Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2006

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΡΗΜΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ


Η τέχνη του καιρού μας είναι θορυβώδης, κάνοντας εκκλήσεις για σιωπή
- ΣΟΥΖΑΝ ΣΟΝΤΑΓΚ, Η αισθητική της σιωπής


ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΟΥ «La litterature et le droit a la mort» ( ελλην.μεταφρ. Νίκος Ηλιάδης, «Η λογοτεχνία και το δικαίωμα στο θάνατο», εκδ. Futura 2003 ) που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Critique στις αρχές του 1948, ο γάλλος διανοητής Maurice Blanchot ( 1907-2003 ) αναρωτιέται γιατί γράφουμε και που ακριβώς στοχεύουμε με αυτό. Αν ο συγγραφέας κατ’ επέκταση έχει περισσότερο ανάγκη το έργο για να υπάρξει ή το έργο τον ίδιο τον συγγραφέα για να καταστεί έργο. Τι απασχολεί τον συγγραφέα, τι «οπλίζει» το χέρι του τη στιγμή που ξεκινάει να γράψει, τι τροφοδοτεί την υπομονή και την έμπνευσή του; Η αυταρέσκειά του; Μια διάθεση ματαιοδοξίας που ξεκινά απ’ το μηδέν για να καταλήξει στο μηδέν, αφού όλα τα γράμματα και οι αριθμοί, όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Υφαντής, είναι μεταμορφώσεις αυτού του μαγικού σχήματος που λέγεται μηδέν; Η προσπάθεια να δει τον κόσμο και τον εαυτό του, αμφισβητώντας και τους δυο, πάνω στα ερείπια της γλώσσας; Ο αναστοχασμός μιας πραγματικότητας που δεν αποδέχεται ως τέτοια;

Ας υποθέσουμε ότι το έργο έχει γραφτεί. Μαζί του γεννήθηκε και ο συγγραφέας. Προηγουμένως δεν υπήρχε κανείς για να το γράψει. Με αφετηρία το έργο, υπάρχει ένας συγγραφέας που συγχέεται με το βιβλίο του, αφού είναι ο δημιουργός του. Υπάρχουν και οι αποδέκτες του, που είναι οι «άλλοι» (αναγνώστες, κριτικοί, εκδότες). Εδώ αρχίζει μια αλυσίδα παρεξηγήσεων: Ο συγγραφέας, αφού δώσει τη μάχη του, παρατηρεί τους άλλους να επιδεικνύουν ενδιαφέρον για το έργο του, διαφορετικό απ’ αυτό που ο ίδιος είχε φανταστεί, βλέπει να δίνουν σε αυτό άλλη διάσταση και οντότητα, που εν προκειμένω ο ίδιος αδυνατεί να αναγνωρίσει. Και το απορρίπτει. Απορρίπτοντας αυτό το μεταμορφωμένο έργο, αυτή την διαστρέβλωση έργου, αυτό που έχει γίνει πια έργο των «άλλλων», ο συγγραφέας απορρίπτει και τον εαυτό του ως δημιουργό. Το έργο του έχει εξαφανιστεί και μαζί του εξαφανίζεται και ο ίδιος. Εμφανίζονται τότε τα γνωστά αδιέξοδα, ο λαβύρινθος που θα πρέπει να διαβεί, ως Ρουβικώνα, η συνείδηση του δημιουργού.
Ο κίνδυνος να γράφεις για τους άλλους, για να αποκαλύψεις στους άλλους την δική τους φωνή, αυτή που δεν θέλουν να ακούσουν από τους εαυτούς τους, αλλά την αποδέχονται (;) από κάποιον τρίτο, εγείρει ερωτηματικά: Ποιανού είναι αυτή η φωνή; Ο συγγραφέας δεν την αναγνωρίζει ως δική του. Οι άλλοι αγωνίζονται να την απωθήσουν, να απαλύνουν έστω την έντασή της, γιατί είναι ενοχλητική και τους καίει σαν αλήθεια. Που ανήκει λοιπόν και κυρίως, πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποβεί;
Αυτή η φωνή έχει, νομίζω, μια μόνο μια κατεύθυνση: Να απειλήσει την αλλοτριωμένη λογοτεχνική γλώσσα μέσα απ’ τη μορφή, μέσα από μια χειροτεχνία του ύφους, και να την ξεπεράσει, καταργώντας την. Οφείλει αυτή η φωνή να επισημαίνει κάτι διαφορετικό κι απ’ το περιεχόμενό της, κάτι που είναι το ίδιο το περίφραγμά της, αυτό που την κάνει ακριβώς να επιβάλλεται ως Λογοτεχνία. Γράφει ο Roland Barthes στο δοκίμιό του «Ο βαθμός μηδέν της γραφής» (εκδ. Ράππα 1983, μεταφρ. Κατερίνα Παπαιακώβου ): «Η μορφή αιωρείται μπροστά στο βλέμμα σαν ένα αντικείμενο. Ό, τι κι αν κάνουμε, παραμένει ένα σκάνδαλο: υπέροχη, φαίνεται απαρχαιωμένη. Αναρχική, είναι ακοινωνική. Ιδιότυπη σε σχέση με τις εποχές ή τους ανθρώπους, είναι οπωσδήποτε μοναξιά».

Αν κάτι δηλώνει ανεπιφύλακτα την λογοτεχνική ενασχόληση, αυτό είναι η μοναξιά. Μια μοναξιά από λέξεις που σπεύδει να σηκώσει το βλέμμα της προς τα πάνω, ξεκινώντας όχι από το τι λέει ένα έργο, αλλά από το πως λέει αυτό που έχει να πει. Γράφουμε άλλωστε για τρεις λόγους: Είτε γι αυτό που είμαστε, είτε γι αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, είτε γι αυτό που νομίζουμε ότι είναι οι άλλοι. Και στις τρεις περιπτώσεις η μοναξιά είναι ίδια, το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: Βιώνουμε το αδιέξοδο μιας λογοτεχνίας, που άλλοτε προσπαθεί να διαφοροποιηθεί από αυτό που της επιφυλάσσεται να είναι - δημιουργώντας όμως παράλληλα τους δικούς της κανόνες, μέσα από τους κανόνες που καταλύει - και άλλοτε αρκείται στις συμβάσεις που την δημιούργησαν, σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους και αλλάζοντας μόνο το εξωτερικό της περίβλημα.
Ο Απολινέρ έδωσε τον απόλυτο ορισμό: «Κάνουμε κενές χειρονομίες ανάμεσα στις μοναξιές».

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 19/12/2006

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2006

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ



ΚΑΘΟΜΑΙ ΕΔΩ, στα Κιόνια της Τήνου, μια απ’ τις αποβάθρες του κόσμου, στην ταβέρνα του Μάνθου, που την γλείφει ένας αρρωστημένος νοτιάς, βλέπω απέναντί μου την Σύρο χαμένη μέσα στις φωτοσκιάσεις του νερού, και σκέφτομαι τους ήρωες των μυθιστορημάτων. Σκέφτομαι πόσο ψεύτικοι είναι, πόσο ανειλικρινείς, πόσο άπιστοι. Μεταπηδούν με τρομερή άνεση από βιβλίο σε βιβλίο, από συγγραφέα σε συγγραφέα, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα άλλοθι ζωής που να τους προφυλάσσει απ’ την ανυπαρξία τους, που να χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο της πραγματικότητας που δεν αντέχουν να ζήσουν. Μοιάζουν με σκουπίδια που μεταφέρονται από χωματερή σε χωματερή, με σπασμένα καράβια που η ξυλεία τους χρησιμοποιείται εκ νέου. Γιατί δεν έχουν φύγει ποτέ από τις σελίδες των βιβλίων, αφήνοντάς τις κενές, γιατί δεν έχουν πάει να γίνουν πραγματικά γέλια, θυμοί, μαγικά χαλιά, διήμερα στα νησιά, Κυριακές που τελειώνουν με την δύση του ηλίου; Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη απ’ αυτούς τους δειλούς γίγαντες που κρύβονται πίσω απ’ το δάκτυλό τους, προσφέροντας γη και ύδωρ για ένα πρωταγωνιστικό ρόλο, που φοβούνται να αυτοπροσδιοριστούν και να αυτοβιογραφηθούν, μήπως χαθούν από προσώπου γης. Πώς και δεν αυτονομείται κανείς τους, πώς και δεν σκοτώνει τον συγγραφέα του για να πάει να ζήσει σαν οδηγός λεωφορείου στο Παρίσι, σαν ελαιοπαραγωγός στην Σαντορίνη, σαν οδοκαθαριστής στο δήμο Μοσχάτου, σαν άλτο σαξόφωνο στην τζαζ ορχήστρα της Νέας Ορλεάνης;

Προτιμώ τα βιβλία που δεν έχουν ήρωες, περιττές περιγραφές. Μου αρέσουν οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις που μένουν πιστές στον δημιουργό τους, κι αυτός είναι ένας μόνιμος καυγάς με τον εκδότη μου που βλέπει τις νουθεσίες του να πέφτουν στο κενό. Οι αληθινές λέξεις είναι που αξίζουν – όχι οι ήρωες – και καμιά φορά είναι αυτές που πονάνε κιόλας. Ο πόνος, η οδύνη του τοκετού τους, το σχήμα και η μορφή τους, ο τρόπος που εκφέρονται και «γράφουν» στο χαρτί, ο ίσκιος τους, είναι τα βασικά πλεονεκτήματα ενός – για μένα – καλού βιβλίου. Η λογοτεχνία έχει κληρονομικότητα στον πόνο. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το «Ιατρείον ασμάτων» (εκδ. Μικρή Άρκτος) της καλής δημοσιογράφου Στέλλας Βλαχογιάννη που περιέχει αποσπάσματα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές της στο Δεύτερο Πρόγραμμα, ένα βιβλίο όπου πρωταγωνιστεί ο κατεξοχήν λόγος, αυτός που συλλαμβάνει θραύσματα ζωής και τα σχηματοποιεί, μπαίνοντας στον πυρήνα των γεγονότων, ατρόμητος και ευθυτενής, χωρίς να «κρυώνει» ή να «χλομιάζει» από μοναξιά ή από τρέλα.

Την Στέλλα δεν την γνωρίζω. Δεν έτυχε. Έχουμε μάλλον μιλήσει στο παρελθόν κάνα δυο φορές στα τηλέφωνα περιοδικών που δουλεύαμε, αλλά τίποτα περισσότερο. Δεν έχω ακούσει ποτέ μου εκπομπή της στο ραδιόφωνο. Νομίζω πως είναι από εκείνες τις ελάχιστες περιπτώσεις που η γραφή της, όχι μόνο σε ακουμπάει, αλλά σου βαράει κλωτσιά στο καλάμι· την αισθάνεσαι στο πετσί σου να σου αλέθει την σάρκα αλύπητα. Χαίρομαι να ανακαλύπτω τέτοια «υγρά» κείμενα που «θεραπεύουν» την αρρώστια των λέξεων, τέτοια «ιατρεία ασμάτων» που σε νοτίζουν με πρωτότυπες εκδοχές ψυχής, με συγκλονιστικά ρεφρέν παρατεταμένης εφηβείας. Αυτού του είδους τα βιβλία δεν κάνουν πεζοδρόμιο, δεν λανσάρονται στις βιτρίνες όπως οι πουτάνες του Άμστερνταμ. Είναι εκκωφαντικά σιωπηλά και με χαμηλωμένο βλέμμα. Όταν πάτε να τα συναντήσετε μην κορνάρετε για να κατέβουν, μην στείλετε SMS «είμαι από κάτω», ακούν μόνο στο σφύριγμα. Είναι μιας άλλης εποχής που δεν προσπαθεί πια να αλλάξει τον κόσμο, θέλει απλά να μην την αλλάξει αυτός.

Ο αέρας εδώ έχει κόψει, ο ορίζοντας έχει σχεδόν χαθεί. Το τσιγάρο, ο καφές, ο Τσε, τελείωσαν. Η Τήνος ετοιμάζεται για την βραδινή της έξοδο, ένας κόσμος προσπαθεί να ξαναγεννηθεί μέσα στην κοκεταρία. Μόνο η μοναξιά εφημερεύει πάλι.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 04/09/2006

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2006

IGGY POP: ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ IGGY






Θέατρο Βράχων, Βύρωνας, 17 Ιουλίου 2006

Η δυτική σοφία πασχίζει, εδώ και εικοσιπέντε αιώνες, να δει τον κόσμο.
Δεν έχει καταλάβει πως τον κόσμο δεν τον βλέπεις, τον ακούς.
- ΖΑΚ ΑΤΤΑΛΙ, «Θόρυβοι» ( εκδ. Ράππα, 1991 )


ΤΗΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ, μια μέρα μετά την πανσέληνο, το Θέατρο Βράχων είχε γεμίσει ασφυκτικά. Ο κόσμος περίμενε τον Iggy, έτσι η εμφάνιση των Puressence που προηγήθηκαν πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Ήταν όλοι εκεί: Παλιοί ροκάδες που έκαναν μια μικρή παραχώρηση στον εαυτό τους, αποδεχόμενοι ότι ήταν ακόμα ζωντανοί. Στελέχη επιχειρήσεων με κάζουαλ ντύσιμο που φλέρταραν τη νεαρή γραμματέα τους. Κορίτσια με μωβ μαλλιά που πίστευαν ότι οι Clash ήταν συγκρότημα του art-rock. Γενιές ανακατεμένες , διαφορετικές, που είχαν μαζευτεί για να επισημοποιήσουν τον θρίαμβο μιας ταινίας στην οποία δεν πρόλαβαν να παίξουν. Κάτι σαν αναπάντεχο αφιέρωμα, σαν τελευταίο φύλλο μιας μεγάλης εφημερίδας που έκλεινε. Όλος ο θίασος ήταν επί σκηνής, για να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Πώς γίνεται τόσοι άνθρωποι να έχουν γεννηθεί την ίδια μέρα;

Όταν έσβησαν τα φώτα, ένας κόκκινος προβολέας έκανε το βράχο να μοιάζει ματωμένος. Κι όταν γύρω στις 11.00, ένας μεταλλαγμένος, ημίγυμνος και εξαγριωμένος Iggy βγήκε χοροπηδώντας στη σκηνή, η ανδρεναλίνη που απελευθερώθηκε φάνηκε αρκετή για να μετακινήσει όλο τον Βύρωνα. Τέσσερα άτομα έπαιξαν ξεροσφύρι για μιάμιση ώρα τις ζωές τους στα ζάρια, έκαναν αυτό που απλά έπρεπε και μας άφησαν να παραμιλάμε. Μας πέταξαν στα μούτρα όλη την ακατέργαστη πολυσημία του ροκ εν ρολ, έναν απελέκητο, ξερό, τραχύ, ανελέητο, και φασαριόζικο κοκτέηλ από τρεις, όλες κι όλες, νότες, που πάνω τους χτίστηκε ολόκληρη η μαγεία του μπλούζ-ροκ, μια φτυσιά στο πρόσωπο, και έφυγαν τρέχοντας προς τα αποδυτήρια της κόλασης.

Η δύναμη που αφήνει πίσω της μια ροκ συναυλία, μοιάζει με οργασμό που δεν ολοκληρώθηκε: ένας ερμαφρόδιτος πόθος, όλο γωνίες και ακμές, που σε βασανίζει και σε αφήνει νύχτα στη μέση του ωκεανού, αναγκάζοντάς σε να κολυμπήσεις στα τυφλά για να σωθείς. Αντίθετα, η ανάγνωση ενός βιβλίου, θυμίζει περισσότερο σεξ με φίλους και μάλιστα ασφαλές· με τις δέουσες, δηλαδή, προφυλάξεις. Είναι παράξενο, αλλά το καλοκαίρι είναι μια απελπιστικά οριακή εποχή, και ως τέτοια θα πρέπει να την διατρέξουμε, για να καταφέρουμε να επιζήσουμε των παθών μας. Ο νόμος του ένστικτου εκεί γιγαντώνεται, οι κόρες των ματιών διαστέλλονται, ο ήλιος αναγορεύεται σε βασιλιά της σάρκας. Ζούμε κάτω από τις διαταγές του και μας αρέσει το ξάναμμα του προσώπου και οι ιριδισμοί του νερού μπροστά σε ένα κατάπληκτο βλέμμα. Ο κατεξοχήν αναγνώστης, ο άνθρωπος που γι αυτόν το βιβλίο αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην διαμόρφωση του χρόνου της ζωής του, το καλοκαίρι ξεκουράζει τα μάτια του. Αυτό κάναμε πάνω στο γεωφυσικό πλέγμα του γυμνού κορμιού του Iggy, αυτό κάναμε στο εύκρατο και αειθαλές χαμόγελο του κοριτσιού που χτυπιόταν σα φίδι στην άκρη της σκηνής, τινάζοντας τα μαλλιά του σαν βέργες στον ουρανό, αυτό θα κάνουμε και στις παραλίες της Νάξου που βουλιάζουν μεγαλόπρεπα μέσα σε μια γαλαζοπράσινη μοναδικότητα.

Διαβάζουμε έντεκα μήνες το χρόνο γιατί έτσι μας αρέσει και ένα μήνα ξεφυλλίζουμε τις λευκές σελίδες των ονείρων μας, που τις συμπληρώνουμε όπως και όποτε θέλουμε, προσπαθώντας να αντιδράσουμε στην συνηθισμένη ροή των γεγονότων. Χρειάζεται να βγούμε έξω από τον εαυτό μας για να τον παρατηρήσουμε, κι αυτό κάνουμε, τριγυρνώντας άσκοπα και ασήμαντα, ανακαλύπτοντας την ποίηση του τυχαίου. Όπως η κεφαλιά του Ζινεντίν Ζιντάν στον Ματεράτσι ήταν το συναρπαστικότερο στιγμιότυπο ενός αφάνταστα πληκτικού και συμβατικού μουντιάλ που ευτυχώς τελείωσε, έτσι και η διακοπή της αγαπημένης συνήθειας του διαβάσματος, αποτελεί σημαντικότατη αναζωογονητική δύναμη για μας.
Οι βρυχηθμοί ζωής του Iggy Pop στον Βύρωνα και τα εφιαλτικά ριφ του σαξοφωνίστα του, που φόρτωναν ακανόνιστα, στην μουσική των Stooges, έναν, ούτως ή άλλως, πρωτόγονο ήχο, σκορπίζοντας τις νότες πάνω στους βράχους, σαν αυτοσχέδιες βόμβες που η δράση τους συνεχίζεται εσαεί, είναι το καταλυτικότερο παράδειγμα ανάγνωσης μερικών σελίδων εκτός βιβλίου, που παρόλα αυτά είναι βιβλίο, αποτελώντας μάλιστα την αρχέγονη ουσία του.

I wanna be your dog. Χαθείτε στην λευκότητα των σελίδων αυτών, σε δαιμονικές μουσικές, σε αχαλίνωτα ένστικτα και σε εκρηκτικές φαντασίες, συμπληρώνοντας το λειψό ψηφιδωτό της ζωής σας. Διακόψτε τη σχέση σας με την επίσημη πραγματικότητα, τώρα. Κρατείστε τους ήχους ψηλά.

Είναι ζήτημα τιμής να κερδίσουμε μια ακόμα παράταση.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 17/07/2006

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2006

ΟΤΑΝ Η ΜΝΗΜΗ ΠΑΙΖΕΙ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ



Αναβιώνοντας τη μορφή της χαμένης μητέρας

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ
Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα
«ΕΞΑΝΤΑΣ»
ΣΕΛ. 232, ΕΥΡΩ 12

Ηρωας στο τελευταίο μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη είναι η μνήμη. Μια μνήμη ιαματική, δονούμενη σαν παλμογράφος: ο αφηγητής «θυμάται» κάθε μέρα μ' έναν τρόπο εξαιρετικά απλό και άμεσο. Επικαλείται τη μαρτυρία της στωικά, για να σημειώσει τα γεγονότα που συνέβησαν την τελευταία 12ετία, προκειμένου να καταρτίσει ένα ιδιότυπο δελτίο ειδήσεων και να το χαρίσει στη χαμένη μητέρα του. Είναι μια πράξη καταγραφής των στιγμών που χάθηκαν, μια πράξη μεγαλοσύνης και γενναιότητας προς τιμήν της απουσίας.

Χάριν αυτής της απουσίας -που ο Ρολάν Μπαρτ ονομάζει «αβάσταχτη παρουσία»- ο Αλεξάκης συνθέτει τη μακροσκελέστερη επιστολή της ζωής του, παγιδευμένος σε δύο ουσιαστικά χρόνους: στο χρόνο της απουσίας και στο χρόνο της απουσίας-παρουσίας, όταν δίνει σάρκα και οστά σε έναν νεκρό.

Παρά τον ερωτισμό που ελλοχεύει σε όλο το κείμενο, το λατρευτικό αντικείμενο του αφηγητή -η νεκρή μητέρα- παρουσιάζεται σαν υπαρξιακός αιφνιδιασμός, σε μια κάθε άλλο παρά οιδιπόδεια εκδοχή της: είναι η φωνή που διεγείρει το υποσυνείδητο του συγγραφέα και του επιτρέπει να ιστορήσει. Η συνειρμική στήριξη που χρειάζεται ένας συγγραφέας έρχεται μέσα από αυτήν τη φαντασιακή παρουσία που δεσπόζει στην αφήγηση. Γύρω της πλέκονται εξομολογητικές ενδοσκοπήσεις, σημαντικά γεγονότα, αυτοβιογραφικές λεπτομέρειες, ακατάστατες παρατηρήσεις και κριτικές ματιές.

Ο Αλεξάκης είναι ένας ανήσυχος δάσκαλος που αφηγείται τη ζωή του με έναν ευλύγιστο και ταυτοχρόνως αγωνιώδη τρόπο· σαν να παίζει πινγκ-πονγκ. Μπορεί και «θυμάται» τη γλώσσα κάθε μέρα, για να παραφράσω λίγο τον εξαιρετικό τίτλο του -δάνειο κάποιου ηλικιωμένου Ινδού ποιητή στο Λουξεμβούργο για το άδοξο τέλος μιας ερωτικής σχέσης του. Σκυμμένος στην αλληλογραφία της μητέρας του ανασύρει εικόνες του παρελθόντος, συναρμολογεί διαστήματα, ταξινομεί ημερομηνίες και τελικά αφουγκράζεται την ίδια του τη ζωή για μία και μοναδική ανάγκη: αυτήν της απελπισμένης επικοινωνίας με κάποιον κοντινό σου που νιώθεις πως σε καταλαβαίνει.

Παρίσι - Αθήνα

Μοιράζοντας τη ζωή του για ολόκληρες δεκαετίες ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι, ο Αλεξάκης κατάφερε να απαιτήσει από δύο γλώσσες ταυτόχρονα τις λέξεις εκείνες που συλλαβίζουν οι εραστές στις ιδιαίτερες στιγμές τους. Μπόρεσε να τις καταστήσει ερωτικές του παρτενέρ, να εμπνεύσει τις αγωνίες τους, να προβλέψει τις ανάσες και τις συγκοπές που χρειάζονται, χωρίς να παραπονιέται καμία από τις δύο για ολιγωρία ή απιστία, χωρίς η μία να ζηλεύει την άλλη για τη θέση της στην καρδιά του. Είτε στην Αναγνωστοπούλου είτε στην οδό Ζιζ υπήρξε αδιάλλακτος με τις λέξεις -η λύση στο ασυμπλήρωτο σταυρόλεξο της μητέρας του. Δεν δέχτηκε κανένα συμβιβασμό.

Στο «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» ο συγγραφέας ταξιδεύει στις αναμνήσεις του, όχι απαραίτητα για να τις διαλευκάνει, αλλά ίσως για να τις προσφέρει σε ένα εξαιρετικό δείπνο, σαν επιδόρπιο. Οι συνδαιτυμόνες του -η μητέρα, αλλά και ο ίδιος ο αναγνώστης- απολαμβάνουν από την αρχή τη θαλπωρή του τραταρίσματος.

Μπορούμε να φανταστούμε τη λιτή αίθουσα με το διακριτικό φωτισμό και στο βάθος το τραπέζι στρωμένο: είναι ένα δείπνο διαλόγου, ένα δείπνο απολογισμού, σερβιρισμένο από ένα σίγουρο και σταθερό χέρι. Μια απόπειρα προσέγγισης δύο προσώπων που έχουν να ιδωθούν χρόνια και έχουν να πουν πολλά.

Ο Αλεξάκης χορδίζει καλά το όργανό του πριν καθήσει στο τραπέζι, για να είναι όσο οξύς και λυτρωτικός γίνεται. Στην τραγωδία που θα στήσει θέλει ο ίδιος να κρατά το σκήπτρο της κάθαρσης. Θα προσπαθήσει να θυμηθεί γεγονότα -αυτός ο βασανιστικά και αναπόφευκτα παρών-, για να τα παραθέσει με χρονολογική σειρά στον απόντα. Μέσα απ' αυτά θα καταγράψει τη δική του πορεία στο χρόνο, θα επανεξετάσει τη θέση του απέναντί τους και θα αναρωτηθεί για το στίγμα που άφησαν.

Το βάσανο της γραφής

Ο Αλεξάκης, όπως οι περισσότεροι αυθιστορούμενοι συγγραφείς, γράφει, χρόνια τώρα, το ίδιο βιβλίο, το οποίο διορθώνει και ξαναδιορθώνει, αλλάζοντάς του τίτλους και κεφάλαια. Οπως ο Ουίτμαν με τα «Φύλλα χλόης» και ο Πεσόα με «Το βιβλίο της ανησυχίας».

Υπηρετεί το προσωπικό του όραμα μέσα από τη διαδικασία της γραφής. Με τις λέξεις κατοχυρώνει τη μοναξιά του. Ο ίδιος έχει πει -και είναι εντυπωσιακό να το βιώνεις- ότι όταν γράφει, ξεχνάει να φάει ή να κοιμηθεί. Εχει επίσης πει ότι τελειώνοντας κάποιο βιβλίο του και ξαναβγαίνοντας στον κόσμο, εκπλήσσεται όταν καταλαβαίνει ότι η ζωή συνεχιζόταν και κατά το διάστημα της «υποχρεωτικής» απουσίας του, ότι τα γεγονότα συνέχιζαν να συμβαίνουν και χωρίς αυτόν.

Η πρόταση αυτή περικλείει, εκτός της ολοκληρωτικής αφοσίωσης, και ένα διαπιστευτήριο αθωότητας. Η σκηνή στο πλοίο, όπου ο Αλεξάκης κρύβεται κάτω από το τραπέζι του σαλονιού για να τρομάξει το έκπληκτο γκαρσόνι, ή η σκηνή στο προαύλιο του νοσοκομείου, που κυνηγιέται με ένα σκυλί ενώ ο γιατρός τον περιμένει για εγχείρηση, είναι ενδεικτικές του πνεύματος ενός συγγραφέα που προσπαθεί να ενηλικιώσει το παιδί μέσα του, παραμένοντας συγχρόνως παιδί.

Ο Αλεξάκης «κρύβεται» στο έργο του όπως ακριβώς κάνει και η περσόνα του στο πλοίο, για να προφυλαχτεί από τη διακριτική απουσία που λεηλατεί τον προσωπικό του χώρο. Οπως κυνηγιέται με το σκυλί, κυνηγιέται και με το όνειρό του: αποφεύγοντας τα σοβαρά, βρίσκει τρόπο να τα διεκπεραιώνει, διακωμωδώντας τα. Στρέφεται προς τα μέσα για να εξωτερικεύσει την ατομικότητά του, για να φανερώσει τα αισθηματικά του γνωρίσματα. Γράφει όπως ζωγραφίζει και ζωγραφίζει όπως γράφει: Βιωματικά. Με το φλέγμα του δημιουργού που, εξομολογούμενος τη ζωή του, καταπραΰνει τα τραύματά του.

Η λογοτεχνία είναι βέβαια μεγάλο βάσανο. Σαν τη γυναίκα των ονείρων σου: απαιτεί όλο σου το χρόνο, ένα αποκλειστικό δόσιμο χωρίς τέλος, που ενίοτε γίνεται σαράκι και σε τρώει σιγά σιγά. Ο Αλεξάκης γνωρίζει καλά τη σημειολογία της. Ο λόγος του είναι «μια μνήμη που επανέρχεται». Ορμητικός, θυμίζει τον αέρα της Τήνου τα καλοκαίρια. Δείχνει να δυναμώνει με τα χρόνια, ακουμπώντας στην ωριμότητά του. Σαν να παίζει φυσαρμόνικα.


ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ - 14/04/2006



Κυριακή, 12 Μαρτίου 2006

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΟΜΠΕΤΑ



Μάιλς Ντέιβις, ένας μάγος με τρομπέτα
Η μουσική του ιδιοφυΐα άλλαξε τον χαρακτήρα της τζαζ και επηρέασε όλη την ποπ σκηνή για πέντε δεκαετίες
Υπάρχει μια παλιά γιαπωνέζικη μορφή εικαστικής τέχνης, στην οποία ο καλλιτέχνης καλείται να ζωγραφίσει πάνω σε μια λεπτή, τεντωμένη περγαμηνή, με ένα ειδικό πινέλο και μαύρο υδατόχρωμα, που βασίζεται στη δύναμη του περιρρέοντος συναισθήματος, στην αυθεντικότητα και στην αμεσότητα της καταγραφής του. Αυτοί οι καλλιτέχνες οφείλουν να ασκούνται σκληρά σε ένα ιδιαίτερο είδος πειθαρχίας και αυτοσυγκράτησης, ώστε η ιδέα που θα εκφράζεται σαν τελικό αποτέλεσμα να αποκλείει παντελώς την πρόθεση, τη διόρθωση ή τον αυτοσχεδιασμό. Μπορεί να μην είναι περίπλοκη, δαιδαλώδης ή πολυεπίπεδη, όμως εκείνοι που γνωρίζουν καλά, μπορούν να διακρίνουν στη διαύγειά της κάτι βαθύτερο, που παραμένει αιχμαλωτισμένο και δεν επιδέχεται κριτική προσέγγιση. Είναι η καθαρή αποτύπωση μιας στιγμιαίας δημιουργικής έμπνευσης, η πρωτόλεια αθωότητα και η ευκρίνεια ενός γνήσιου αυθορμητισμού.
Η μουσική του Miles Davis (1926–1991), άσχετα με το πόσος θόρυβος υπήρχε γύρω της, ερχόταν πάντα από τη σιωπή. Ηταν μια εξαιρετικά ειλικρινής πρόταση, μια ανοιχτή πρόκληση απέναντι στον μεγάλο «θεό» της τζαζ, που την έθρεψε ως μουσική και γονιμοποίησε το έδαφός της, προσδίδοντάς της λάμψη και καλλιτεχνική καταξίωση: τον αυτοσχεδιασμό. Τα χειμαρρώδη, εκτενή σόλο και οι μεγαλόπνοες εκρήξεις δεξιοτεχνίας απουσίαζαν παντελώς από το ρεπερτόριό της. Ο ίδιος άλλωστε δεν θεωρήθηκε ποτέ βιρτουόζος. Οταν οι άλλοι έκτιζαν τα σόλο τους με βάση την κλιμάκωση προς κάποιο αποκορύφωμα, κάτι σαν καθαρτήρια διαδρομή από το εναρκτήριο σημείο εκκίνησης ώς την κορωνίδα της τελικής φράσης, ο Davis απέφευγε τα άκρα της κλίμακας, προτιμώντας να πετάει χαμηλά. Ο Barry McRae τον παρομοιάζει με υδροπλάνο «που άγγιζε την κορυφή των κυμάτων χωρίς να βουλιάζει, κυλούσε αβίαστα πάνω από την αρμονική υδάτινη μάζα και σπάνια ανυψωνόταν στον ουρανό». Οι νότες του ήταν λίγες, αλλά περιείχαν πολλά. Εβγαιναν σαν εξομολόγηση από τη σουρντίνα της τρομπέτας του, λες και τις έφτυνε προς τον κόσμο. Το παίξιμό του είχε σχεδόν πάντα σχέση με το «πώς» και όχι με το «τι», έμοιαζε με αρχαία κλίμακα που αναπαριστούσε με ακρίβεια τους χρωματικούς χτύπους μιας καρδιάς που συντάχτηκε από νωρίς στο πλευρό των επιθυμιών της.
Στο εξαιρετικό βιβλίο του Miles Davis: The man with the horn (εκδόσεις Απόπειρα 2005, μετάφραση Εφη Καλλιφατίδη) ο Barry McRae, συνεργάτης του Wire και του Jazz Journal International, περιγράφει τη μοναδική ανθοφορία αυτού του τεράστιου μουσικού θερμοκηπίου που ονομάζεται Miles Davis μέσα σε πέντε δεκαετίες που σφράγισαν την ιστορία της μεταπολεμικής τζαζ।Ο McRae, αφού παραθέτει κάποια σύντομα βιογραφικά στοιχεία και ερευνά τα πρώτα μουσικά ερεθίσματα, ρίχνει το κριτικό του βάρος στο πώς ενορχηστρώθηκε η ευφυΐα του Miles Davis, αναλύοντας σε βάθος τις συνεργασίες του με τους διάφορους μουσικούς, τους δίσκους που ηχογράφησε, τις συνεχείς διακυμάνσεις της καριέρας του.
Ο Miles Dewey Davis Junior, τετρακόσια σχεδόν χρόνια μετά τον Σαίξπηρ, ενστάλαξε στη μουσική, με αμλετική σοφία, τον τρόπο του να είναι ειλικρινής με τις νότες, όντας πρώτα ειλικρινής με τον εαυτό του. Επέβαλε στον αυτοσχεδιασμό την υποταγή του στο συναίσθημα και τον χρησιμοποίησε για να ανοίξει έναν ακόμα δρόμο, σαν παράπλευρη φλέβα έμπνευσης, στην καλλιτεχνική του Οδύσσεια. Ανέδειξε μεταπολεμικά όλες τις σύγχρονες μουσικές προσωπικότητες που κυριάρχησαν αργότερα στην τζαζ, αποδεικνύοντας την αδυναμία των βιρτουόζων μπροστά στο πάθος της αγνής, αποψιμυθιωμένης έκφρασης. Η τρομπέτα του έπαιξε για τελευταία φορά σιωπητήριο στις 28 Σεπτεμβρίου του 1991. Ο «μαύρος Διόνυσος» έκανε seven steps to heaven και αποσύρθηκε με μια μαγική υπόκλιση. Σαν να έπαιζε ξανά το «Kind of Blue».

Μια ζωή πειραματισμοί

«Τη χρονιά που γεννήθηκα», διηγείται στην αυτοβιογραφία του (εκδόσεις Σέλας, 1991, μετάφραση Μαριλένα Μασσάρου), «το Σαιντ Λούις χτυπήθηκε από ένα φοβερό ανεμοστρόβιλο που σάρωσε τα πάντα. Ο ανεμοστρόβιλος εκείνος μου άφησε κάτι από τη βίαιη δημιουργικότητά του. Χρειάζεται δυνατό φύσημα, ξέρετε, για να παίξει κανείς τρομπέτα. Πιστεύω στο μυστήριο και το υπερφυσικό, κι ένας ανεμοστρόβιλος είναι σίγουρα και τα δυο». Πράγματι, η μουσική του είχε κάτι από τη χαμένη ισορροπία του σύμπαντος, μια κοσμική κραυγή που διαπερνούσε τα πάντα. Η πνευματική ροπή της προς το άγνωστο και το διαισθητικό της κέλυφος ήταν αυτά που τον οδήγησαν να πειραματιστεί με πολλά μουσικά ιδιώματα, παρακολουθώντας την πορεία τους, όχι για να τα μεταγράψει στη μουσική του θυρίδα σαν καιροσκόπος, αλλά για να τα ανακατευθύνει, «ανακαλύπτοντάς» τα εκ νέου.
Αυτό έκανε με το bebop και τα blues στα πρώτα του βήματα στα τέλη της δεκαετίας του ’40, τότε που είχε γίνει σκιά του Charlie Parker, προσπαθώντας να μαθητεύσει στη μαγεία του. Αυτό έκανε με τις κλασικές φόρμες αργότερα, όταν στο Porgy and Bess ερμήνευσε μια εκδοχή του «Summertime» με τρόπο που δεν επιδεχόταν κατηγοριοποίηση, αλλά ψυχική ταύτιση, και με το «Concierto de Aranjuez» στο Sketches of Spain, όταν καταδύθηκε βαθιά μέσα στα δραματικά μοτίβα της Ιβηρικής Χερσονήσου, δοκιμάζοντας να διερευνήσει τα παραδοσιακά ηχητικά τοπία ενός άλλου έθνους. Αυτό έκανε με την cool jazz και τη «λευκή» αισθητική της, όταν υπερασπιζόμενος το χρώμα του, αρνήθηκε να εκχωρήσει το ιδίωμα σε αυτούς που έκαναν σημαία τους τον ρατσισμό και την προκατάληψη. Αυτό έκανε με το free, όταν η συνεργασία του με τον John Coltrane απέδωσε στην τζαζ τη χαμένη της αίγλη και επαναπροσδιόρισε την εξέλιξη της στον χρόνο. Αυτό έκανε με το fusion (πρόσμειξη του ροκ και της τζαζ) το ’80, όταν «ενδύθηκε» τον ηλεκτρισμό, δοκιμάζοντας να ακολουθήσει τα κυρίαρχα μουσικά ρεύματα της εποχής του για να τα παραμετροποιήσει. Δεν κλονίστηκε ούτε από τα ναρκωτικά, όταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50, παρέμεινε δέσμιος της ηρωίνης και άκαπνος δημιουργικά, για να ξανακυλήσει την πενταετία 1975–80. Τα καταπολέμησε μόνος του και τα νίκησε και τις δυο φορές.
Η μουσική του Miles Davis (1926–1991), άσχετα με το πόσος θόρυβος υπήρχε γύρω της, ερχόταν πάντα από τη σιωπή. Ηταν μια εξαιρετικά ειλικρινής πρόταση, μια ανοιχτή πρόκληση απέναντι στον μεγάλο «θεό» της τζαζ, που την έθρεψε ως μουσική και γονιμοποίησε το έδαφός της, προσδίδοντάς της λάμψη και καλλιτεχνική καταξίωση: τον αυτοσχεδιασμό. Τα χειμαρρώδη, εκτενή σόλο και οι μεγαλόπνοες εκρήξεις δεξιοτεχνίας απουσίαζαν παντελώς από το ρεπερτόριό της. Ο ίδιος άλλωστε δεν θεωρήθηκε ποτέ βιρτουόζος. Οταν οι άλλοι έκτιζαν τα σόλο τους με βάση την κλιμάκωση προς κάποιο αποκορύφωμα, κάτι σαν καθαρτήρια διαδρομή από το εναρκτήριο σημείο εκκίνησης ώς την κορωνίδα της τελικής φράσης, ο Davis απέφευγε τα άκρα της κλίμακας, προτιμώντας να πετάει χαμηλά.

Σταύρος Σταυρόπουλος

Διαβάστε όλο το άρθρο στην Καθημερινή
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_12/03/2006_176575

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2006

ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ

Τον μάθαμε με Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου πριν από τρία χρόνια. Επέστρεψε φέτος με το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμη από τις εκδόσεις Απόπειρα. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, είναι όλα αυτά που θέλαμε να γίνουμε και δεν γίναμε και όλα εκείνα που θέλαμε να μείνουμε και δεν μείναμε...

διαβάστε εδώ όλη την κριτική του reader's-diggest

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ "ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ"

Τέσσερα βιβλία σχεδόν αυτοβιογραφικά κι όλα ροκ. Γραφή σπονδυλωτή κι όμως ασπόνδυλη, γιατί ο ρυθμός είναι ασθματικός και λαχανιασμένος. Συλλαμβάνει ως φάντασμα τις δεκαετίες του παλμού της καρδιοκτυπούσας, γι αυτό ο κόσμος είναι απτός δια του τρίτου ματιού του βλέποντος δια της διαισθήσεως τα μέλλοντα. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ένας του παφλάζοντος αίματος αμετανόητος και οι αμετανόητοι ή τα κερδίζουν ή τα χάνουν όλα. Αρκεί να μην φοβούνται της απώλειας την οδό τη γονοποιό.

Βασίλης Καλαμαράς – «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος αφήνει την πένα του ακόμη μια φορά να κυλήσει πάνω σε θρυλικά ακόρντα, λαβωμένους στίχους, σε ένα ροκ σε πρώτο πρόσωπο, υποβάλλοντας ένα σενάριο από εκμυστηρεύσεις και αλλεπάλληλες παραδοχές. Ένα ροκ ημερολόγιο που δεν μετράει χρόνο – μόνο ίσως αντοχές, σε ένα σκληρά τρυφερό τοπίο φτιαγμένο με ό,τι έχει μείνει μέσα μας.

Μαρία Μαρκουλή – «ΤΑ ΝΕΑ»

Ένα βιβλίο-ντοκιμαντέρ. Ασπρόμαυρο. Εικόνες που τρέχουν γρήγορα, λαχανιασμένα, σαν να φοβούνται να σταματήσουν έστω και στιγμιαία. Κομμάτια ενός παζλ που δεν επιθυμεί να συμπληρωθεί. Κύκλος που αρνείται να κλείσει. Ένα ταξίδι σε μια εποχή που τα πάρτι είχαν γεύση βερμούτ με παγάκια και που μπορούσες να αναρωτιέσαι «που πάνε τα καλοκαίρια όταν τελειώνουν…». Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλα παιδιά, αφιερωμένο σε μια γενιά που πιστεύει πως οι μέρες που έρχονται δεν θα μοιάζουν σε τίποτα με αυτές που πέρασαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι υποχρεωμένη να ενηλικιωθεί. Σε μια γενιά που δεν θεωρεί την νοσταλγία, ανάμνηση.

Αύρα Αλεξανδρή – «UP MAGAZINE»

Ένα θελκτικό παραμύθι για τα γοητευτικά συναισθήματα μιας σπουδαίας μουσικής

Άγγελος Μαστοράκης – «ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ 9»


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλάει μια γλώσσα που τσακώνεται με την επίσημη πραγματικότητα. Παράφορη, αναπάντεχη, μοναχική, που ιδρώνει με τις συλλαβές της, που νοσταλγεί έρωτες, που διακονεί και δεξιώνεται την μουσική των συμβάντων της γενιάς του. Τα μικρά, σπονδυλωτά κείμενα του Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα είναι ακριβώς αυτό: μια αισθησιακή κοσμηματοθήκη γεγονότων που μελωδούν, που σημαίνουν, που αντιστέκονται στην φθορά με μια σχεδόν φετιχιστική ευλάβεια. Είναι καταιγίδες, ξόρκια, έρωτες των πόλεων, στιγμιότυπα ψυχής, αναμμένες φωτιές σε έρημες παραλίες. Οι ηρωίδες του Σταυρόπουλου παρεκτρέπονται με μια συναρπαστική κομψότητα μέσα σε μια κοινωνία που γλιστράει, επιδιώκοντας να τις αφήσει οριστικά πίσω της. Έχουν χάσει προ πολλού τα ερείσματά τους, το μέτρο της λογικής. Οι φωνές τους είναι κολασμένες, αλλά αληθινές. Τόσο που να σε ξαφνιάζει η αμεσότητά τους, η νοσταλγία των ιδιότροπων ονείρων τους.
Ένα βιβλίο που αντιστέκεται στην ασκήμια της καθημερινότητας.

«METRO»

Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους είναι αυτό το μουσικό και ποιητικό βιβλίο. Μια ιδιότυπη κατακερματισμένη αυτοβιογραφία, μια εκ βαθέων εξομολόγηση, ποτισμένη με ροκ μελωδίες που αγάπησε όχι μόνο ο συγγραφέας αλλά και μια ολόκληρη γενιά.

Ειρήνη Μιχαλούδη – «ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»

«Το ροκ είναι η λογοτεχνία της παιδικής μου ηλικίας. Ο Ντοστογιέφσκι των παιδικών μου χρόνων λεγόταν Mick Jagger... ». Τρία χρόνια σχεδόν μετά το «Ροκ που παίζουν τα μάτια σου», ο Σταύρος Σταυρόπουλος αφήνεται ξανά να κολυμπήσει μέσα στους συνειρμούς του. Η ποίηση της ζωής σαν ημερολόγιο στο οποίο τα ροκ βιώματα έχουν χρωματίσει βαθιά μέσα του τοπία της πόλης και των νησιών – τα μπαρ, οι έρωτες, η λογοτεχνία, τα τραγούδια, οι εξομολογήσεις, όλα τρέχουν ελεύθερα και μεθυσμένα, σε καλούν να τα εισπράξεις με τον τρόπο του συγγραφέα. Εκατό περίπου σελίδες με πρόζα ποιητικών συχνοτήτων που μπορούν να σε κερδίσουν όπως ένας καλός ροκ δίσκος – ο ίδιος συστήνει Neil Young.

Κωστής Παπαγιώργης – «ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ»

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ο συγγραφέας που μας ταξιδεύει με τα πρισματικά κείμενα του «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (εκδ. Απόπειρα ), ανήκει σε μια γενιά, ή μάλλον στην ωραία «φράξια» μιας γενιάς, που θέλησε να συγκατοικήσει με τα πάθη της και να τραγουδήσει ξανά και ξανά το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο. Η ποίηση του ροκ και το ροκ της ποίησης στάθηκαν οι μελωδικοί και ρυθμικοί οδοδείκτες αυτής της γενιάς που μπόρεσε εμπράκτως να αμφισβητήσει ό, τι δεν ήταν γνήσια έκφραση γνήσιων παθών. Μες στο κόκκινο κιτς της μεταπολιτευτικής Αθήνας κάποιοι νεαροί κατάφεραν να κάνουν συνεχή σλάλομ ανάμεσα στα στερεότυπα και να ψελλίσουν, να μουρμουρίσουν, να ουρλιάξουν τις μικρές και μεγάλες ανακαλύψεις τους. Άλλοτε σπασμωδικά και άλλοτε μεθοδικά, αλλά πάντα με εντιμότητα και με μια ευγενική διαλεκτική ανάμεσα στις προσηλώσεις και τις απορρίψεις, οι άνθρωποι αυτοί μίλησαν, όπως ο Σταύρος Σταυρόπουλος, για τους έρωτες στα μπαρ, για τα βινύλια που λατρέψαμε και μας καθόρισαν για πάντα, για εκείνο το σόλο απελπισίας του Neil Young, για την προκλητική αισθητική της διακεκαυμένης ζώνης όπου πυρακτώθηκε η εφηβεία μας. Μελωδικός αντάρτης, επαναστάτης με αιτία και με ένα μόνιμο σάουντρακ να του καίει το μυαλό και να οδηγεί την πένα του, ο Σταυρόπουλος γράφει «με σιωπές, με ανοιχτά πανιά και μάτια καλειδοσκόπια» (…) για όλα εκείνα τα όχι και τόσο κακόφημα, τελικά, στέκια όπου παίχτηκε ένα κρυφό αλλά μεγάλο στοίχημα, το στοίχημα που έκανε κάποιους ανθρώπους ακραιφνείς δημιουργούς, ποιητές της ζωής, ιδιοφυίες της φιλίας. Εύγε σε συγγραφείς σαν τον Σταυρόπουλο, που έρχονται να αναμοχλεύσουν κάποια όμορφα πάθη, να μας θυμίσουν αυτά που ποτέ δεν πάψαμε να θυμόμαστε και να δώσουν μια ακόμα ώθηση στην πιτσιρικαρία να πάρει τη σκυτάλη και να κάνει ν’ ακουστούν ξανά χειμαρρώδη ποιήματα και παλλόμενα πεζογραφήματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης – «CITY PRESS »


Μετά το «Ροκ που παίζουν τα μάτια σου» - ένα αυτοβιογραφικό κείμενο για την γενιά της αμφισβήτησης που επέζησε στις δεκαετίες, το καινούργιο βιβλίο του Σταυρόπουλου, «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα», αποτελεί τη φυσική συνέχεια του προηγούμενου. Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους, όπου κυριαρχεί η ροκ μουσική, οι αφηγήσεις, ο μονόλογος, δημιουργώντας ένα μοναδικό ψηφιδωτό ήχων, λέξεων και χρωμάτων. Η γενιά που σημαδεύτηκε από το ροκ εν ρολ είναι και πάλι παρούσα. Άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε. Περπατά σε τοπία αναμνήσεων αποδεχόμενη τον εαυτό της.

Σιδέρης Ντιούδης – «ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ»

Το βιβλίο είναι ένα τεράστιο ερωτικό γράμμα. Γραφή σε μικρές προτάσεις, γεμάτη αναφορές, που ξεσπά μέσα από κομμάτια ροκ συγκροτημάτων της εποχής του 60 και του 70, της εποχής που το ροκ ήταν περισσότερο ρομαντικό και εμπνευσμένο, γιατί μετά ή εμείς μεγαλώσαμε ξαφνικά ή το ροκ μεγάλωσε κι αυτό μαζί μας και δεν είναι πια το ίδιο. Είναι όμως ερωτικό γράμμα ή μήπως είναι ατόφια ποίηση;

Δημήτρης Γκενεράλης - «INTEX»


Βιβλίο παραληρηματικού ερωτισμού.

Αντώνης Ξαγάς – «HERETOLOGY»


Απίστευτοι στίχοι…Τελικά είναι κάτι λόγια μέσα στα τραγούδια που μας αρέσουν, που μπορούμε να τα βάλουμε στη ζωή μας, σαν μουσική υπόκρουση σε στιγμές…σε καταστάσεις…σε ανθρώπους… Αυτό έχει κάνει ο Σταύρος Σταυρόπουλος, δυο βιβλία ξεχωριστά, κάτι εντελώς διαφορετικό…, μια ιστορία αγάπης μέσα από στίχους τραγουδιών που μπλέκονται με την αλήθεια και τις στιγμές που μένουν για πάντα καρφωμένες στο μυαλό.

blogspot.com – «HIGH & DRY»

Τον μάθαμε με «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου». Επέστρεψε φέτος με το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι όλα αυτά που θέλαμε να γίνουμε και δεν γίναμε. Και όλα εκείνα που θέλαμε να μείνουμε και δεν μείναμε…Προσωπικά δεν τον γνωρίζω, αλλά έχοντας διαβάσει τα δυο βιβλία του μου μοιάζει πολύ οικείος. Το σίγουρο είναι ότι κάποτε (σε ένα μακρινό κάποτε της δεκαετίας του 80 ) κάπου είχαμε συναντηθεί: Στην παλιά Αμοργό ή στα Μάταλα, στην Ίο πριν τους κοτεράδες ή στην άγονη γραμμή. Βιβλία σαν κι αυτό λειτουργούν σαν ξυπνητήρια κοιμισμένων συνειδήσεων. Ευτυχώς, σαν αναγνώστες, αντέχουμε πολύ ροκ ακόμα. Όλα είναι δρόμος μίστερ Σταυρόπουλε…Για τη γενιά μας, για όλα εκείνα που χάσαμε και ο Σταυρόπουλος συνεχίζει να έχει: 10 με άριστα το 10.

Diavazo.blogspot.com – «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ»


Η γενιά των σημερινών σαραντάρηδων που μεγάλωσε με καλή ροκ και γαλουχήθηκε μέσα από τον ελεύθερο έρωτα, σίγουρα πρέπει να είναι η πιο μελαγχολική. Και γι αυτό και η πιο ποιητική. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτήν ανήκει η σύγχρονη γενιά συγγραφέων και μια δράκα από καλούς αρθρογράφους που τείνουν να εκλείψουν. Αν η συναυλία του Gallagher σας λέει κάτι ή αν ακούτε ακόμα Dylan και Bowie, τότε το βιβλίο αυτό είναι για σας.

Τίνα Μανδηλαρά – «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ»

Όνειρο κι εφιάλτης μαζί. Ζωή και θάνατος εμφιαλωμένα στο ίδιο μπουκάλι. Μετά «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου», ο Σταύρος Σταυρόπουλος γδέρνει με λύσσα και μανία τις πληγές του έρωτα, γράφοντας το πιο οργισμένο ερωτικό γράμμα που έχετε διαβάσει ποτέ, ντυμένο σε ροκ στίχους και μουσική. Μια ελεγεία του έρωτα; Μια μπαλάντα γι’ αυτόν; Μια διαδήλωση με όλα τα αναρχικά συναισθήματα του πάθους να σπάνε και να καίνε ό, τι βρουν μπροστά τους; Ο έρωτας εδώ βασανίζεται, υποφέρει αβάσταχτα, μεθάει, ξενυχτάει, χαϊδεύει και βρίζει ταυτόχρονα, όπως δυναμώνει και την ίδια στιγμή αποδυναμώνεται, γίνεται μίσος, οργή, ενοχοποιεί και ενοχοποιείται για να συνεχίσει, κυνηγημένος και κυνηγός. Χορεύει, ακούει δίσκους 33 στροφών, φοράει σκισμένα τζιν… Σε πάει στο χείλος του γκρεμού και της αβύσσου, χαρίζοντας σου τη ζωή την τελευταία στιγμή. Αν στη χαρίζει τελικά… Ένα βιβλίο με σελίδες-μολότωφ που καίνε μαζί με αγάπες και όνειρα την άχρηστη παθητικότητά μας. Τρέχοντας ή περπατώντας πάνω στις σελίδες αυτού του «τυπωμένου δρόμου» του Σταύρου Σταυρόπουλου, καθένας μας μπορεί να τραβήξει τη δική του πορεία. Όμως, «αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ»…Γιατί το μόνο ναρκωτικό που όσο κι αν εθιστείς σ’ αυτό, στο τέλος θα σ’ αφήσει ζωντανό, είναι ο έρωτας.

Γιόλα Αργυροπούλου – «ΤΗΛΕΡΑΜΑ»

(…) Το μυθιστόρημα που επιλέγει την δεύτερη εκδοχή της πραγματικότητας, την εσωτερική πραγματικότητα, σπάνια το βλέπουμε, γιατί σπάνια κάποιος αποφασίζει να δώσει την μάχη της λογοτεχνίας, να παλέψει με τα φαντάσματα, τα πιο πραγματικά όντα στον κόσμο μας (…). Το καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου είναι βέβαιο πως καλύπτει μια χαρά την επιθυμία του Ρολάν Μπαρτ για μια μυθιστορηματική μορφή, η οποία θα διατηρεί τον «δοκιμιακό» χαρακτήρα της – κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνει την ίδια την έννοια του δοκιμίου – χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα. Γιατί το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» δεν μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα. Ούτε νουβέλα, ούτε διήγημα, ούτε αφήγημα, σπονδυλωτό ή όχι. Ασφαλώς αφηγείται. Αλλά στέκεται με απόλυτη ειλικρίνεια απέναντι στην ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης (…).
Χρειάζεσαι ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, διαλόγους, ημερολογιακές σημειώσεις, ό, τι μπορείς να βρεις για να ενορχηστρώσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο που θα πάει μέχρι το τέλος των συνεπειών, που θα απαλύνει την πληγή της γραφής. Ένα λογοτεχνικό κείμενο σαν το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Γιατί όπου υπάρχει γραφή – όχι γράψιμο – υπάρχει και μια πληγή, που θέλει ή ευελπιστεί πως θα κλείσει.

Γιώργος Μπλάνας – «HIGHLIGHTS»

Ποίηση σε πρόζα; Πεζογραφία με ποιητικές καταβολές; Σελίδες ημερολογιακών εξομολογήσεων; Μυστική επιστολογραφία χωρίς παραλήπτη; Καλλίγραφες σημειώσεις στο περιθώριο τετραδίων – και της ζωής; Μια διαρκής ελεγεία στο χρόνο; (…) Η γραφή του Σταυρόπουλου περιφρονεί τις απαντήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τις γνωρίζει. Πυκνή, άναρχη, καλλιεπής, ατημέλητη, συχνά παράλογη, πάντα ονειρική, προκλητικά ευφραδής, αυθάδης, αλλά με μια εσώτατη – στη φόδρα – αξιοπρέπεια, οδηγείται εύφορα στον ερωτικό παροξυσμό. Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί μια γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος. Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δυο – αμφότερα μελαγχολικά – ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη. Ίσως σ’ αυτό το κρίσιμο μεταίχμιο, ο Σταυρόπουλος αφήνει σκοπίμως τις λέξεις του να είναι τριμμένες και ανθρώπινες, όπως το τζιν που ατονεί στο γαλάζιο και κάνει το τραγούδι του βραχνό, σαν στοχαστικό απόηχο του Tom Waits ή σαν ξεψυχισμένο κιθαρισμό του Jimmy Hendrix. Requiem στην παρελθούσα νεότητα, πρελούδιο στην ανεξερεύνητη ωριμότητα, το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» του Σταύρου Σταυρόπουλου, με τις λέξεις του σε θέση διψομανών μουσικών οργάνων, καλεί την γενιά του σ’ ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για την αποφοίτηση της αθωότητας. Ασφαλώς δε, κατά τη δήλωση του Σαββόπουλου, «είναι ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι».

Γιάννης Ευσταθιάδης – «ΔΕΚΑΤΑ»

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2006

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: ΛΕΞΕΙΣ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ


(η ομιλία του Γιώργου Μπλάνα στην παρουσίαση του βιβλίου ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ στο βιβλιοπωλείο ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΡΑΗΣ στις 2.2.2006)


Καλησπέρα σας

«Έχουμε φτάσει σ' ένα σημείο της νεωτερικότητας που είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτούμε ανυποψίαστα την ιδέα ενός έργου μυθοπλασίας. Τα έργα μας είναι πλέον έργα γλώσσας. Η μυθοπλασία μπορεί να προσπεράσει, να μείνει στο πλάι, να είναι έμμεσα παρούσα. Ίσως δεν θα γράψω ποτέ ένα «μυθιστόρημα», δηλαδή μια ιστορία προικισμένη με χαρακτήρες και με χρόνο. Αυτό πού θέλω, είναι να δοκιμάσω μυθιστορηματικές μορφές, οι όποιες θα διατηρούν τον δοκιμιακό χαρακτήρα τους κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνουν την ίδια την έννοια του δοκιμίου, χωρίς καμιά να μπορεί να θεωρηθεί «μυθιστόρημα».

Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Ρολάν Μπαρτ, την πιο προικισμένη πένα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα στην Γαλλία, τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να γράψει κλασικό μυθιστόρημα, στεκόμενος στο ύψος ενός Μπαλζάκ. Κι όμως δεν έγραψε. Προτίμησε να μην διαχειριστεί απλά αυτό που υπήρχε, αλλά να ονειρευτεί αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, το μόνο πράγμα που μας ανήκει ολοκληρωτικά είναι οι επιθυμίες μας, οι επιδιώξεις μας — άσχετα από την επίτευξή τους— τα όνειρά μας, άσχετα από την πραγματοποίησή τους. Όποιος διαθέτει στοιχειώδη αίσθηση της λογικής, είναι υποχρεωμένος να παραδεχθεί πως ζούμε τις ζωές μας σαν ζωές άλλων. Αναπολούμε στιγμές που ζήσαμε, στιγμές που δεν εκτιμήσαμε αρκετά όταν τις ζούσαμε, και ονειροπολούμε μελλοντικές στιγμές, που ίσως δεν ζήσουμε ποτέ, αλλά κι αν τις ζήσουμε θα είναι πάντα άλλες.
Συνεπώς, αυτός που θα ήθελε σήμερα να γράψει ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικό, ένα μυθιστόρημα που θα εξιστορεί σε πραγματικό χρόνο τις περιπέτειες πραγματικών χαρακτήρων, πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο εκδοχές του πραγματικού.

Η μία εκδοχή έχει σχέση με αυτό που συμβαίνει στο σώμα μας ως κοινωνικό εργαλείο. Η άλλη εκδοχή έχει σχέση με το σώμα και την ψυχή μας ως ιδιοκτησίες μας. Το σώμα μας ως κοινωνικό εργαλείο σπάνια αποδεχόμαστε πως μας αφορά. Η ψυχή μας και το σώμα μας ως ιδιοκτησίες μας είναι πάντα αλλού.

Το μυθιστόρημα που επιλέγει την πρώτη εκδοχή της πραγματικότητας, το γνωρίζουμε. Είναι ένα μυθιστόρημα εντελώς πλαστό. Ο χρόνος και τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι καρικατούρες μιας κοινωνικής πραγματικότητας που λίγο ως πολύ την θεωρούμε ξένη προς εμάς.
Το μυθιστόρημα που επιλέγει την δεύτερη εκδοχή της πραγματικότητας, την εσωτερική πραγματικότητα, δηλαδή, σπάνια το βλέπουμε, γιατί σπάνια κάποιος αποφασίζει να δώσει την μάχη της λογοτεχνίας, να παλέψει με τα φαντάσματα, τα πιο πραγματικά όντα στον κόσμο μας.

«Ο συγγραφέας είναι συλλέκτης φαντασμάτων. Μαζεύει αυτά που τον απασχολούν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, που τον καταδιώκουν τόσο, ώστε να προσπαθήσει νατους δώσει πραγματική υπόσταση ή να τα αποτελειώσει. Η εξουσία του αφορά όντα που δεν υπάρχουν πραγματικά. Τα φαντάσματα κατοικούν μέσα του, ζουν στη σκιά του, τρέφονται απ’ το πνεύμα του. Αν τα σκοτώσει θα επανέλθουν με άλλη μορφή, αν αποφασίσει να τα διαμορφώσει, προβιβάζοντάς τα σε ενεργά, κινδυνεύει να τον σκοτώσουν αυτά».

Τα λόγια αυτά μπορείτε να τα συναντήσετε στο καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, και είναι βέβαιο πως περιγράφουν με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια την αφηγηματική τακτική που ακολουθεί.
Για να είμαι ειλικρινής, το συγγραφέα τον γνώρισα πριν από λίγες μέρες, αλλά πιστεύω πως αυτό που κάνει καλύπτει μια χαρά την επιθυμία του Ρολάν Μπαρτ για μια μυθιστορηματική μορφή, η όποια θα διατηρεί τον «δοκιμιακό» χαρακτήρα (κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνει την ίδια την έννοια του δοκιμίου), χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί «μυθιστόρημα».

Το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» δεν μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα, ούτε νουβέλα, ούτε διήγημα, ούτε αφήγημα, σπονδυλωτό ή όχι.
Ασφαλώς αφηγείται. Αλλά στέκεται με απόλυτη ειλικρίνεια απέναντι στην ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης.
Κάποτε οι άνθρωποι έλεγαν μιαν ιστορία με αρχή μέση και τέλος, φροντίζοντας να μιμηθούν το μάτι ενός φανταστικού θεατή. Αυτό που κάνει σήμερα η κάμερα. Κάπου κάπου σχολίαζαν τις πράξεις των ηρώων, καλύπτοντας την σκοτεινή πλευρά της δράσης: το μέσα του ήρωα.
Όσο περνούσε ο καιρός, αυτά τα σχόλια γίνονταν όλο και πιο μεγάλα, ώσπου η δράση δεν ήταν παρά μια αφορμή για το μυθιστόρημα. Οι μυθιστοριογράφοι έκαναν ψυχολογία, αυτό που κάνουν σήμερα οι συγγραφείς βιβλίων ψυχικής υποστήριξης.

Τι έμεινε λοιπόν στο μυθιστόρημα; Μια άδεια φόρμα, ένα σακί, που πλήθος επαγγελματιών γεμίζουν καθημερινά με παραφράσεις τηλεοπτικών σειρών.
Και η λογοτεχνία; Οι λέξεις; Πώς μπορεί κανείς να αφηγηθεί με λέξεις μια ιστορία, σήμερα; Προσέξτε, μιλώ για λέξεις, όχι για σήματα που θα καθοδηγήσουν τον ενδεχόμενο σεναριογράφο ή θα αναπαριστούν τα γραφόμενα στο μυαλό του αναγνώστη σαν να έβλεπε ένα σίριαλ.
Όταν καταπιάνεσαι λοιπόν με τις λέξεις, και θέλεις να κάνεις στον αναγνώστη αυτό που μόνο οι λέξεις μπορούν να του κάνουν, είσαι υποχρεωμένος να πας μέχρι το τέλος των συνεπειών.

Ποιες είναι αυτές οι συνέπειες, μπορούμε να το δούμε πεντακάθαρα στο «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Αυτό που μας αφηγείται είναι μια απλή ερωτική ιστορία. Αλλά μια απλή ερωτική ιστορία αφηγείται σχεδόν πάντα τον τρόπο με τον οποίο ερωτεύεται ένας άνθρωπος, και ο τρόπος με τον οποίο ερωτεύεται ένας άνθρωπος αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο του ανήκει το σώμα του και η ψυχή του.
Πλην όμως ο τρόπος με τον οποίο του ανήκει το σώμα του και η ψυχή του αφηγείται την ιστορία των επιθυμιών που επένδυσε στο περιβάλλον του, τις επιτεύξεις και τις ακυρώσεις.

Η ζωή μπορεί να είναι πολύ απλή. Λες ένα «Σ’ αγαπώ» και δέχεσαι τις συνέπειες. Αν θέλεις όμως να αφηγηθείς ένα «Σ’ αγαπώ», το να περιγράψεις με τυπικό τρόπο την σκηνή δεν λέει ούτε καν «Σ’ αγαπώ».
Για να αφηγηθείς ένα «Σ’ αγαπώ» πρέπει να καταθέσεις λέξεις που θα λένε την ιστορία αυτής της κουβέντας — ξεχωριστή για κάθε άνθρωπο. Δηλαδή να καταθέσεις την ιστορία αυτού του ανθρώπου, το φάντασμα που προσπάθησε να εξευμενίσει, και το εξαγρίωσε, δίνοντάς του μιαν άλλη μορφή.
Χρειάζεσαι ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, διαλόγους, ημερολογιακές σημειώσεις, ό,τι μπορείς να βρεις για να ενορχηστρώσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο, που θα απαλύνει την πληγή της γραφής.

Γιατί όπου υπάρχει γραφή —όχι γράψιμο— υπάρχει μια πληγή, που θέλει ή ευελπιστεί πως θα κλείσει. Ποια είναι αυτή η πληγή;

Αυτό πια θα το νοιώσετε, διαβάζοντας το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα».


Σας ευχαριστώ

Γιώργος Μπλάνας

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2006

ΧΩΡΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΣΑΙ ΞΕΓΡΑΜΜΕΝΟΣ


( η ομιλία μου στην παρουσίαση του βιβλίου ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ στο βιβλιοπωλείο ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΡΑΗΣ στο Χαλάνδρι στις 02.02.2006 )



Το βιβλίο αυτό είναι μια ιστορία μέσα σε μια άλλη ιστορία – αυτήν του προηγούμενου βιβλίου μου Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου. Στα βιβλία, όπως και στη ζωή, χρειάζεται πάντα να υπάρχει μια ιστορία να την αφηγηθείς γιατί μέσα από αυτήν θυμάσαι τον εαυτό σου καλύτερα. Χωρίς ιστορία είσαι ξεγραμμένος.
Θεωρώ ότι τις μεγάλες και σημαντικές ιστορίες ο άνθρωπος τις ξαναζεί, αφού είναι σχεδόν προορισμένος για αυτές. Μπορεί και να τις παραγγέλνει κατά ένα τρόπο ή κατά ένα άλλο να είναι απών την στιγμή που συμβαίνουν και να μην τις αντιλαμβάνεται.
Όταν ξεκίνησα να γράφω το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα η ιδέα ήταν περίπου αυτή: να κάνω ένα βιβλίο ελλειπτικό, ανοιχτό, άμεσο, ώστε την όποια πλοκή του να μπορούσε να την ορίζει ο ίδιος ο αναγνώστης. Ήθελα οι ήρωες μου να είναι «κρυφοί», να μην εμφανίζονται στις σελίδες του. Αυτά, σαν αφηγηματική πρόθεση.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα βιβλία μου δεν είναι «κανονικά», δεν είναι μυθιστορήματα, τα χαρακτηρίζουν αφηγήματα και μάλιστα «εναλλακτικά», επειδή δεν υπάρχουν ήρωες, μυστήριο, πλοκή, η γνωστή κυρίαρχη συνταγή του αρχή – μέση – τέλος. Μα, υπάρχουν, απλώς δεν είναι «εμφανή». Θέλω να πω, φυσικά και υπάρχει αρχή – μέση – τέλος, απλώς ίσως ακολουθείται άλλη σειρά! Φυσικά και υπάρχουν ήρωες, μπορεί όμως να μην είναι απαραίτητα πρόσωπα. Θα μπορούσαν, ας πούμε, να είναι εποχές, εικόνες ή και τραγούδια ακόμα. Τα τραγούδια ήταν σίγουρα οι ήρωες στο προηγούμενο βιβλίο μου.

Δίδεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να τα αναζητήσει όλα αυτά, να πλάσει τους δικούς του χαρακτήρες με βάση τα ερεθίσματα που του παρέχονται. Η συμμετοχή του σε ένα αναβαθμισμένο επίπεδο είναι απαραίτητη, του προσφέρει ελευθερία σκέψης, του απλώνει την φαντασία και τελικά καθορίζει και την σχέση του με τον συγγραφέα ως ισότιμη, μια και για μένα αυτό είναι το ζητούμενο.
Οι συγγραφείς δεν είναι παρά καθημερινά πρόσωπα που απλώς έχουν τη διάθεση ή την ανάγκη να πουν κάποια πράγματα σε κάποιους άλλους. Ο τρόπος που το κάνουν διαφέρει, και αυτή η διαφορά είναι που προσδιορίζει, σύμφωνα με τους «κριτικούς» και τα αφηγηματικά είδη.

Όσα συμβαίνουν σε αυτό το βιβλίο δεν είναι όλη η ιστορία, είναι μόνο κάποια στιγμιότυπα. Μικρές λεπτομέρειες που σε προκαλούν ξαφνικά να τις αξιοποιήσεις. Η πραγματική ιστορία συμβαίνει εκτός των σελίδων του και είναι ο τρόπος που ο καθένας μας ξεχωριστά αντιλαμβάνεται τα γεγονότα. Το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα αφήνει κενό χώρο, αρνείται να τον συμπληρώσει και να τον καταθέσει ως περαιωμένο, αφού έτσι θεωρεί ότι αποκλείει τον ενεργό ρόλο του αναγνώστη.
Έχει να κάνει πολύ με την απουσία ενός σημαντικού προσώπου, ενός σημαντικού γεγονότος, μιας σημαντικής στιγμής, αυτής της κρίσιμης και καθοριστικής στιγμής που άλλαξε, με μαγικό τρόπο, όλες τις άλλες. Έχει να κάνει πολύ με την επικοινωνία και την ανάγκη μας να ξεφορτωθούμε κάποια «συναισθηματικά βάρη» που μας εμποδίζουν να προχωρήσουμε παρακάτω. Έχει να κάνει πολύ με την απώλεια, έναν εικονικό θάνατο, - πόσα αγαπημένα πράγματα έχουμε χάσει, γνωρίζοντας ότι δεν θα τα ξαναβρούμε;

Το ίδιο το βιβλίο είναι ένας μικρός θάνατος, μια ανυπολόγιστη απώλεια. Από την στιγμή που το γράφεις το χάνεις οριστικά. Είναι σαν ένα ωραίο γυναικείο πρόσωπο που ξαφνικά και πολύ γρήγορα είδες στο δρόμο περνώντας με το λεωφορείο. Δεν θα το ξαναδείς. Οι λέξεις που τοποθετείς στο χαρτί είναι μια προσπάθεια να συνδεθείς απευθείας με τα βαθύτερα τοπία της ύπαρξης σου, μια κατεξοχήν πράξη αυτογνωσίας που σκοπεύει να αποκαταστήσει τις ισορροπίες σου με το κοινωνικό περιβάλλον. Αν έχεις βρει τις ισορροπίες σου δεν χρειάζεσαι τις λέξεις για να στις υποδείξουν. Δεν έχεις κανένα λόγο να είσαι συγγραφέας.

Οι άνθρωποι που γράφουν δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη ευκολία με τις λέξεις. Αντίθετα, έχουν κάποια δυσκολία, στην αγωνία τους να τις βρουν και να εκθέσουν δημόσια κομμάτια του εαυτού τους. Η διάθεση εξομολόγησης που δείχνουν δεν είναι απλή, είναι επώδυνη σαν τοκετός, και αυτή για μένα θα έπρεπε να είναι η ουσιαστική συνεισφορά τους στο άνοιγμα ενός διαλόγου με το κοινό τους.
Στο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα αυτός ο διάλογος είναι εμφανής. Δεν θα χαρακτηρίσω το επίπεδο διεξαγωγής του, αυτό θα το κάνουν άλλοι, «ειδικότεροι». Εκείνο για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι υπάρχει. Αυτός ο διάλογος είναι η πρωταρχική ουσία της γραφής και ο σημαντικότερος λόγος που το βιβλίο αυτό γράφτηκε.

Η ερωτική σχέση που περιγράφεται εδώ, τα θραύσματά της ακριβέστερα, είναι μια σχέση οδύνης και σαν τέτοια πρέπει να ειδωθεί. Το ανώδυνο, το φαινομενικά απλό, δεν προσέλκυσε ποτέ το ενδιαφέρον του συγγραφέα. Είναι μια σχέση που η αρχή της εκτίθεται στο προηγούμενο βιβλίο μου Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου και εδώ συνεχίζεται ως ενεργή απουσία που καθορίζει και προσδιορίζει τις εξελίξεις. Είναι μια αβάσταχτη παρουσία αυτή η απουσία, μια πάλη ανάμεσα σε έναν ευάλωτο Ενεστώτα και έναν αδυσώπητο Παρατατικό που δεν έχει τέλος. Κάποια στιγμή ο Παρατατικός εξομοιώνεται με πραγματικό Ενεστώτα, ενθρονίζεται κυρίαρχος στο παρόν, και αυτό το παιχνίδι είναι ο έρωτας που συνεχίζεται με άλλο πρόσωπο και τελικά θριαμβεύει σε βάρος ενός ιδιωτικού χρόνου.

Ο έρωτας δεν είναι κάτι που μπορείς να αφηγηθείς μόνο με λέξεις. Μπορείς να περιγράψεις την οδύνη του, την απουσία του εγώ, την πλάτη του καθώς φεύγει, αλλά πώς να αποτυπώσεις την αρμονία των δονήσεων που προκαλεί, πώς να ανακαλύψεις την ίδια του την ουσία; Χρειάζεσαι χρώματα, ρυθμούς, αναπνοές που να κόβονται. Είναι ένα πολύ ακραίο συναίσθημα για να αναζητήσεις, έστω προσωρινά, καταφύγιο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το ζήσεις. Στο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα ο έρωτας προσωποποιεί ένα ακόμα ιδανικό, αυτό που κάνει τις επιθυμίες μας να παραμένουν πεισματικά ζωντανές.

Υπάρχει ένα ακόμα βασικό κλειδί που ξεκλειδώνει κάποιες μυστικές πόρτες του βιβλίου και αυτό το κλειδί αφορά στην απεύθυνση που αλλάζει ρόλους και ιδιότητες διαρκώς, παραμένοντας πάντα στην θηλυκή της υπόσταση: Η γενιά, Η εποχή, Η γυναίκα.
Υπάρχουν σημεία που οι ρόλοι γίνονται δυσδιάκριτοι, δεν γνωρίζεις καν αν αυτός ο ιδιότυπος διάλογος είναι μεταξύ του αφηγητή και μιας γυναίκας ή του αφηγητή και της γενιάς του. Θεωρώ και εδώ ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι που «χαιδεύει» την φαντασία και δίνει βήμα στον αναγνώστη να καταθέσει - κι αυτός με τη σειρά του - την δική του ξεχωριστή εκδοχή, που μπορεί να είναι εξίσου ενδιαφέρουσα ή και πιο ενδιαφέρουσα ακόμα από την συγκεκριμένη οπτική του συγγραφέα.

Δεν θα σταθώ ιδιαίτερα στην μουσική πλευρά του Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα. Τα βιβλία έχουν πάντα την δική τους ξεχωριστή μουσική, είτε αναφέρονται σε αυτήν με έμμεσο ή άμεσο τρόπο, είτε όχι. Έχω αρκετές φορές πει ότι το ροκ λειτούργησε σαν καταλύτης στην εφηβεία μου, συνδέοντας γεγονότα και στόχους και σε ένα μεγάλο βαθμό καθόρισε την ενηλικίωση μου και την στάση μου απέναντι στα πράγματα. Είναι φυσικό κάτι που αγαπάς να μεταφέρεται και στο κείμενό σου.
Νομίζω ότι αυτά τα λίγα είναι αρκετά. Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο.

Σας ευχαριστώ πολύ


Σταύρος Σταυρόπουλος