Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

ΚΙ ΕΣΥ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ





Δεν κοιμάμαι απόψε
Μπορεί να μην ξανακοιμηθώ ποτέ
Οι αμαρτίες του παρελθόντος έχουν έρθει
Κοίτα πως μαζεύτηκαν όλες μαζί

Έξω απ’ το παράθυρό μου
Έξω απ’ την πόρτα μου
Και ξέρω το λόγο
Γιατί ήρθαν όλες εδώ

Εσύ αγάπη μου, γλυκιά, γλυκιά μου αγάπη
Αυτό είναι όλο, γιατί

Να παραδίδεσαι είναι εύκολο
Ξέρω ότι δεν με βλάπτει
Αλλά η αθωότητά σου με στοιχειώνει
Η πιο θανατηφόρα απ’ όλες τις γοητείες

Ω, θα πρέπει να έχω κάνει κάτι λάθος
Μια σκοτεινή και απομακρυσμένη μέρα
Το ξέρω καλά αυτό απόψε
Έτσι πρέπει να πληρώσω

Και εσύ αγάπη μου, γλυκιά, γλυκιά μου αγάπη
Αυτό είναι όλο, γιατί
Εσύ αγάπη μου, γλυκιά μου, γλυκιά μου αγάπη
Αυτό είναι όλο, γιατί

Songwriter: CHRIS REA
Song: And you my love  
Album: Auberge (1991)
Μετάφραση: Σ.Σ.






Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Η ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΩΝ ΜΑΣ




Σταύρος Σταυρόπουλος
Πράξη Εξαφάνισης
σελ. 112
εκδ. Σμίλη


Η λέξη ως εργαλείο σημασιολογικής νόθευσης. Ας το πούμε εξαρχής όπως δεν το λέει, αλλά το εννοεί ευθέως ο Σταύρος Σταυρόπουλος. Υπάρχει η κόσμος, τίκτει η κόσμος, πεθαίνει η κόσμος. Ουσιαστικό γένους θηλυκού. Μόνο θηλυκού. Με σαρδόνια αφέλεια έχει καταχωρηθεί στα επίσημα λεξικά ως ο κόσμος (μικρός, μέγας, μυητικός, χαλιναγωγημένος – δεν έχει σημασία, δεν είναι της παρούσης) και μπορεί γραμματολογικά να είναι ορθή η πρόσδεση του αρσενικού στοιχείου στο σύνολο των ουράνιων και ανθρώπινων σωμάτων, εντούτοις, στην ουσία της, η λέξη δεν μπορεί παρά να είναι θηλυκή. Κόσμος, που ετυμολογικά, κατά μια εκδοχή προέρχεται από το λατινικό censeo, δηλαδή «τιμώ» και τι περισσότερο πρέπει να τιμάται από αυτό το πλάσμα που κουβαλάει ζωή, φέρνει ζωή ή αφαιρεί ζωή όταν χαθεί.

Έχοντας καταπιαστεί κι άλλες φορές με την ποίηση του Σταυρόπουλου καταλήγω πάντα στον ίδιο εννοιολογικό άξονα, στην αυτή συγκριτική προσέγγιση: το θήλυ απαντάται οργανικά στους στίχους του, τα ποιήματά του είναι ένας μηχανισμός αναζήτησης, καταβύθισης, υπερεντατικής αναζήτησης του άλλου φύλου. Όχι με τη λογική του ένθερμου ερωτιδέα που ψάχνει το έτερον άλλο. Όχι με την στενοκοπιά του ρομαντικού τροβαδούρου που βλασταίνει μέσα στις λέξεις του κορφές ερωτικών μοσχευμάτων. Ούτε φυσικά με την ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά ενός χύδην εκτροφέα φτηνών συγκινήσεων προς τέρψη των αναγνωστών. Ο Σταυρόπουλος ξεκινάει από μια βαθιά κόκκινη περιοχή για να καταλήξει σε μια ρόδινη σταύρωση, όπως μας έλεγε παλιά και ο Χένρι Μίλερ. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον θηλυκό πόλο που μπορεί να είναι μια γυναίκα, μια απτή φιγούρα εννοώ, αλλά ενδέχεται να είναι μια ιδέα γυναίκας, μια διαισθητική εικόνα γυναίκας, ή, όπως συμβαίνει σε αυτή τη συλλογή, να είναι απλώς η αφορμή για να μιλήσει για μια μεγαλύτερη σε τάξη και μέγεθος γυναίκα: την κόσμο.

Εύκολα μπορεί να νοηματοδοτηθεί αλλιώς η ποίησή του, εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια τραχιά εκδοχή ερωτικής ποίησης, μια ροκ μπαλάντα για κακούς σπόρους του έρωτα. Φοβάμαι, όμως, αν συμβεί αυτό μάλλον θα έχουμε χάσει μεγάλο μέρος των χυμών αυτής της ποίησης η οποία μπορεί να βγαίνει από σώματα, έχει κάμποσα χθόνια και σωματικά στοιχεία, εκκρίσεις, δέρμα, νύχια, μαλλιά, μπορεί, λοιπόν, να βγαίνει από σώματα, αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά. Υπερβαίνει τη φθαρτή φύση των νοηματοδοτούντων εκτρέποντας τη ποιητική ροή προς μια αλληγορία που δεν είναι κρυπτική, αλλά σημαίνουσα. Στον Σταυρόπουλο ισχύει αυτό που έλεγε ο Μαλαρμέ για τα ποιήματά του: είναι αλληγορικά ως προς τον εαυτό τους.

Στην «Πράξη Εξαφάνισης» συγκεφαλαιώνεται τρόπον τινά η προβληματική των τελευταίων ποιητικών συλλογών του, σε ένα ανάπτυγμα που φέρει συγκεκριμένη χρονική σήμανση (μιλάει για ένα φθινόπωρο), αλλά με τέσσερις διαφορετικές εκδοχές του που δεν είναι διάφορες η μια από την άλλη, αλλά συμπληρωματικές, επικαλυπτόμενες, συμπάσχουσες και κυρίως σπειροειδώς αναπτυσσόμενες. Τα τέσσερα μέρη είναι σαν επαναλαμβόμενα μουσικά μοτίβα του Τζον Κέιτζ ή σαν μουσικά αναπτύγματα του Μπράιαν Ίνο. Με μια μορφική υποσημείωση την οποία προσωπικά αντικρίζω με τέτοια επίταση στην ποίησή του. Αυτή της συνθετοαντίθεσης, ας μου επιτραπεί ο όρος. Εξηγούμαι: Η Πράξη Εξαφάνισης είναι χωρισμένη σε τέσσερα μέρη. 

Στην εποχή της συνήθειας, αυτό που κυριαρχεί είναι το ανοίκειο, το μη συνηθισμένο, το από αλλού φερμένο. Να σκεφτεί κανείς πως ο ποιητής φτάνει σε τέτοιο σημείο αποκάθαρσης ακόμη και από την ίδια του την τέχνη, το μετιέ του, τη συνήθειά του, και δηλώνει ότι δεν έγραψε αυτός τα ποιήματα, αλλά τα κουπιά. Ο ίδιος αρέσκεται να ομνύει σε ποίημα, αυτό που βρήκε σε ένα θηλυκό εσύ. Ομοίως, στην εποχή της σιωπής είναι περισσότερο από κάθε άλλη πτύχωση της τετράδας η έννοια του συγγραφέα, του ποιητή, του ανθρώπου που καταγίνεται οργανικά με τις λέξεις και την εικονοποιία τους. Αναφέρονται συγκεκριμένοι ιδαλγοί των λέξεων, γίνεται σαφής η έννοια της γραφής ως πράξη υπαρξιακής ανάγνωσης. Και τότε γιατί η εποχή της σιωπής; Τι εξαφανίζει τους δημιουργούς και τους οδηγεί σε μια αναπόδραστη σιγή; Στην εποχή της πέτρας περιμένει κανείς μια συμπαγή δομή, κάτι άρτιο δομημένο και ακλόνητο. Έναν βράχο ακρίβειας, ένα καταστάλαγμα και αίφνης βρίσκεται μπροστά στα πλέον ρέοντα ποιήματα.
Στην εποχή της βροχής αναμένεις μια μορφή κάθαρσης. Να πέσει το νερό να γιάνει ο τόπος. Να καθαριστεί ο εσμός, η βρόμα, το ακάθαρτο της φύσης των ανθρώπων. Και πάλι βρίσκεται σε ένα εξόχως αντιθετικό σχήμα. Η βροχή πέφτει, αλλά είναι όξινη. Πονάει δεν θωπεύει. Κάποιες φορές είναι ερωτοπαθής, αλλά σίγουρα δεν είναι πραϋντική. Τέλος, στην άλλη εποχή. Σε εκείνη που δεν έχει ανατείλει ακόμη ή που αναμένεται να υπάρξει, η πιθανολόγηση της ύπαρξης έρχεται τη στιγμή της απονέκρωσής της.

Ο Σταυρόπουλος δεν παίζει με τα νοήματα, δεν χρησιμοποιεί ποιητικά κόλπα, δεν κρύβει χαρτιά για άλλες παρτίδες. Αντίθετα, δηλώνει απερίφραστα και στον κάθε αμφισβητία: οι αντιθέσεις είναι που φτιάχνουν μια σύνθεση κόσμου. Την κόσμο. Η γυναικεία φύση άλλωστε είναι κατάστικτη από τις αντιθέσεις της. Γι’ αυτό και είναι θελκτική, μυστηριώδης και ασύμμετρη.

Ο Σταυρόπουλος, αν και άνδρας ποιητής, γράφει όχι για τις γυναίκες, αλλά για τη γυναικεία φύση του κόσμου που μας περιβάλλει. Δεν το κάνει για πρώτη φορά, αλλά τώρα το συμπυκνώνει, το ευαισθητοποιεί, του δίνει σχήμα, χρώμα, εποχή. Δεν είναι ανέσπερο καλοκαίρι, ελπιδοφόρα άνοιξη, σκούρος μπλε χειμώνας, είναι φθινόπωρο. Ταυτόσημος με τον φυλλοβόλο κόσμο μας. Με τη δική του διαυγή γλώσσα που της αρέσει να γλεντάει όταν πέφτει, που γίνεται έμπυρη όταν χτυπιέται, που ζωπυρώνει τη φωτιά όταν πάει να σβήσει, που, τελικά, γίνεται ένα βέβηλο πείσμα μπρος το πλέον ιερό θαύμα της ζωής: τον θηλυκό κόσμο. 

Την κόσμο όλων μας.

Διονύσης Μαρίνος
περιοδ. Fractal, 23.11.2016

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ

 

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

ΕΙΣ ΤΟ ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ, ΜΑΡΙΑΝ



Έλα στο παράθυρο, μικρή μου αγάπη
θα προσπαθήσω να διαβάσω την παλάμη σου.
Κάποτε νόμιζα πως ήμουν ένας μικρός τσιγγάνος
πριν σε αφήσω να με οδηγήσεις σπίτι.

Και τώρα στο επανιδείν, Μάριαν
ήρθε η ώρα  να αρχίσουμε να γελάμε και να κλαίμε
και να κλαίμε και να γελάμε
για όλα αυτά ξανά.

Ξέρεις πόσο πολύ ήθελα να ζήσουμε μαζί
όμως με κάνεις  να ξεχνώ τόσα πολλά.
Ξεχνώ να προσευχηθώ στους αγγέλους
κι έπειτα οι άγγελοι
ξεχνούν να προσευχηθούν για μας.

Και τώρα στο επανιδείν, Μάριαν
ήρθε η ώρα  να αρχίσουμε...

Συναντηθήκαμε όταν ήμασταν σχεδόν παιδιά
βαθιά μέσα στο πράσινο πάρκο με τις πασχαλιές.
Πιάστηκες από πάνω μου λες κι ήμουν σταυρός,
όπως πηγαίναμε γονατιστοί κι οι δυο μες στο σκοτάδι.

Και τώρα στο επανιδείν, Μάριαν
ήρθε η ώρα να αρχίσουμε…

Όλα σου τα  γράμματα λένε πως είσαι δίπλα μου.
Τότε γιατί νιώθω τόσο μόνος;
Στέκομαι στο περβάζι κι ο λεπτός ιστός της αράχνης σου
κλειδώνει σε μία πέτρα τον αστράγαλό μου.

Τώρα  χρειάζομαι την κρυμμένη σου αγάπη.
Είμαι παγωμένος σαν μια καινούργια λεπίδα ξυραφιού.
Έφυγες όταν σου είπα πως ήμουν περίεργος.
Ποτέ δεν σου είπα πως ήμουν γενναίος.

Ω, είσαι πραγματικά τόσο όμορφη!
Βλέπω, πήγες και άλλαξες πάλι το όνομά σου
πάνω που είχα σκαρφαλώσει στην πλαγιά του βουνού
για να ξεπλύνω τα μάτια μου με την βροχή.

Και τώρα στο επανιδείν, Μάριαν
ήρθε η ώρα να αρχίσουμε…


Songwriter: LEONARD COHEN
Song: So long, Marianne  
Album: Songs of Leonard Cohen (1968)
Μετάφραση: Σταύρος Σταυρόπουλος