό χαρακτήρα του Γκίνσμπεργκ, τα «38 τριαντάφυλλα» έχουν δυο βασικές κατευθύνσεις: Μία ατομική – της αυτοκάθαρσης. Και μία συλλογική – της επανάστασης.
Η Γαβαλά δεν προκρίνει καμία, προτιμά να ασωτεύει -αν και αποφαίνεται: «Οι πράξεις θα πράξουν». Όπως έπραξε η Σαρλότ Κορντέ, βυθίζοντας το μαχαίρι στο στήθος του Ζαν Πωλ Μαρά, στην Γαλλική Επανάσταση.

Λένε πως οι ποιητές δεν έχουν την κοινή λογική, είναι εκκεντρικοί, σε βαθμό τρέλας. Μα, η κοινή λογική είναι η γνωστότερη εκδοχή επιβεβλημένης τρέλας. Αυτή που βασανίζει την καθημερινότητά μας, υψώνοντας τείχη, σκορπίζοντας δισταγμούς ή μοιράζοντας αιωρήσεις. Ο ποιητής έχει μια φυσική τρέλα. Και την χρησιμοποιεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, εις βάρος του.
Το στοιχείο της αυτοκαταστροφής υπάρχει μέσα στις σελίδες του βιβλίου της Νάντιας Γαβαλά, γεγονός που μας επιτρέπει να μιλήσουμε με σιγουριά για ποίηση: Ποίηση με θέση, που αποκαλεί προδοσία την ουδετερότητα, και σε κάθε περίπτωση, δίνει αφορμές για έντονες και ενδιαφέρουσες θεωρήσεις.

Σταύρος Σταυρόπουλος, περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, Τεύχος 512. Νοέμβριος 2010


< Η Νάντια Γαβαλά είναι καθηγήτρια σε ΙΕΚ και τριτοετής φοιτήτρια στο ΕΑΠ στο πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό». Έχει τέσσερις κόρες, τρία διαζύγια, τρεις γάτες και μια περίεργη σχέση με τον έρωτα και τον θάνατο. Το 38 τριαντάφυλλα είναι το πρώτο της ποιητικό βιβλίο.>

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ FLORAL





(από την εκδήλωση στο Floral, Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010)

Υπάρχει μια φράση, ένας πολύ όμορφος στίχος του Γιώργου Κακουλίδη, που όταν τον είχα διαβάσει, πριν πολλά χρόνια, μου είχε γεννήσει ερωτηματικά. Ο στίχος είναι: Να μεγαλώνεις την κόλαση όπου τη βρίσκεις.
Μέχρι τότε πίστευα ότι οι προσπάθειές μας τείνουν στο να την εξαφανίσουμε.
Αργότερα κατάλαβα ότι για να νικήσεις την κόλαση θα πρέπει να αντέξεις να ζήσεις μέσα της, μεγαλώνοντάς την.
Το βιβλίο αυτό είναι μια κόλαση, μια άλλη εποχή στην κόλαση, και το μόνο που ελπίζω είναι να καταφέρω να την μεγαλώσω αρκετά. Τόσο, ώστε να την νικήσω.

Ευχαριστώ πολύ το καφέ-βιβλιοπωλείο Φλοράλ για την πρόσκληση και την ευκαιρία που μου έδωσε να βρεθώ εδώ, σ’ αυτόν τον χώρο που είναι γεμάτος από ιστορικές μνήμες. Αυτή η πλατεία είναι η δική μας Ακρόπολη, η δική μας Πνύκα, ο δικός μας Φιλοπάππου.
Ιδιαίτερα ευχαριστώ τον Γιώργο Θαλασσινό που αγάπησε αυτή την εκδήλωση πριν καν συμφωνηθεί.
Ευχαριστώ τον Σαράντη Κορωνάκο και τον Λεωνίδα Καραγκούνη των εκδόσεων Απόπειρα. Ακόμη, τον Γιώργο Κακουλίδη, την Μαρία Χρονιάρη και την Όλια Λαζαρίδου, που ήταν απόψε μαζί μου.
Τέλος, ευχαριστώ τον Γιώργο Χρονά και την Μάνια Τεγοπούλου, που φιλοξενούν, επί δύο χρόνια, κάθε βδομάδα, στην Ελευθεροτυπία, αυτά τα «περίεργα» κείμενα της στήλης Νύχτα είναι, θα περάσει. Και με τιμούν πολύ.

Πολλές φορές σκέπτομαι ότι μισώ τη λογοτεχνία. Γιατί μου στερεί την δυνατότητα να ακούω μουσική. Την ίδια στιγμή, όμως, την αγαπώ. Πολύ. Γιατί, ακριβώς, μου υπενθυμίζει την αξία της έλλειψής της.
Αυτά τα δυο αντίθετα συναισθήματα έχουν ένα κοινό παρανομαστή: Την μουσική. Σε μένα, ό,τι αφορά την λογοτεχνία, προέρχεται απ’ τη μουσική. Πίσω από ό,τι έχω γράψει υπάρχει πάντα ένα τραγούδι.

Νομίζω ότι αν ο David Bowie δεν είχε ηχογραφήσει το 1972 το Rock’n’roll suicide, δεν θα γινόμουν συγγραφέας.

Να είστε όλοι καλά και να μην φύγει κανείς. Είναι η ώρα της μουσικής.

Σταύρος Σταυρόπουλος


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ
http://goo.gl/TTaL

(Photo: Σπύρος Κατωπόδης)