Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ


ΘΑ πάει να δει πίσω. Να κοιτάξει τα πράγματα που άφησε να μυρίζουν στους τοίχους. Θα 'χει φυτρώσει γκαζόν εκεί που περπάτησαν. Να μιλήσει στο φωτιστικό της κουζίνας, να το καθησυχάσει. Θέλει να πάει με το σώμα να δει εκεί που κατάγονται τα χρώματα. Χρώμα είναι ό,τι αθαύμαστο προεξέχει. Εχει περάσει καιρός. Κι αυτός προεξέχει.

ΒΑΔΙΖΕΙ αργά, δίνει χώρο στο χάλασμα. Οταν ανοίξει την πόρτα, θα τον βρουν τα μεσάνυχτα. Τα κλειδιά δεν ταιριάζουν. Χάδια σε βαθμό κακουργήματος. Αγκαλιές. Κρέμονται απ' τις καρέκλες, σαν παλιά ελαιοτριβεία. Δεν θα μπει στην κρεβατοκάμαρα, εκεί μια κόκκινη θάλασσα. Εκεί, σταυροί - πιστεύεις στους χωρισμούς; Δυο ξεχωριστοί. Φοβάται μη τον πετύχει ο θάνατος. Σκελετοί φυτρωμένοι στο χώμα. Κρασί, πετσέτες, να πλυθούν τα κόκαλα. Κασελάκι. Αλλος τρόπος από τάφος δεν έμεινε. Δεν θα μπει εκεί που το τέλος και ο τάφος επέζησαν.

Επαληθεύτηκαν τα λόγια που έλεγαν για τους λυπημένους, σαν χρησμοί έπεσαν και βάρυναν πάνω του. Αύριο 15 Αυγούστου, να πάει να ανάψει κερί σε ό,τι πολύτιμο. Εφυγε.

ΞΕΚΙΝΗΣΕ από πριν και με τον φόνο τον καταδικασμένο των ανθρώπων να κινηθεί προς αυτό που ονομάζεται ζωή. Αυτό το τρομαχτικό, θεόρατο θαύμα, που να τολμήσει να ζήσει. Κανείς. Κλείνουν με τις δυο παλάμες τα μάτια τους, για να μην κατευθυνθούν προς τα 'κεί που λέγεται ότι μυρίζει ζωή. Και τρομάζουν γιατί φορούν μαύρα, για να υποκρίνονται το πένθος που στερούνται ζωή. Τρομαγμένοι να κλείσουν γρήγορα τις χαραμάδες, μην προλάβει και μπει αυτό που ονομάζεται ζωή.

ΞΕΚΙΝΗΣΕ να κατευθυνθεί και μετέωρος. Απαγορευόταν να μπει εκεί που η αρχή του ήταν το τέλος της. Του φάνηκε πως αναγνώρισε τη ζωή, ήταν η ανατριχιαστική αντανάκλαση μιας τρελής επιθυμίας. Δεν αρκούσε να σταθεί απέναντι στον καθρέφτη, έπρεπε να τον σπάσει και να περάσει μέσα του, να συναντήσει τα φαντάσματα που τον κατοικούν και να τα σκοτώσει. Τον έσπασε και έσπασε.
Τα αίματα έκαναν μια λίμνη που μαζεύτηκε τρυφερά στα πόδια του, κόκκινη λίμνη και την ήπιε. Την άντεξε μέσα του να βάφει.

ΜΕΤΑ προσπάθησε να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες. Με σκεπασμένα τα μάτια του. Είδε την πόρτα να πέφτει, σαν σκηνικό απ' το Dogville. Μέσα ο εσωτερικός χώρος άστραφτε σαν ράχη ψαριού. Καθάρισε τα λέπια και άρχισε να βρέχει άπληστα βλέμματα. Ξεπατώθηκε το χρυσάφι τους, πάει. Σώθηκε απ' το κοίταγμα και έπεσε σαν παλιά στέγη. Κατέρρευσε πάνω του. Την ώρα ακριβώς που είχε αρχίσει να έχει νέα του και ο ουρανός κατέβαινε να τον συναντήσει. Την ώρα που ήθελε τη ζωή ολόκληρη να τιμωρηθεί.

Η διάρκεια του ονείρου βασίζεται σε ένα λάθος βλέμμα. Ο λάθος τόπος θα σταματούσε να είναι. Θα συσκεύαζε όλο το σπίτι στο μυαλό του να είναι κλειδωμένο. Να μην μπει ποτέ ξανά σαν ρίζα εκεί. Να μην μπει ποτέ ένα λάθος σπίτι στο μυαλό του.

Γι' αυτό έσπρωξε την πόρτα. Και τα είδε με ορθάνοιχτο πρόσωπο. Είδε το σπίτι να λιώνει σε σταγόνες, σχηματίζοντας μια λίμνη. Κόκκινη, ανάμεσα στα λαμπαδιασμένα πόδια του.

Καμία νύχτα να μη χωρέσει. Αυτή την εικόνα. Ποτέ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=192548

2 σχόλια:

ΑιμίλιοςEmilius είπε...

Σταύρο, Καλημέρα. Μου αρέσει η πρισματική εφιαλτικότητα
αυτού του κειμένου σου.
Σου στέλνω ως ανταπόκριση κάτι δικό μου με διαφορετική
διαδρομή βραχνά, αλλά με παρόμοιο (μετέωρο όμως μέχρι τέλους)
στόχο. Είναι οι «καθρέφτες» , ένα ποίημα από τη συλλογή με τον
αρχικό τίτλο «προς ρωμαίους» (Μάρτιος 2002 – Μάιος 2003) ,
μετέπειτα «γραμμόφωνο με λαιμό κύκνου», που παραχώρησε μεν ευγενικά
τη σειρά του, όπως ίσως θυμάσαι, στην «Κρεολή Σελήνη» (ladies first!),
αλλά πιστεύω θα εκδοθεί σύντομα. Καλά να ’μαστε
Παρακολουθώ ανελλιπώς το blog σου.
Φαντάζομαι κι εσύ το δικό μου.
Ρίξε και καμιά ματιά στη Διζιλάνδη!
Έρρωσο! Βασίλης

«καθρέφτες
του Βασίλη Πολύζου

πως μπήκε τόση νύχτα
απ’ τα κλειστά παράθυρα;

ανάψαμε όλα τα φώτα
ακόμη και τα λαμπιόνια που κρατούσαμε για ώρα ανάγκης
στην πράσινη-κόκκινη-γαλάζια-κίτρινη μνήμη μας
από ξεχασμένα πανηγύρια
ανάψαμε ακόμη και τη χρυσόσκονη
και τις σερπαντίνες της απόκριας
ακόμη και τα πορτατίφ-γαρίφαλα
που ζωγράφισε η Κλειώ τριών χρονών
ακόμη και τα βάζα της προγιαγιάς
γεμάτα αστροφεγγιά από κυδώνι ή πορτοκάλι ή νεράντζι
ακόμη και τα μάτια-ήλεκτρο της γάτας
που απλώσαν οι κεντήστρες σε βελούδο πολυθρόνας

κι όμως του σκοταδιού η στάθμη
ανέβαινε με ανυποχώρητο ρυθμό

ώσπου σκέπασε το μωρό στην κούνια
σκέπασε τα βιβλία στο χαμηλό ράφι
σκέπασε τα βαλσαμωμένα πουλιά πάνω στο τζάκι
έφτασε ως τα γόνατα ως την κοιλιά ως το στήθος
ως την άκρη των χειλιών
παρόλο που στεκόμασταν στα νύχια των ποδιών μας
σχεδόν μετέωροι παίρνοντας βαθιές ανάσες

την ύστατη στιγμή σκεφτήκαμε
μόνη ελπίδα και καταφυγή μας οι καθρέφτες
με τις ατέρμονες στοές και τους κρυψώνες τους
αρκεί να βρούμε μια ραγισματιά για να περάσουμε»

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

Ωραίο το ποίημα σου Βασίλη.
Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τη νύχτα. Πάντα θα μπαίνει. Από τα κλειστά παράθυρα.

Καλή σου μέρα.