Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ ΚΟΣΜΩΝ


ΧΤΕΣ, είδα μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από κόσμους στον ύπνο μου. Ηταν τυλιγμένοι με σαντιγί για να διαφεύγει από μέσα αόρατο το περιεχόμενό τους. Κρατούσαν άσπρα κεριά που ασήμιζαν μέσα στην πάχνη του ονείρου. Στα αχάιδευτα σώματά τους στεκόταν μια αντίρρηση: Γι' αυτό που υπήρξαν, γι' αυτό που είναι, γι' αυτό που σε λίγο θα καταστούν.
Ακόμη και οι νεότεροι είχαν ασπρίσει. Κάθησαν όλοι γύρω μου και με κοιτούσαν. Με τα κουρασμένα, κενά μάτια τους. Μόνο κοιτούσαν. Και με δέος, για ό,τι δεν κερδηθεί ποτέ.

ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ λέξεις, υποτιτλισμός, μετάφραση. Οι τοίχοι ήταν πτυσσόμενοι. Καθένας που έμπαινε, τους μετακινούσε για να χωρέσει. Και ήταν αμίλητοι γιατί ήταν το τέλος εποχής και είχαν έρθει να απολογηθούν χωρίς λόγια.
Η πιο έντιμη απολογία είναι το βλέμμα. Στέκεσαι σε μια κολόνα, σχεδόν την παρακαλείς να σε συμπεριλάβει στον όγκο της, να σου παραχωρήσει κάποια τετραγωνικά ζωής, την αγκαλιάζεις, και κοιτάς. Οπως κοιτάμε τη θάλασσα. Με χαμηλό βλέμμα.

ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑ να αγγίξω κάποιους για να σιγουρευτώ. Ηταν αδύνατον. Στα όνειρα απαγορεύεται η σαρκική επαφή. Τα σώματα στο περιβάλλον αυτό είναι αμόλυντα. Πρέπει να διατηρηθούν άυλα, αβαρή. Το ανέφικτο είναι μεγάλος στόχος.
Ημουν υποχρεωμένος να γράφω τη σιωπή τους σε μικρούς παπύρους και να αρχειοθετώ. Να συντάσσω την αδυναμία εκπλήρωσής τους.
Όλες οι εκδοχές ζωής ήταν εκεί, όμως αμίλητες. Μεταχειρισμένες. Μια ζαρωμένη εικόνα, χωρίς φωνή, που παρέμενε άγνωστη στις έξοχες πολιτείες.

ΜΕ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ, το κρεβάτι γέμισε ρούχα. Εμοιαζε με βεστιάριο θεάτρου, οι κόσμοι είχαν φύγει γυμνοί. Παρουσιάστηκε μπροστά μου ο Καρυωτάκης, ντυμένος επίσημα. Μου ζήτησε να του ιστορήσω τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου. Ο Λωτρεαμόν, με δυο κούτσουρα που έβλεπαν από τη θέση των καμένων ματιών του. Πέρασε ο Μαλαρμέ, πάνω στο σκουριασμένο του ποδήλατο, «αφήνοντας πάντοτε από τα μισάνοιχτα χέρια του να χιονίζει μπουκέτα λευκά από αρωματισμένα άστρα». Μου είπε: «Να αγαπάς τις λέξεις περισσότερο για το πιθανό τους νόημα, παρά για το πραγματικό». Και έφυγε, πριν προλάβω να το υποσχεθώ.

ΜΕΤΑ έφυγαν και οι άλλοι: Οι ποιητές, οι τοίχοι, τα γράμματα. Το όνειρο διαλύθηκε. Εξαπατήθηκε απ' τον δελεασμό του ήλιου.

ΟΤΑΝ ο άνθρωπος αρνηθεί τον εαυτό του από τη λάσπη, οι μέρες θα αποκατασταθούν. Και γεμάτες, με άπληστο τρόμο θα ζητήσουν νερό.
Ξέρω έναν κόσμο άθικτο, μακριά, χωρίς ξύπνημα, που διδάσκει η ομορφιά στα κελάρια του. Τα δειλινά του είναι από κύματα της αρχαιότερης λύπης και πάνω στο στήθος του έχει γραμμένο το θαύμα: πορσελάνινο θαύμα, με νερό, σαν βάζο που χωράει όλα τα όνειρα.

ΕΚΕΙ, η μόνη ηλικία που υπάρχει είναι η παιδική.

ΝΑ ΠΑΜΕ μια μέρα. Να μείνουμε.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=227560

Δεν υπάρχουν σχόλια: