Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΞΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


 
Η Θεσσαλονίκη μοιάζει μ' ένα τεράστιο νήμα που κρέμεται απ' τον ουρανό - κάτι σαν ενοχλητικό καπέλο. Στις όχθες της υπάρχει ένας παλιός πόλεμος, χωρίς μέλλον. Τα μπαρ είναι όλα ανοιχτά. Εγώ, κλειστός. Στην Αριστοτέλους ένα τερατόμορφο ον, μάλλον θηλυκός δράκος με πρόσωπο δίνες, ανοιγοκλείνει το στόμα του. Καταπίνει όλους τους περαστικούς, τα μαγαζιά της πλατείας, τους κάδους της ανακύκλωσης, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις ειδήσεις της πόλης. Αφαιρεί τον ορίζοντα και τους δρόμους απ' την εικόνα. Έχει μείνει μόνο η θάλασσα κι εσύ. Το εσύ δεν υπάρχει. Διαγράφεται. Πριν πολλά χρόνια έγινες μέρος αυτού του αλμυρού τοπίου κι έτσι δεν μπορώ να διακρίνω που ακριβώς έχεις βυθιστεί. Σε ποιό ακριβώς ύψος βρωμιάς κείτεσαι. Δεν έχω μάτια. Τα ξέχασα κάποτε σ' ένα ξενοδοχείο, το ίδιο με τώρα, Hotel Ilios, παρατηρώντας την ομορφιά που χανόταν. Βάζω διστακτικά το δάχτυλό μου στο θαλασσινό νερό, δημιουργώντας έναν μικρό, στενό κύκλο. Μετά το δοκιμάζω αργά στο στόμα μου: Είναι πικρό και μου αφήνει μια αίσθηση ασύνορου μένους. Φτύνω το μίσος από την αχαριστία των ημερών σου. Φτύνω το νερό στο νερό και ξαναγυρίζει στο στόμα μου. Προσωρινά αποτρέπω έναν πνιγμό που, ούτως ή άλλως, έχει συμβεί. Είναι ο δικός σου, με χιλιάδες εκδοχές προσώπων. Μια ελεεινή κρούστα. Εκπνοή. Εισπνοή. Εκπνοή. Εισπνοή. Εκπνοή. Τίποτα. Τίποτα από σένα δεν φαίνεται.

Την αγάπη δεν την ισχυρίζεσαι. Δεν την επικαλείσαι. Απλώς, την αποδεικνύεις κάθε μέρα.

Σ.Σ.

Photo: Hotel Ilios. Εγνατία 27, Θεσσαλονίκη. Τα δύο δέντρα μπροστά στο ξενοδοχείο απομακρυσμένα, αλλά παράλληλα, φύτρωσαν στη θέση μας. Ανάμεσά τους ένας κάδος σκουπιδιών επιβλέπει το αποτέλεσμα.
 
 

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ΕΠΤΑ ΒΗΜΑΤΑ


[ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΣΤΟ ΦΙΛΙΟΝ]

Θα είμαι εγώ, θα είναι η σιωπή, εκεί που είμαι, δεν ξέρω, δεν θα μάθω ποτέ, μέσα στη σιωπή δεν ξέρεις, πρέπει να συνεχίζεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω.

SΑMUEL BECKETT
Ο Ακατανόμαστος, 1953


Από το Πιο νύχτα στην Πράξη: Ο δρόμος των 7 τελευταίων βιβλίων από την μήτρα του κόσμου έως το τίποτα.
Μια συζήτηση με τον Θέμη Ροδαμίτη και το κοινό για όλα όσα μεσολάβησαν στο μεταξύ.

[ΥΓ. Η ιστορία της γραφής των βιβλίων. Η πορεία. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Η τετραλογία με τα 7 παιδιά. Οι οφειλόμενες εξηγήσεις. Οι νύξεις του δρόμου. Οι αόρατες ρήτρες. Και η συνέχεια. Καμιά φορά, γυρνάς πίσω για να δεις τον θάνατο σε πολλαπλάσιες εκδοχές. Μαθαίνεις να τον χαιρετάς.

Δεν μένεις όμως, γιατί έχεις γίνει ήδη αθάνατος.]


Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΠΟΙΗΣΗ ΒΕΒΗΛΗ ΚΑΙ ΙΕΡΗ




Η γυναίκα, το σώμα, η θάλασσα, η μήτρα, το έμβρυο, ο  κόσμος και ο θάνατος

Mεταμορφώσεις και σημεία του ανδρικού φαντάσματος στην τετραλογία του Σταύρου Σταυρόπουλου με αφορμή το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (εκδ. Σμίλη, 2013)

Από την Πέπη Ρηγοπούλου

Η γυναίκα: Στον πληθυντικό που είναι ο επίμονος ενικός. Πανταχού απούσα στην παρουσία της και αντιστρόφως. Πεισματικά σιωπηλή συνομιλήτρια. Φωτογραφία, το βέβηλο εικόνισμα της νεωτερικότητας, ξόανο βέβηλης θεάς που ακούει τις κατηγόριες με ένα αδιόρατο, αρχαϊκό χαμόγελο. Ξέρει πως είναι οι προσευχές του άθεου στην θεά επιθυμία. Οι προσευχές τής αναθέτουν υψηλές αποστολές: Να ζωντανέψει τον έρωτα, να νικήσει τον ζόφο, να ξαναγεννήσει τον κόσμο: Όλες οι υψηλές αποστολές που ο άντρας προσκυνητής της αναθέτει έχουν να κάνουν με το πιο ασώματο που υπάρχει: το σώμα. Αλλά γυναίκα, μισητή, πολυπόθητη, τροφός της αγάπης, διαλύεται άσπλαχνα, έτσι μας λέει ο άντρας, στο πρώτο άγγιγμα που απαιτεί.  

Το σώμα: Απωθημένο συνώνυμο της γυναίκας. Αποτελείται από λαιμό, ώμους, μπράτσα, γοφούς, μηρούς, κνήμες. Το σώμα:  Κατ’ εξοχήν αποτελείται από τα στήθη, από όπου ρέει το πολυπόθητο γάλα που είναι ζωή ή θάνατος. Το σώμα: Εξαρτήματα που η μεγάλη κούκλα, γυναίκα –απάτη, Πανδώρα /Λούλου, πρόγονος  όλων των γυναικών, Πανδώρα/ Λούλου, καλόν  κακόν αντ’ αγαθοίο, όμορφο κακό στη θέση του καλού, κληρονόμησε από τον επίβουλο Ερμή, τσιράκι του Δία, προστάτη των κλεφτών, εργολάβου του κάτω κόσμου. Εξαρτήματα που ο γλύπτης εραστής, προσκυνητής και καταστροφέας συνθέτει με αγωνία για να τα δει να γκρεμίζονται σαν τα έργα εκείνα που ο Τίνγκελι έστηνε μπροστά στα μάτια των θεατών του στην ατομική βάση του Άλαμο για να τα κάνει να χορέψουν και μετά να σωριαστούν σε κομμάτια ή στεριανά ναυάγια. 

 Η θάλασσα: Το πιο μεταφυσικό από τα πραγματικά. Το πιο υλικό από τα όνειρα. Γαλήνια και τραυματισμένη. Επιθυμητή και τρομακτική. Τρομακτική διότι είναι επιθυμητή. Επίμονη, διαβρωτική. Κρύβοντας στο βυθό της το αβάσταχτο. Καλώντας μας για μια κατάδυση που δεν εγγυάται επιστροφή. Από στιγμή σε στιγμή, από στίχο σε στίχο, ποίημα σε ποίημα, έτοιμη να ξεχειλίσει ανεξέλεγκτα, να δώσει τον λόγο στους πνιγμένους, να μας δείξει τις ζωές μας φυλακισμένες ανάμεσα στις υποβρύχιες της σπηλιές. Η θάλασσα. Πηγή της ζωής, μήτρα του θανάτου. Γοργόνα/ Μέδουσα μεταμφιεσμένη σε Γοργόνα /Παναγιά ή το αντίστροφο. Μονίμως εγκυμονούσα το άδηλο, το επίβουλο ή το λυτρωτικό. 

Η μήτρα: Πρώτο και τελευταίο καταφύγιο. Άλτερ έγκο της θάλασσας, υγρός κόσμος που γαληνεύει είτε φουρτουνιάζει και λυσσομανά σαν μια θάλασσα απόρριψης. Αλτερ έγκο  της γης που μας γεννά και που μας περιμένει να επιστρέψουμε σε μεγάλα πιθάρια που μας φιλοξενούν σε στάση εμβρύων ή σε μικρές τεφροδόχες που μας δείχνουν τον φόβο σε μια χούφτα όχι σκόνη αλλά στάχτη. Σκότος νηδύος.  Σκοτάδι υγρό που είναι ο νομοθέτης της ζωής θεών και θνητών. Ιερός ναός που επικαλείται χωρίς να γνωρίζει αν θα εισακουστεί ο κάθε οργασμός. Από την μήτρα της γης και της θάλασσας, την μήτρα του οργασμού αναδύεται το έμβρυο.

Το έμβρυο:  Η προσφιλής μεταμόρφωση των ερώτων : εραστή είτε ερωμένης. Όταν στις διαχύσεις τους οι εραστές γίνονται μωρά, ζουν απλώς το προκαταρκτικό στάδιο. Προπονούνται για να γίνουν έμβρυα, ανθρώπινα είτε προ-ανθρώπινα. Το έμβρυο αναδεύει μέσα στην μήτρα, μέσα στην θάλασσα. Κουλουριάζεται, παίρνει την πρωταρχική στάση  που γνωρίζει από πάντα,  και  που την ξαναθυμούνται οι μύστες, αυτοί που ονομάζονται και διπλο- γεννημένοι και επίσης οι νεκροί στις προϊστορικές ταφές. Ο άντρας αναθέτει στην γυναίκα, στην θάλασσα, στην μήτρα, στο έμβρυο, το ανέφικτο που επιμένει να θεωρεί αυτονόητο: Να ξαναγεννήσει τον κόσμο. Θα  πείτε: Στην πραγματικότητα αναθέτει στην γυναίκα-θάλασσα-μήτρα να ξαναγεννήσει τον ίδιο ως έμβρυο. Να τον ξαναγεννήσει σωστά. Ως αθάνατο. 

Ποίηση βέβηλη και ιερή: ξόρκι για να μας ξεχάσει ο θάνατος.

Πέπη Ρηγοπούλου
Η εφημερίδα των Συντακτών, 17.5.2015

*Η Πέπη Ρηγοπούλου είναι καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και Αισθητικής, Επικοινωνίας και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΕΔΩ



Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ




Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,
θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν
«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,
μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου
στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες
χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.
Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα
της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν
θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν
μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.
Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα
με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,
πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,
τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.
Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι
σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:
«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»
Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι
κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,
ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα
της εκκλησιάς […]

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «Γιορτές» (απόσπασμα)
από τη συλλογή «Ασάλευτη Ζωή»
 
*Paint: Crucifixion, Anton Van Dyck (1622)

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

ΡΕΚΒΙΕΜ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ


ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κατά τον δαίμονα εαυτού, εκδόσεις Σμίλη, σελ. 166

Τα τελευταία χρόνια, ο Σταύρος Σταυρόπουλος εκδίδει λογοτεχνία με συχνότητα δύο βιβλίων ανά έτος. Βιβλία όμως ανόμοια μεταξύ τους, σε άλλες θεματικές περιοχές το καθένα, με διαφορετικό ύφος έκαστο. Είναι φανερό πως δεν πρόκειται για φλυαρία, ούτε για παραγωγική μανιέρα.
Γράφω σε πρώτο ενικό γιατί τα λάθη μου έχουν ονοματεπώνυμο.
Παρά αυτή την διαβεβαίωση, ήδη από την εναρκτήρια σελίδα, δεν μιλά ένα πρόσωπο αλλά δύο, που μάλιστα βρίσκονται σε ταραχή, και κυριαρχούν στο ανά χείρας βιβλίο. Το πρόσωπο που ζει, χωρίς να μπορεί να ζήσει. Το πρόσωπο που γράφει, χωρίς να μπορεί να γράψει. Μπορούν, βέβαια, και να ζήσουν και να γράψουν, και το δείχνουν εν τοις πράγμασι, όμως αρνούνται να το αποδεχθούν, ως ζωή και ως γραφή, γιατί ελλείπει το νόημα, τόσο της ζωής όσο και της γραφής. Όσο και αν το καθένα τους υπερβαίνει εαυτόν, όσο και αν καταλήγει σε σημαντικά συμπεράσματα.
Σημασία έχει η πράξη του συναισθήματος και όχι η πρόσληψή της από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται. Όταν αγαπάς νικάς τον θάνατο του άλλου.
Αυτό ακριβώς είναι που δεν αρκεί. Η ζωή, μόνο για τη ζωή, η γραφή, μόνο για τη γραφή.
Μιλάμε μόνο για πράγματα που πεθαίνουν επειδή δεν μπορέσαμε να τα αντέξουμε όσο ζούσαν. Αυτό είναι η μοναδική ευθύνη του συγγραφέα σήμερα: Η πούδρα στο πρόσωπο του νεκρού.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο λόγος απισχνούνται από τις ρυθμικές αποχρώσεις του και καταλήγει στεγνός, επιγραμματικός, πεζός, και συχνά αμήχανος, όταν έχει να διαχειριστεί είτε την ένταση του συναισθήματος είτε την ένταση της γραφής. Λόγος ταραγμένος, συγχυσμένος, ηττημένος.
Ποιο είναι όμως το ελλείπον νόημα της γραφής; Είναι το συναίσθημα. Και της ζωής; Είναι η γραφή. Τόσο απλά; Αυτό το τεράστιο χάσμα δεν γεφυρώνεται, με τεχνικές είτε της ζωής είτε της γραφής. Δηλαδή, με τις τεχνικές που δοκιμάζει ο Σταυρόπουλος, ρίχνοντας γέφυρες, είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά, όντας κάθε φορά το ένα ή το άλλο πρόσωπο. Αυτές οι αυτοσχέδιες γέφυρες, όπως τις πετά απέναντι, φθάνουν να αγγίζουν και να γδέρνουν τα τοιχώματα, να αποσπούν κομμάτια ολόκληρα της αντίπερα όχθης, αλλά ποτέ δεν αγκυρώνονται σε στέρεο έδαφος, και απομένουν να κρέμονται στο κενό.
Δεν έχει βέβαια καμιά άλλη λύση, από το να συνεχίσει την προσπάθεια. Εν τω μεταξύ, η ποίηση θα συνεχίζεται, όπως και η ζωή. Ερήμην.

Το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου έχει λοιπόν μια διπλή σημασία, τόσο ως τεκμήριο της αμηχανίας του σύγχρονου ποιητικού λόγου, όταν δοκιμάζει να βγει έξω από την ασφάλεια της συνήθους ποιητικής θεματολογίας, πηγαίνοντας μετωπικά στη ζωή, όσο και ως τεκμήριο μιας άλλης αμηχανίας, εκείνης μπροστά στο αμετάτρεπτο της βιωμένης εμπειρίας του σύγχρονου ανθρώπου, όταν κάποιος δοκιμάζει να την προσαγάγει ενώπιον της τέχνης.

Όμως η ζωή και η τέχνη δεν αποτελούν μόνο τεκμήρια και σημασίες της εποχής τους, αλλά πραγματωμένες ποιότητες. Και πάλι ερήμην. Τώρα του προσώπου το οποίο τις πραγματώνει. 

Ο άνθρωπος λοιπόν δεδικαίωται, όπως και ο ποιητής.

 
Κώστας Βούλγαρης
Αυγή της Κυριακής, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ