Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

ΓΥΑΛΙΑ ΗΛΙΟΥ






ΠΑΛΙ ζωντανός, ταξιδεύει. Θέλει ένα καλοκαίρι, ένα νησί, έναν χάρτη. Οι άνθρωποι δίπλα, ιδρωμένες πετσέτες. Στο beach bar, αντιηλιακά σώματα. Ηρθαν για να γκρεμίσουν όσα πέτυχε ο χειμώνας. Οσα κατάφερε η ανθεκτικότητα της ζωής.

Πήρε εκείνο το παλιό μηχανάκι που ήθελε να φύγει απ' το πολύ και το κρέμασε στα φτερά του. Μιλάει για έναν άνθρωπο, μια στιγμή, ένα μέρος. Ακούει ένα τραγούδι.

Μόνον ο ίσκιος του είναι δικός του και τον ακολουθεί σ' αυτό το αρχαίο νησί που τον θέλει. Ασπρα, παραταγμένα κουκλόσπιτα, με τις μπλε ασπίδες τους, φιλοξενούν τους αιώνες. Τους οδηγούν απειλημένους σε στενά, με την κάννη καρφωμένη στην πλάτη τους. Πιστεύει σ' ένα όνειρο, μια εποχή, ένα φως.

Πριν, που τα πράγματα ήταν λιγότερα, μπορούσε να δημιουργήσει το πολύ μέσα του. Το γεννούσε η υπογεννητικότητα των καρδιών. Τώρα, τις βλέπει φουσκωμένες να περιφέρονται και χαμογελά. Τις βρέχει η θάλασσα, τις μαθαίνει να υποτάσσονται. Αρρωσταίνουν τα μάτια του από το πολύ που είναι καθόλου. Γυαλιά ηλίου. Υπερασπίζεται έναν γκρεμό, μια νύχτα, ένα σώμα.

ΠΟΛΛΑ ονόματα μαυρίζουν κάτω απ' τον ήλιο, ανακατεύονται στο πύρινο καζάνι του, μπαίνει το ένα μέσα στο άλλο. Η μνήμη παίρνει φως, καίγεται. Δεν μπορεί. Τρία γράμματα όλα κι όλα. Είναι λίγα για μια ζωή που μεγαλώνει. Που γίνεται δέντρο ολόκληρο. Στη σκιά του, ένα κοριτσάκι κρατάει το φεγγάρι απ' το χέρι. Θέλει να βαφτίσει τα παιδιά του. Ενα κοριτσάκι ζωή. Ιερή, να ευαγγελίζεται.

Πόσα καλοκαίρια κρεμάστηκαν σε ντουλάπες και μπήκαν σε ζελατίνη να μην τα φάει ο σκώρος; Πόσα πολλά τραγούδια, πόση ναφθαλίνη. Δεν έφτασε. Οσα γράμματα και να είχε η ζωή, δεν θα χωρούσε. Φαντάζεται έναν ορίζοντα, μια ματιά, ένα σπίτι.

ΤΟ κάστρο δίπλα του, στην παλιά πόλη. Φωτισμένος φρουρός. Μαγαζιά με νεράιδες, ονειροπαγίδες. Τζαζ και μπλουζ. Αλλη Μαρία. Εδώ δεν μαυρίζουν, κολλούν ετικέτες ζωής. Κατεβαίνουν με βραδινά χαμόγελα. Διακόπτουν από κάτι που θα ξαναρχίσει αμέσως μετά. Ποτά στον ασβέστη.

Διακοπές έως τότε, υπολογισμένες στιγμές, βαρύ άρωμα. Είσαι πολύ όμορφη σήμερα, φλας. Χαμογέλα. Ενθύμια φωτογραφίες, κλέβουν κι άλλη ζωή. Η ηλικία τους είναι η ηλικία των λαθών τους. Εχει μια ιστορία, έναν καιρό, μια λύπη. Αύριο θα ξεκινήσουν γενναίοι για τα ορεινά. Χωριό σαν παραμύθι, κυπαρίσσια, εμφιαλωμένο νερό. Καφές με λιακάδα. Ντόπια κρέατα.

ΑΚΟΥΕΙ τη μουσική που βγάζουν οι λαιμοί των κατσικιών μέσα από τις καλαμιές που γέρνουν· σαν να υποκλίνονται για να περάσουν. Στο κουδούνισμά τους παραδίνονται όλες οι συμφωνικές της γης. Εδώ το τοπικό αποκτάει παγκοσμιότητα.

Οπως φυσάει ο αέρας, το δέρμα της θάλασσας ανατριχιάζει. Βγάζει το μπουφάν του και το πετάει στο νερό. Τη σκεπάζει να μην κρυώνει. Η θάλασσα δεν πρέπει να γεράσει ποτέ.

Μιλάει για έναν θεό, μια λέξη, έναν έρωτα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=194133

2 σχόλια:

Καραβάκι είπε...

Σήμερα σας συνάντησα στο facebook.Ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος κρέμασε τις λέξεις σας στον τοίχο του.Σα μπουκέτα από αγιόκλημα ανθισμένα.Μοσχοβόλησε το σούρουπο.Γλύκανε η ψυχή μας.Να είσαστε καλά και οι δυο.Και να μας ταξιδεύεται...

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

Όλοι έχουμε τους λόγους μας που μιλάμε. Εγώ μιλάω για να κατοχυρώνω τη σιωπή μέσα μου.

Σ' ευχαριστώ Καραβάκι.