Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Η ΑΓΑΠΗ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΗΤ(Τ)Α



ΕΙΝΑΙ μια γυναίκα. Σαν αιτία που κολλάει σταυρόλεξα κι όλο ακυρώνει. Το λίγο φως που είχε υπάρξει πριν το έκανε σπίτι και εκεί. Γεννούσε πεθαμένες ιστορίες σαν εντόσθια. Αργά κατέβαιναν μέσα τα θαύματα: η αμίλητη αγωνία της αγάπης. Η ανίκητη πάλη με το σκοτάδι. Ο τρόμος της καθαρής όρασης. Δεν θέλει να δει.

Οι εντός κορυφές είναι σαν τις ψυχές: μπορείς να κρεμαστείς για λίγο από πάνω τους, αλλά δύσκολα τις αντέχεις.

Φοράει μάσκα και από κάτω άλλη. Μετά άλλη. Αλλη. Το πρόσωπό της σαν πούδρα, δεν βρέθηκε ποτέ. Μόνο φλούδα - άδειο προκαλούσε. Και ξοδευόταν στον αέρα επίσημα. Χωρίς χλωρίδα και πανίδα ζωής.

ΠΗΓΕ και ήρθε και σταμάτησε κι όπως τα άλογα γονατίζουν να συναντήσει το περαστικό φως. Πάνω σε σπέρμα από σοκολάτα αμύγδαλο. Ενας απαθής θρίαμβος με φυλαχτά ήταν κρεμασμένος απ' τον λαιμό της και βάραινε. Με φόντο την Ακρόπολη όλο βάραινε. Σαν μουσική πολυκαιρισμένης όπερας.

Οστρακωμένη πάνω στον χρόνο, πέτρα σκληρή. Σισύφεια. Μόνο η λύπη μετακινούσε και γυάλιζε σαν αρπακτικό «με τρομερές συνέπειες». Θα την έλεγες χωρίς ζωή, σκισμένη.

ΓΙΑ να γράφεις όπως ακούς μουσική, όπως ψάχνεις δίσκους, όπως οδηγείς, όπως χορεύεις. Και έκανε. Δύο άσοι ενός κουτσού μήνα, σαν άδεια, παγωμένα πόδια, τον είχαν υποδεχτεί. Γενέθλιος μήνας. Οριστικός. Που βράδιασε ζωή μέσα σε μια κάρτα. Μέσα σε λίγο καιρό.

Τώρα περπατάει στη γη, με ανάγλυφο βήμα. Ο,τι βαδίζει, αποτυπώνεται. Σε όλη τη μετά ζωή θα υπάρχει αυτό το πρόστυχο βήμα που ζει. Θα υπάρχει στη σιωπή. Η νικημένη δούλα που πεθαίνει την αγάπη στη φωλιά της. Να ζει στη σιωπή.

ΗΘΕΛΕ να διπλώσει τον πόνο της και με τον τρόπο αυτόν που ξεκληρίζονται όσοι πιστεύουν ότι η αγάπη. Ενώνεται. Λες και είχε ανοίξει κάποια βουβή τρύπα και μέσα εκεί χυνόταν σαν λύπη. Αυτός έμπαινε για να ζει και τη σκεπάζει. Εκεί σαν σε σπάνια αρρώστια αγωνίζεται. Και διαταράσσεται η τάξη του κόσμου και σκορπίζεται, αλλά με μια περίεργη εμμονή να επιμένει αγάπη. Διαμέσου των άλλων ανθρώπων συνεχίζεται ο θάνατος του ανθρώπου.

ΘΑ έρθει, όμως, ο επιστήθιος καιρός που το τέλος. Και ο κόσμος αυτός θα περάσει με τη λύπη καρφωμένη στα μάτια του, αλλά με πλούτο πολύ. Πάνω στο γυμνό δέρμα θα έρθει ο καινούργιος να κολλήσει και έτοιμος από μαρτύριο θα αφοσιωθεί.

Παρουσιάζεται και συνεχώς ξημερώνει. Μέχρι η αγάπη. Μια δίκαιη ανάμνηση στο κορμί του. Η νύχτα να νικηθεί. Ποτέ άλλοτε τέτοια ήττα να διεκδικεί τον καινούργιο κόσμο με τη λευκότητά της.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ, πάντα ένας καθρέφτης απλώνεται σαν μοίρα. Θα απαλλάξει τα γεγονότα απ' το χρέος τους. Τους ανθρώπους από αυτό που εξακολουθούν να σημαίνουν. Θα διατηρήσει το ίδιο όνομα σε άλλο σώμα. Θα συνεχίσει να έχει αυτή την περίεργη εμμονή να επιμένει αγάπη. Θα συνεχίσει.

Και η νίκη αυτή θα γράφεται με ήτα.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=196587

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

ΓΥΑΛΙΑ ΗΛΙΟΥ






ΠΑΛΙ ζωντανός, ταξιδεύει. Θέλει ένα καλοκαίρι, ένα νησί, έναν χάρτη. Οι άνθρωποι δίπλα, ιδρωμένες πετσέτες. Στο beach bar, αντιηλιακά σώματα. Ηρθαν για να γκρεμίσουν όσα πέτυχε ο χειμώνας. Οσα κατάφερε η ανθεκτικότητα της ζωής.

Πήρε εκείνο το παλιό μηχανάκι που ήθελε να φύγει απ' το πολύ και το κρέμασε στα φτερά του. Μιλάει για έναν άνθρωπο, μια στιγμή, ένα μέρος. Ακούει ένα τραγούδι.

Μόνον ο ίσκιος του είναι δικός του και τον ακολουθεί σ' αυτό το αρχαίο νησί που τον θέλει. Ασπρα, παραταγμένα κουκλόσπιτα, με τις μπλε ασπίδες τους, φιλοξενούν τους αιώνες. Τους οδηγούν απειλημένους σε στενά, με την κάννη καρφωμένη στην πλάτη τους. Πιστεύει σ' ένα όνειρο, μια εποχή, ένα φως.

Πριν, που τα πράγματα ήταν λιγότερα, μπορούσε να δημιουργήσει το πολύ μέσα του. Το γεννούσε η υπογεννητικότητα των καρδιών. Τώρα, τις βλέπει φουσκωμένες να περιφέρονται και χαμογελά. Τις βρέχει η θάλασσα, τις μαθαίνει να υποτάσσονται. Αρρωσταίνουν τα μάτια του από το πολύ που είναι καθόλου. Γυαλιά ηλίου. Υπερασπίζεται έναν γκρεμό, μια νύχτα, ένα σώμα.

ΠΟΛΛΑ ονόματα μαυρίζουν κάτω απ' τον ήλιο, ανακατεύονται στο πύρινο καζάνι του, μπαίνει το ένα μέσα στο άλλο. Η μνήμη παίρνει φως, καίγεται. Δεν μπορεί. Τρία γράμματα όλα κι όλα. Είναι λίγα για μια ζωή που μεγαλώνει. Που γίνεται δέντρο ολόκληρο. Στη σκιά του, ένα κοριτσάκι κρατάει το φεγγάρι απ' το χέρι. Θέλει να βαφτίσει τα παιδιά του. Ενα κοριτσάκι ζωή. Ιερή, να ευαγγελίζεται.

Πόσα καλοκαίρια κρεμάστηκαν σε ντουλάπες και μπήκαν σε ζελατίνη να μην τα φάει ο σκώρος; Πόσα πολλά τραγούδια, πόση ναφθαλίνη. Δεν έφτασε. Οσα γράμματα και να είχε η ζωή, δεν θα χωρούσε. Φαντάζεται έναν ορίζοντα, μια ματιά, ένα σπίτι.

ΤΟ κάστρο δίπλα του, στην παλιά πόλη. Φωτισμένος φρουρός. Μαγαζιά με νεράιδες, ονειροπαγίδες. Τζαζ και μπλουζ. Αλλη Μαρία. Εδώ δεν μαυρίζουν, κολλούν ετικέτες ζωής. Κατεβαίνουν με βραδινά χαμόγελα. Διακόπτουν από κάτι που θα ξαναρχίσει αμέσως μετά. Ποτά στον ασβέστη.

Διακοπές έως τότε, υπολογισμένες στιγμές, βαρύ άρωμα. Είσαι πολύ όμορφη σήμερα, φλας. Χαμογέλα. Ενθύμια φωτογραφίες, κλέβουν κι άλλη ζωή. Η ηλικία τους είναι η ηλικία των λαθών τους. Εχει μια ιστορία, έναν καιρό, μια λύπη. Αύριο θα ξεκινήσουν γενναίοι για τα ορεινά. Χωριό σαν παραμύθι, κυπαρίσσια, εμφιαλωμένο νερό. Καφές με λιακάδα. Ντόπια κρέατα.

ΑΚΟΥΕΙ τη μουσική που βγάζουν οι λαιμοί των κατσικιών μέσα από τις καλαμιές που γέρνουν· σαν να υποκλίνονται για να περάσουν. Στο κουδούνισμά τους παραδίνονται όλες οι συμφωνικές της γης. Εδώ το τοπικό αποκτάει παγκοσμιότητα.

Οπως φυσάει ο αέρας, το δέρμα της θάλασσας ανατριχιάζει. Βγάζει το μπουφάν του και το πετάει στο νερό. Τη σκεπάζει να μην κρυώνει. Η θάλασσα δεν πρέπει να γεράσει ποτέ.

Μιλάει για έναν θεό, μια λέξη, έναν έρωτα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=194133

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ


ΘΑ πάει να δει πίσω. Να κοιτάξει τα πράγματα που άφησε να μυρίζουν στους τοίχους. Θα 'χει φυτρώσει γκαζόν εκεί που περπάτησαν. Να μιλήσει στο φωτιστικό της κουζίνας, να το καθησυχάσει. Θέλει να πάει με το σώμα να δει εκεί που κατάγονται τα χρώματα. Χρώμα είναι ό,τι αθαύμαστο προεξέχει. Εχει περάσει καιρός. Κι αυτός προεξέχει.

ΒΑΔΙΖΕΙ αργά, δίνει χώρο στο χάλασμα. Οταν ανοίξει την πόρτα, θα τον βρουν τα μεσάνυχτα. Τα κλειδιά δεν ταιριάζουν. Χάδια σε βαθμό κακουργήματος. Αγκαλιές. Κρέμονται απ' τις καρέκλες, σαν παλιά ελαιοτριβεία. Δεν θα μπει στην κρεβατοκάμαρα, εκεί μια κόκκινη θάλασσα. Εκεί, σταυροί - πιστεύεις στους χωρισμούς; Δυο ξεχωριστοί. Φοβάται μη τον πετύχει ο θάνατος. Σκελετοί φυτρωμένοι στο χώμα. Κρασί, πετσέτες, να πλυθούν τα κόκαλα. Κασελάκι. Αλλος τρόπος από τάφος δεν έμεινε. Δεν θα μπει εκεί που το τέλος και ο τάφος επέζησαν.

Επαληθεύτηκαν τα λόγια που έλεγαν για τους λυπημένους, σαν χρησμοί έπεσαν και βάρυναν πάνω του. Αύριο 15 Αυγούστου, να πάει να ανάψει κερί σε ό,τι πολύτιμο. Εφυγε.

ΞΕΚΙΝΗΣΕ από πριν και με τον φόνο τον καταδικασμένο των ανθρώπων να κινηθεί προς αυτό που ονομάζεται ζωή. Αυτό το τρομαχτικό, θεόρατο θαύμα, που να τολμήσει να ζήσει. Κανείς. Κλείνουν με τις δυο παλάμες τα μάτια τους, για να μην κατευθυνθούν προς τα 'κεί που λέγεται ότι μυρίζει ζωή. Και τρομάζουν γιατί φορούν μαύρα, για να υποκρίνονται το πένθος που στερούνται ζωή. Τρομαγμένοι να κλείσουν γρήγορα τις χαραμάδες, μην προλάβει και μπει αυτό που ονομάζεται ζωή.

ΞΕΚΙΝΗΣΕ να κατευθυνθεί και μετέωρος. Απαγορευόταν να μπει εκεί που η αρχή του ήταν το τέλος της. Του φάνηκε πως αναγνώρισε τη ζωή, ήταν η ανατριχιαστική αντανάκλαση μιας τρελής επιθυμίας. Δεν αρκούσε να σταθεί απέναντι στον καθρέφτη, έπρεπε να τον σπάσει και να περάσει μέσα του, να συναντήσει τα φαντάσματα που τον κατοικούν και να τα σκοτώσει. Τον έσπασε και έσπασε.
Τα αίματα έκαναν μια λίμνη που μαζεύτηκε τρυφερά στα πόδια του, κόκκινη λίμνη και την ήπιε. Την άντεξε μέσα του να βάφει.

ΜΕΤΑ προσπάθησε να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες. Με σκεπασμένα τα μάτια του. Είδε την πόρτα να πέφτει, σαν σκηνικό απ' το Dogville. Μέσα ο εσωτερικός χώρος άστραφτε σαν ράχη ψαριού. Καθάρισε τα λέπια και άρχισε να βρέχει άπληστα βλέμματα. Ξεπατώθηκε το χρυσάφι τους, πάει. Σώθηκε απ' το κοίταγμα και έπεσε σαν παλιά στέγη. Κατέρρευσε πάνω του. Την ώρα ακριβώς που είχε αρχίσει να έχει νέα του και ο ουρανός κατέβαινε να τον συναντήσει. Την ώρα που ήθελε τη ζωή ολόκληρη να τιμωρηθεί.

Η διάρκεια του ονείρου βασίζεται σε ένα λάθος βλέμμα. Ο λάθος τόπος θα σταματούσε να είναι. Θα συσκεύαζε όλο το σπίτι στο μυαλό του να είναι κλειδωμένο. Να μην μπει ποτέ ξανά σαν ρίζα εκεί. Να μην μπει ποτέ ένα λάθος σπίτι στο μυαλό του.

Γι' αυτό έσπρωξε την πόρτα. Και τα είδε με ορθάνοιχτο πρόσωπο. Είδε το σπίτι να λιώνει σε σταγόνες, σχηματίζοντας μια λίμνη. Κόκκινη, ανάμεσα στα λαμπαδιασμένα πόδια του.

Καμία νύχτα να μη χωρέσει. Αυτή την εικόνα. Ποτέ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=192548

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

ROUTE 66


Κάποιοι φίλοι και φίλες - ανώνυμοι και γι αυτό σημαντικοί - συνεχίζουν αυτό το μακρύ ταξίδι με τις λέξεις μου, μαζεύοντας τα "χαρτάκια" που "μοιράζω" κάθε Σαββάτο πια (παλιά κάθε Παρασκευή) στη στήλη μου στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ.

Πράγματι. Τα λόγια που περιγράφουν πράγματα δεν χωρούν σε λόγια. Ένα ευχαριστώ λοιπόν. Ξανά. Χωρίς λόγια. Ή καλύτερα: Με τα λόγια του Leonard Cohen.

And what can i tell you my brother my killer
What can i possibly say
I quess that i miss you
I quess i forgive you
I' m glad you stood in my way

(Famous Blue Raincoat, 1971)

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://get-your-kicks.blogspot.com/2010/08/blog-post.html

ΚΑΙ ΕΔΩ
http://imakolata-yfantokosmos.blogspot.com/?zx=3c55ecd889bf81e8

http://www.cycladesnews.gr/greece-islands-naxos/66-newscategory/57076-2010-08-10-09-05-06.html

http://eimaistahaimou.blogspot.com/2010/07/2572010-3172010.html

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

ΝΑΞΟΣ ΕΩΣ ΕΚΕΙ






ΖΕΙ ακόμα. Μαζί μου. Μικρή βασίλισσα που στερήθηκε άδικα το ινδιάνικο στέμμα της. Την καθαίρεσαν γιατί ερωτεύτηκε ένα μπλε σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς που το μάτι του ανθρώπου μπορεί. Συνέχισε να το αγκαλιάζει σαν μωρό, να διασώζει το νερό μέσα του, να το ανακατεύει με το μαγικό κουταλάκι της, μεγαλώνοντάς το. Είναι σημαντικό να μπορείς να αποδέχεσαι κάτι που δεν σου αξίζει για να καταφέρεις να πλησιάσεις κι άλλο αυτό που είσαι.

ΤΗΝ είδα ξανά και ήταν στολισμένη. Στο λιμάνι. Αμμώδης θεότητα με φως επιδερμίδα κολλημένη πάνω της, κάπως λευκή από την ιστορία που έμεινε. Διάβασα τα χείλη της από μακριά, έλεγε σ' ευχαριστώ, ακούστηκε μέσα μου σαν πάντα. Ηταν πάντα αυτή η σχέση· ένα δερμάτινο βραχιολάκι ζωής που αντί να χαλαρώνει, έσφιγγε.

Είχε ψηλώσει πολύ, τα μαλλιά της τρυπούσαν τα σύννεφα. Τα μακριά πόδια της, αυτά τα ατέλειωτα, αγαπημένα χιλιόμετρα με τις παραλίες, ξανθές μες στη μελαχρινή τους διάθεση, με έκαναν σχεδόν να φοβάμαι. Το βλέμμα της από μαρμελάδα· πάντα με ησύχαζε. Να γυρίσεις, έλεγε. Γύριζα. Αλλες φορές για να θυμηθώ, άλλες φορές για να ξεχάσω.

ΠΑΝΤΑ εκεί. Σκαλωμένη στη μεγάλη πόρτα, ό,τι έμεινε απ' το ιερό του Απόλλωνα. Να κοιτάζει την Πάρο με το βλέμμα που ένας ποιητής κοιτάζει έναν μυθιστοριογράφο: Υπεροπτικά, σαν σύγχρονη μνήμη. Που υπερέχει.

Τα μοναστήρια των Καπουτσίνων και των Ουρσουλινών. Η ομορφιά της οφείλεται. Την παίρνω στα χέρια μου, τη στριφογυρίζω, πάμε για μπάνιο; Πάμε. Θα κρυφτούμε στους αμμόλοφους και μετά μακαρονάδες στον φούρνο, πατάτες τηγανητές, ιδρωμένα ρούχα, αιώνια μάτια. Ανεμόμυλοι, Χώρα. Καφές. Μην πας στο πλοίο, μη.

ΤΑ αγέννητα παιδιά μας τα σωσμένα. Στους αγίους που την βρέχουν από παντού. Στα καλοκαίρια που σιδερώθηκαν στάμπα πάνω της και έμειναν κέδροι. Μια γενναία Καρυάτιδα που αγνόησαν προκλητικά οι αρχαιολόγοι. Η λύπη που στεφανώθηκε τη χαρά και έγινε νησί. Θα με θέλεις πάντα; Θα σε θέλω.

Στο Χαλκί, κλειδωμένα σπίτια. Βενετσιάνικα κάστρα, μιλάει η ερημιά. Το ιερό της Δήμητρας στο Σαγκρί. Ενας κούρος κοιμάται στους Μέλανες. Από τον Αϊ-Γιώργη στην Αγιασσό, μια παραλία: Είκοσι δύο ξελιγωμένα χιλιόμετρα. Η Γαλλική Επανάσταση ξεκίνησε από την Πλάκα. Ο Μαρά πάνω σε μια χελώνα σχεδίασε εδώ τα επόμενα βήματα. Η φωτιά καίει δυνατά δίπλα στις καλαμιές. Κιθάρες. Το τραγούδι των America, ένα άλογο χωρίς όνομα.

ΚΕΡΑΜΩΤΗ - Κόρωνος, χωριά βουλιαγμένα στο πράσινο. Αχνίζει ζωή. Κατάγεται. Χώμα. Αμίλητο. Σμυριδωρυχεία, φιλούν το μάρμαρο. Αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο η «Ναξία σκόνη». Στο Φιλότι οι γειτονιές ενώνονται με μπαλκόνια και με πλατάνια. Ερωτεύονται με θυμαρίσιο μέλι.

ΜΕΤΑ, Απείρανθος. Καρπούζι με φέτα. Μια παλιά ιστορία στο καφενείο. Χρόνος τεντωμένος στον 17ο αιώνα. Ενα αγαλματάκι, δώρο. Θα σε ξαναδώ;

Πριν το πλοίο, ορθάνοιχτες αγκαλιές. Τόξο. Μια ζωή χωρίς ζωή. Με. Το καλοκαίρι χοροπηδάει σαν αρπακτικό. Παίζει με τις ακρίδες στην προβλήτα. Ντοκ. Βραδινή τουαλέτα αποφοίτησης, η Μικρή και η Μεγάλη Αρκτος, πούλιες κομμένες. Ενα άγριο φύσημα αποχαιρετισμού.

Την άλλη φορά να με περιμένεις στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Εκεί, πάνω απ' το Αλικό. Στον αιώνιο τοίχο.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=190130

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

ΜΕΤΑ ΑΠ' ΟΛΑ ΑΥΤΑ


ΚΟΙΤΑΖΩ τη θάλασσα. Από ένα καφέ. Ποτέ δεν ήταν τόσο μπλε. Τόσο μεταχειρισμένη. Χιλιάδες σώματα πέρασαν από πάνω της και δεν ερωτεύτηκε κανέναν. Είναι λυπημένη, πολύ μπλε. Ολες οι θάλασσες είναι μπλε. Πολύ. Σαν τα τραγούδια του Ρόμπερτ Τζόνσον.

Αγνώριστη Σαντορίνη. Αγοραία. Χωρίς πούλιες. Εμεινε η καμινάδα ενός εργοστασίου ντομάτας. Η νύχτα που φώλιαζε πάντα πάνω απ' το νησί, τώρα κάνει βόλτα στην παραλία. Κάνει θαλάσσιο σκι, ηλιοθεραπεία στις ξαπλώστρες, 10 ευρώ. Πέντε μέρες μού φαίνονται λίγες. Αλλά και πολλές. Οταν φοβάσαι, η κλεψύδρα αδειάζει απότομα. Το αίμα κόβεται, τρέχει. Γίνεται κόκκινο καλαμάκι και βάφει τον φραπέ.

Η διαφορά ανάμεσα σ' έναν συναισθηματικό ελιγμό και στην έκφραση αυτού που πραγματικά νιώθεις είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια μουντζούρα κι ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο. Ημουν πάντοτε η μουντζούρα, έλεγα πάντοτε αυτό που πραγματικά ένιωθα. Δεν θα μπω ποτέ στην Καλών Τεχνών.

ΠΑΝΩ στη μαύρη αμμουδιά του Περίβολου ένα ζευγάρι ανταλλάσσει ωκεάνιους όρκους, που σε λίγο θα παραβεί. Σκαλίζουν κι άλλο τη λέξη «σ' αγαπώ», κάνουν μπεστ σέλερ την αιωνιότητα. Ο Μπαμπινιώτης θα πρέπει να γράψει καινούριο λήμμα. Για να εκφραστούν χρησιμοποιούν λέξεις άλλων, χειρονομίες άλλων. Για να κερδίσουν κάτι ελάχιστο, χάνουν τον εαυτό τους.

Ενα ιστιοφόρο κόβει βόλτες στ' ανοιχτά, τα πανιά του μοιάζουν με νυφικό. Φαίνεται, η θάλασσα το αποφάσισε. Η Χιονάτη περπατάει πάνω της υπό το άγρυπνο βλέμμα των επτά νάνων, που παραμένουν ψυχροί, ασυγκίνητοι μπροστά στη λευκότητά της. Μια μαμά παίζει μ' ένα πιτσιρίκι στο κύμα. Το στριφογυρίζει, βζουουπ. Το κρατάει απ' τη μέση, για να του μάθει να κολυμπά. Η ίδια μαμά θα του δείξει αργότερα, καθώς μεγαλώνει, τον τρόπο να πνίγεται.

ΠΑΛΙΑ η οικογένεια γινόταν η βάρκα που θα σε έσωζε απ' το πνίξιμο. Τώρα το καράβι βουλιάζει. Δεν μπορεί. Τα νερά στο αμπάρι φτάνουν έως τα γόνατα. Οι δύο στρατοί που βρίσκονται στο κατάστρωμα το παλεύουν. Αδειάζει ο ένας το νερό στα μούτρα του άλλου. Το νερό, όμως, παραμένει μέσα. Το καράβι βυθίζεται. Και η Σαντορίνη βυθίστηκε κάποτε. Αυτή η νέα Σαντορίνη είναι καινούριο μοντέλο, παραμένει ακίνητη.

Πήγα στη Σαντορίνη χωρίς θεατές, χωρίς κάποιους που το βλέμμα τους να κατοχυρώνει αυτό που είμαι· με ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Μόνος. Ο Σταντάλ λέει ότι μπορείς να αποκτήσεις τα πάντα με τη μοναξιά, εκτός από χαρακτήρα. Εχει δίκιο. Δεν υπάρχει κανείς να κρατήσει στοιχεία -έστω υποκειμενικά- για το οδοιπορικό σου.

Τα συρτάρια μου είναι γεμάτα από αλμυρά κομμάτια Σελήνης. Σαν κι αυτά του διάσημου άλμπουμ των Φλόιντ. Πρέπει να τα καταψύξω για να διατηρηθούν. Δεν μ' αγαπάω που σ' αγαπάω. Καθόλου.

Ο ΙΟΥΛΙΟΣ κάνει μια γενναία στροφή γύρω απ' τον εαυτό του, ετοιμάζεται να αποχωρήσει. Υποκλίνεται, the game is over. Οι βαθμοί είναι τριάντα τρεις, η παραγωγή ακριβή. Οι κριτές παραμένουν αμήχανοι.

Το κοριτσάκι είπε θέλω να πάρω το φεγγάρι σπίτι μου και το έκρυψε με μια κίνηση κάτω απ' το φουστάνι της. Μπαλαμπαλαμπαλαμπαλα. Εξω άρχισε ξαφνικά να βρέχει.

Μα, γιατί δεν χειροκροτάει κανείς; Τόσο κακή ήταν η φετινή παράσταση;


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΑΘΗΝΑ


ΑΝΕΒΑΙΝΩ με τη μηχανή την Αλεξάνδρας, ηλεκτρονική επιγραφή: Χίλτον, οκτώ λεπτά.
Δεξιά, Εξάρχεια. Δεν έχει κίνηση, είναι αργά. Ολες οι νύχτες των ανθρώπων είναι αργά. Αν ήταν νωρίς, θα ξημέρωνε. Μέσα απ' το κράνος περνάνε οι εικόνες των κτηρίων όπως στα παλιά βιου μάστερ. Η ζωή πάντα δίπλα. Ποτέ εκεί. Μέσα. Ακριβώς. Μόνο δίπλα. Κοιτάζει απ' τις κουρτίνες με έξαψη.

Η πόλη κοιμάται πάνω σε παιδικά όνειρα που ανοίγουν για να μας καταπιούν. Πρώτη χάνεσαι εσύ - με τελετουργικό τρόπο. Ακολουθεί το πίσω μέρος της μηχανής, η σέλα, μετά εγώ. Μισός. Διακρίνεται ένα μετέωρο σώμα.

Η αίσθηση που έχω είναι ότι οδηγώ σ' ένα τούνελ γραμμένο κάτω απ' τη γη. Τυφλός αρχιτέκτονας. Κάποιος έχει μετακινήσει τις στροφές. Δεν υπάρχουν φανάρια, κράσπεδα, άδειες θέσεις πάρκινγκ. Εχουν αφαιρέσει τον έρωτα, κάνουν οικονομία στην ομορφιά. Αν κλείσω για ένα λεπτό τα μάτια μου, το φως θα τελειώσει. Θα βρεθώ στον αποχαιρετισμό των μουσικών. Στο τέλος του κονσέρτου.

ΒΡΕΧΕΙ. Σε αποσπάσματα νύχτας. Σαν να σε περιέχει αυτή η καλοκαιρινή βροχή, σαν να σε μετατρέπει σιγά σιγά σε χοντρές σταγόνες που σιδερώνονται πάνω μου. Εβρεχε απ' την αρχή, από την πρώτη μέρα, θυμάμαι, να σας φέρω κάτι; Οχι. Γνωριμία νερού. Ακαριαία. Ενός βιβλιοπωλείου. Ενός Νοέμβρη. Μιας πόλης υποβρύχιας, γεμάτης σεντόνια. Εκεί οι αγκαλιές ξεβάφουν, με συνοδεία βιολιού.

Μαύρο, ακανόνιστο φόρεμα, μεγάλα, στρογγυλά σκουλαρίκια. Κρίκοι. Υπάρχει κρασί; Μια ανεπανόρθωτη λύπη. Να την ανοίξουμε, έχει παλιώσει. Η Ακρόπολη φαίνεται από παντού. Σκεπάζει τον καιρό μας. Φοβίζει τα μάτια μας.

ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ. Τότε και τώρα. Ο Βοτανικός κήπος και η πύλη του Δρομοκαΐτειου Ιδρύματος δοκιμάζουν την αντοχή τους στον χρόνο. Σε μια γωνιά του ασύλου, ξαπλωμένος στην μπλε πολυθρόνα του, σκεπασμένος από άφατη μελαγχολία και με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, ο Γεώργιος Βιζυηνός. Ψάχνει ακόμα τον χαμένο του έρωτα για τη δεκαεξάχρονη μαθήτριά του Μπετίνα: «Και από τότε που θρηνώ, το ξανθό και γαλανό και ουράνιο φως μου, μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου».

ΨΙΧΟΥΛΑ χρόνια. Δαπανημένα, μας περιβάλλουν. Σαν μνημεία, σαν καταυλισμοί των ετοιμοθάνατων. Αυτή η πόλη είναι ένα βαρύ άλλοθι. Ενα πλυντήριο εγκλημάτων. Κάθε μέρα αδειάζει τη θέση της στον κόσμο. Κάθε μέρα μικραίνει κι άλλο τη σελίδα τής ιστορίας της, λιγοστεύει τις λέξεις της πάνω στη γη. Πώς να υπερασπίσεις κάτι που έχεις σκοτώσει εσύ ο ίδιος;

Θα 'ταν καλύτερα να είχε επικρατήσει ο Ποσειδώνας. Να την έλεγαν Ποσειδωνία, θα είχαμε να πούμε πολλά για τη θάλασσα. Η σοφία έχει εγκαταλείψει αυτή την πόλη εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Εμειναν οι κουκουβάγιες και οι ελιές, ξεθωριασμένα σύμβολα. Θαμμένα στο χώμα.

ΞΕΡΩ πως θα σε συναντήσω ξανά. Σε μια πόλη που η νύχτα θα καίει σαν ήλιος. Ελληνικός. Πάρε την τρίαινα, θα κρατήσω τη θάλασσα. Να έχεις εξαντλήσει τα λύτρα του σκοταδιού. Να έχεις αδειάσει τις τσέπες σου απ' τις πέτρες.

Δύο Κεραμεικοί. Στη μέση το Θεμιστόκλειο τείχος. Θα το γκρεμίσουμε για να πιάνουν οι λέξεις περισσότερο χώρο.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=185797