Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ



ΔΕΝ είμαι παρών. Απουσιάζω. Είχα ελπίσει σ' αυτό το λευκό διάστημα, σ' αυτή την προσωρινή σχέση με το εφήμερο, σ' αυτή την προσπάθεια μη επαφής με το κενό που εκφράζει το σώμα. Αυτό το χυδαίο όστρακο είναι η διαιώνιση της πρωτόπλαστης πληγής. Το κέντρο της ντροπής ενός εκκωφαντικού λόγου. Το άνανδρο κρησφύγετο που καταργεί το βλέμμα. Της ψυχής.
Αυτό που θέλω να συναντήσω πια είναι το βλέμμα. Ανθισμένο, όπως το φως. Θέλω να το αφήσω να γράφεται πάνω στο σώμα μου, ασημένιο. Να πλεονάζει. Κεντημένο με ζάρες φρικτές.

ΕΝΑΣ κατεστραμμένος Φεβρουάριος σκεπάζει τον κόσμο. Η άδικη μοίρα των ανθρώπων κρέμεται πάνω του. Κουτσός, ελλιπής, διαλυμένος. Μήνας Παπαδιαμάντης: «Εβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Ητον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων».

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ αθόρυβα το σώμα να δικάζεται για την απουσία του. Το σώμα, δαπανημένο στην αναζήτηση του ανύπαρκτου, του άλογου, του ατελούς. Είναι ηλεκτρικό ρεύμα. Οπως όλα τα ρεύματα, όταν το αγγίξεις, πεθαίνεις.
Για να συναντήσεις την πραγματική ζωή, πρέπει πρώτα να σκοτώσεις μέσα σου αυτό που υποδύεται τη ζωή. Περνάς απ' τον θάνατο του χρόνου. Ομως, ο χρόνος απαγορεύεται.

ΜΕΤΑΦΕΡΩ τον χρόνο σε ένα φλασάκι για να τον σώσω. Είναι τόσο εύθραυστος που μοιάζει με μωρό. Αυτός ο ανήμερος γέρος που απαγορεύεται, έχει εκατομμύρια ζωές. Τον παίρνω στα δόντια μου, τον βάζω κάτω από τη γλώσσα μου να μαλακώσει, τον πιπιλάω σαν καραμέλα. Ο χρόνος είναι καραμέλα.
Χορεύεις ένα μπλουζ μαζί του κι αυτός λιώνει στην αγκαλιά σου, αφήνοντας λεκέδες στα ρούχα σου. Ο χρόνος λερώνει.

ΣΤΟ άδειο δωμάτιο τα παράθυρα ανοίγουν προς τα έξω. Μοιάζουν με τεντωμένα αυτιά. Σαν να παρακαλούν την επικοινωνία, να σε καλούν να διαπιστώσεις αυτό που συμβαίνει εντός. Τίποτε δεν συμβαίνει εντός. Χούφτες χώμα σκεπάζουν τα έως πριν σώματα. Μόνο η μουσική συνεχίζει. Ανυπεράσπιστη. Στριμωγμένη. Γαλάζια.
Ο χρόνος είναι ο τελευταίος που θα συνηγορούσε υπέρ της. Η ορχήστρα έχει αποχωρήσει. Στο τέλος της επίσκεψης υπάρχει γλυκό. Για ποιους;

ΕΞΩ βαθαίνει ο πόλεμος. Της ζωής εναντίον της ζωής. Ο άνθρωπος αναβάλλει τον εαυτό του γιατί δεν τον αντέχει. Κάποιες σελίδες λείπουν. Ο αέρας μυρίζει άδειες ταβέρνες. Μπροστά στα χαλασμένα μάρμαρα η ιστορία υποχωρεί.
Εχουν καιρό να φανούν τα χελιδόνια. Οι φωλιές με τις οικογένειες που έφτιαχναν στα μπαλκόνια του κόσμου έχουν χαθεί.

ΟΤΑΝ ΞΑΝΑΡΘΟΥΝ τα πράγματα, θα είμαι εκεί. Στο λυκόφως του κήπου, μ' ένα μπρούτζινο κηροπήγιο. Θα λέει: Ο χρόνος πέθανε.

*Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ονειρο στο κύμα



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=222674

Δεν υπάρχουν σχόλια: