Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

ΦΙΛΟΙ


ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ κάνει ζέστη, είναι πια καλοκαίρι. Ενας ένας αποβιβάζονται προσεκτικά οι νεκροί. Κρατούν τσάντες και έχουν τα μάτια κλειστά. Το μπαλκόνι είναι γεμάτο ηλικίες. Πολύχρωμα φουστάνια σαλεύουν τριγύρω. Κοντά. Ο παλιός νόμος με τους τριάντα πόντους ισχύει, αλλά ανάποδα. Πλέον φυλακίζεται αυτή που δεν τους ξεπερνάει. Επικοινωνούμε με τα χέρια, μόνο ψηλαφώντας. Το φως των κεριών αρκεί. Σιγουρεύει το βλέμμα. Ηδονίζει το κρασί.

Γιορτάζουμε ο ένας τον άλλον, σε πανηγυρικούς τόνους. Αν κατεβαίναμε στις εκλογές, θα βγάζαμε σίγουρα έδρα. Ακολασίας. Τώρα, ακούμε το σκοτάδι. Ολοι μαζί, σαν άλλοτε. Σαν πάντα, που τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό της νύχτας και την απειλεί. Σαν χθες που διασώθηκε στις τελευταίες ανασκαφές. Από μια λάθος τσαπιά.

Είμαστε φίλοι από τότε που ο Ιλισός γραφόταν με δύο σίγμα. Φίλοι όπως το λέει ο Νικολαΐδης. Οπως το εννοούν οι Rolling Stones στο «Wild Horses». Οπως το θυμάται ο Γιάννης, σ' ένα γράμμα απ' τις Ινδίες. Ιδανικοί για να κατασκευάζουμε πυραμίδες από τραπουλόχαρτα. Και μετά να φυσάμε.

Ο ευτυχισμένος καρδινάλιος μπήκε τελευταίος στο πάρτι, εκμαιεύοντας τον σεβασμό των παρευρισκομένων. Λες και σηκώθηκε ο Λένιν απ' το μαυσωλείο του. Οι φιγούρες ανέπνεαν μέσα από πανί. Ο Σπαθάρης είχε πεθάνει. Κάποιος παρέδιδε μαθήματα γεωγραφίας, εκμεταλλευόμενος τη θέα. Από 'δώ η Καστέλα, από 'κεί ο Υμηττός. Από 'δώ το αύριο. Δεν μας το έδειξε κανείς. Δεν φαινόταν. Το σύμπαν ήταν σκοτεινό, αλλά μας ανήκε.

Για ακόμη μια φορά ήθελα να ακούσω το «Summertime». Περπάτησα κουρασμένα και πλησίασα το ψυγείο. Πήρα μια μπίρα. Το σκαμπό που κάθησα έσπασε. Δεν άντεξε το βάρος των περασμένων ζωών. Η Σύλβια Πλαθ έπεσε με δύναμη πάνω μου. Με φίλησε. Το φουστάνι της σηκώθηκε. Το κοινό χειροκρότησε την προσπάθεια.

Στο τέλος, ένας από μας πυροβόλησε. Στο γυαλισμένο παρκέ, ανάμεσα στα αποτυπώματα που είχε αφήσει ο ιδρώτας των σωμάτων, έπεσε μια χρωματιστή βροχή. Εικόνες από το παιδικό καρναβάλι έσκισαν τη νύχτα στα δυο. Διάλεξα το πιο κόκκινο κομμάτι της και το έβαλα βιαστικά στην τσέπη μου. Οπως φυλάει κανείς τον κάλυκα της σφαίρας που τον τραυμάτισε. Αποφοιτήσαμε όλοι μετά. Μαζί.

Η φωτογραφία μας θα ήταν αύριο πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=57810

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

ΑΔΕΙΑ ΜΟΥ ΑΓΚΑΛΙΑ


ΑΦΗΣΕ ΜΕ να 'ρθω μαζί σου. Ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και το φεγγάρι γίνεται μια μεγάλη φωτεινή μπάλα που πατάει στα νύχια για να μην ενοχλεί. Σσσς. Βγαίνει. Κοίτα. Πώς μπορεί να είναι τόσο γυμνό; Το φεγγάρι του Ιουνίου μοιάζει με τη θάλασσα. Γύρω του σαλεύουν ανενόχλητες οι μέδουσες. Τα αλμυρά όστρακα. Καραβάκια του Αιγαίου. Κι εμείς ξυπόλυτοι πάνω στους απολογισμούς, σαν ένα άσπρο φέρετρο κλεισμένο. Θα το κοιτάζουμε μαζί - χωρίς βαλίτσες.

Το σώμα μου, ένα γκρεμισμένο σπίτι. Δεν μπορώ πια να κουβαλήσω τα υπάρχοντά του. Αν ανοίξεις το φόρεμά σου, θα το δω να βγαίνει. Βαρύ. Δεν αντέχω ούτε να σηκώσω τα μάτια μου. Θα με βοηθήσεις λίγο με τα δικά σου; Να το δω να ανηφορίζει. Σκυφτό, σαν να πρόκειται για τελευταία φορά. Να πιάνεται στα μαλλιά μου. Να γαντζώνεται. Η ψύχρα αυτής της ενοχλητικής σονάτας είναι κολλημένη στην πέτσα του. Μια άσπρη τρύπα στο κρανίο του κόσμου - μην κοιτάξεις μέσα της. Μη. Θα χαθούμε.

Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου. Ολα αυτά τα δερμάτινα ψάρια που γυαλίζουν τριγύρω του, μπερδεύουν τον ουρανό με τη θάλασσα. Αφήνουν χιλιάδες εκδοχές τού μπλε να διαρρέουν, ενώ προσπαθείς να το κατατάξεις. Η αύρα των ανθρώπων είναι η λύπη. Να πολεμάς με τα νύχια σου να ξύσεις το χρώμα. Να βρεις την πραγματική μέρα κάτω από τη σιδερένια κοιλιά μιας νεόδμητης πολυκατοικίας. Πεθαίνουμε τρεις φορές: όταν γεννιόμαστε, όταν πεθαίνουμε και όταν ερωτευόμαστε. Δεν είναι πολλές για κάποια αδύναμα όντα που απλώς παρακολουθούν το φεγγάρι;

Αφησέ με να 'ρθω. Μαζί σου. Σαν σοφή επαλήθευση της αιωνιότητας. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κρεβάτια - δεν τους μπορώ. Ηλιοκαμένα σώματα, νεκροί που δεν εννοούν να πεθάνουν. Η εποχή δεν μας ξεπέρασε, εμείς φύγαμε μακριά της, γιατί δεν αντέχαμε να γυαλίζουμε άλλο τις σκάλες. Γλιστρούσαν απ' το αλάτι καθώς ανεβαίναμε. Αλμύρα μου.

Μια ακόμα Παρασκευή στρίβει γωνία. Θυμάμαι τις σερπαντίνες. Θα ήθελα να γράφω μ' αυτές. Πάνω σου. Η γλώσσα είναι γιορτή και όλες οι λέξεις πένθιμες.

Οταν τις ακουμπάς στο άσπρο χαρτί, μαυρίζουν.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΙΔΙΑ


Το mail αυτό έφτασε σε μένα ενώ σκεφτόμουν πώς μεγαλώσαμε εκείνες τις ...εύκολες εποχές. Το κρεμάω, όπως μας κρέμασαν οι "ειδικοί" και οι "επιστήμονες" των μεταφρουδικών χρόνων, στα παράθυρα του 21ου αιώνα, για να μας βλέπουν οι νεότεροι και να μας χλευάζουν για την κληρονομιά που μπορέσαμε να τους αφήσουμε.


H ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί… Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.

Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση.

Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους». Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δενέτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους... Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.

Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στοσκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι... Τι φρίκη!
Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας J, L, ; ) : ( : ) : D : P.

Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...



ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ

Σ.Σ.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Έργο του Αχιλλέα Χρηστίδη

ΣΤΟ παλιό τυπογραφείο του Δάρρα. Στην Ιπποκράτους. Ο χώρος εξομολογείται. Δεν χρειάζεται τον Ρουσό, μπορεί και μόνος του. Οι τοίχοι μυρίζουν μελάνι, φρεσκοτυπωμένες σελίδες, μεράκι δεκαετιών. Το Εγκλημα και τιμωρία, σε μετάφραση Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και πρόλογο Εμμανουήλ Ροΐδη, πέφτει πάνω στους τσίγκους, τικ τακ, τικ τακ, μ' εκείνο το σπαρακτικό βάρος των μυθικών τεράτων, που σκοτώνονται για να ζήσουν. Ο Χρήστος το μαζεύει από κάτω και μου το χαρίζει. Στα 70 του μιλάει ακόμη για μολότωφ - έχει ήδη στα μάτια του δύο.

Λέει Δοστογιέφσκης, Βαλζάκ, Δίκενς. Νομίζω πως έχω μπει σ' ένα βομβαρδισμένο ιερό, από την οροφή πέφτουν κομμένες λέξεις. Πυροβολισμός. Ο Αιμίλιος σκοτώνει τον Βασίλη Πολύζο.

Στη Σπυρίδωνος Τρικούπη, εκεί που βρισκόταν ο Μανάκος, το παλιό δισκάδικο στη στροφή, περιπλανιέται η σκιά ενός αόρατου ήρωα. Του ροκ εν ρολ. Είναι ένα κράμα από Μικ Τζάγκερ, Ντέιβιντ Μπάουι, Πίτερ Χάμιλ, Σιντ Μπάρετ, και Βαν Μόρισον. Αν κοιτάξεις ψηλά, πάνω απ' τον ουρανό των Εξαρχείων, θα δεις το αεροπλάνο που μετέφερε τους Λίναρ Σκίναρντ να πέφτει. Τον λοχία Πέπερ να απογειώνεται, κρατώντας ένα κόκκινο μπαλόνι. Τη μοιραία ένεση που έκανε ο Τζιμ Μόρισον εκείνη τη νύχτα στη Διδότου. Το χαμόγελο ανακούφισης του Τζον Λένον λίγο πριν πυροβοληθεί έξω απ' το σπίτι του στη Βαλτετσίου. Την Γκρέις Σλικ να μασάει άσπρα κουνέλια στου Μπάρμπα Γιάννη. Την Απόπειρα να εκδίδει τον πρώτο Μπουκόφσκι. Τον Γκοντάρ να στήνει την κάμερα έξω απ' το Βοξ. Τη Μαρία να κυνηγάει πεταλούδες με τρύπια απόχη. Τον Χρηστάκη στη φυλακή. Τον Χέντριξ να σπάει τη κιθάρα του. Τον Φελίνι με all star. Το Κατερινάκι να λιγοστεύει. Τον Κηθ Ρίτσαρντς. Τον Μιχάλη Κατσαρό. Τον Γιώργο Χρονά. Αχρονο.

Είναι νύχτα. Θα περάσει. Από κεκτημένη ταχύτητα. Σαν ουρλιαχτό. Θα σου φυλάξω το όγδοο σύμφωνο, παρατεταμένο. Στη βιβλιοθήκη, η θραύσις κρυστάλλων συνεχίζεται. Ετσι να κάνουμε, θα ανοίξουν οι μέρες. Θα βγουν σελίδες, φωνές, ιαχές. Πιστόλια ποιήματα. Οσα κεφάλια και να μας κόψουν, θα φυτρώσουν καινούρια. Με μεγαλύτερη κάννη.

Η Λερναία Υδρα ήταν η μητέρα μας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

ΩΚΕΑΝΟΣ


Η ΠΟΛΗ κλέβει τα χαρακτηριστικά μας. Αφήνουν το πρόσωπο και γίνονται παγκάκια, αγαπημένες γωνιές, σκουριασμένα χαμόγελα, πολυσύχναστοι δρόμοι, σπάνια ηλιοβασιλέματα, τυπωμένες σελίδες, βροχερές πλατείες, γέλια που τελειώνουν σε δάκρυα, δάκρυα που για να ξαναγίνουν γέλια χρειάζεται να περάσουν από οντισιόν. Κυκλοφορούμε βλέποντας το πρόσωπό μας απέναντι. Σαν φτηνό διαφημιστικό χωρίς πολλές δυνατότητες. Παρέμβασης. Φλυαρίας.

Μια λέξη φτάνει για να περιγράψεις ένα συναίσθημα. Με δυο-τρεις, έχεις και την εικόνα του. Πάνω από δέκα, γίνεται διάλεξη. Καβγάς με τον εαυτό σου. Σήμερα δεν υπάρχει χρόνος για περιγραφές. Δεν απόμεινε χρόνος στον πεζό λόγο. Η πεζογραφία αργεί. Και ο σημερινός κόσμος βιάζεται. Μόνο και μόνο από έλλειψη χρόνου, όσοι γράφουν, θα έπρεπε να γράφουν ποίηση. Δεν έχω γράψει παρά προλόγους. Βιάζομαι.

Μοσχάτο της δεκαετίας του '70. Βρέχει. Το νερό στο σπίτι έχει φτάσει έως τα γόνατα. Στο κέντρο του σαλονιού επιπλέει η ρουστίκ τραπεζαρία. Μοιάζει με πίνακα του Νταλί. Τότε δεν είχαμε πολλές λέξεις. Ηταν λίγες και βιαστικές. Οπως τα όνειρά μας. Σε μια μικρή πόλη ανθρώπων που όποτε δεν πλημμύριζε, έβγαζε τις αυλές της στον ήλιο να λιαστούν. Ανάμεσα σε δυο ποτάμια που μύριζαν σοκολάτα. Και νυχτολούλουδο. Από το εργοστάσιο της ΙΟΝ. Και τα βραδινά φιλιά που σκόρπιζαν την άνοιξη πάνω απ' την πόλη. Πιστεύαμε ότι μόνον η σιωπή μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Η νύχτα έχει προχωρήσει. Μας ακολουθεί. Τα βήματά της είναι προσεκτικά πάνω στην ξύλινη σκάλα. Σχεδόν σέρνεται - σακάτης Ιούνης. Σε δύο μέρες εκλογές. Τα χέρια μου μπορεί να σε ξεχάσουν -είναι αμαρτωλά-, το μυαλό μου όμως θα συνεχίσει να σε χαϊδεύει, να ερωτεύεται εκείνη τη μικρή ελίτσα στο κέντρο του σαγονιού, το ταφταδένιο φόρεμα που φορούσες στο πλοίο - το μυαλό δεν ξεχνά, το σώμα τα καταφέρνει. Μπορεί. Είχες ένα ωκεάνιο σώμα. Καφέ, σκούρο. Σαν να σκούριασε ξαφνικά όλος ο Ινδικός ωκεανός πάνω σου. Κολυμπούσα και σκούραινα. Εκανα χρόνια να δω στεριά.

Αν ποτέ ξημερώσει, θέλω να σε δω να στέκεις στο κεφαλόσκαλο. Βαμμένη, να σε φέγγει φως αρρωστημένο. Με μια ανίατη γύμνια να ποτίζει τα μάτια μου.

*Ν. Καββαδίας, Τραβέρσο, εκδ. Κέδρος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=51400

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΟΚΛΗΣ: ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ



Κώστας Τσόκλης


1. Αντε τώρα να παραπονεθείς στον Θεό


2. Κανένας περίπατος δεν πρέπει να μένει χωρίς αμοιβή

εκδ. Καστανιώτη


«Πολλές φορές, όταν μιλάω, θα το δεις, δίνω την εντύπωση πως είμαι απόλυτα πεπεισμένος γι' αυτά που λέω. Την ώρα που τα λέω, πίστεψέ με, είμαι βέβαιος ότι το δίκιο μου είναι απόλυτο. Μόλις όμως η φράση μου τελειώσει, είμαι εξίσου βέβαιος ότι τα πράγματα είναι αλλιώς. Αυτό θα μπορούσε να μου κόψει τον ενθουσιασμό ή την πίστη στον εαυτό μου. Αντίθετα όμως. Αισθάνομαι ότι ξαναγεννιέμαι. Τίποτα δεν κατάλαβα, λέω. Είναι ωραίο. Η αλήθεια μένει να βρεθεί».

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΟΚΛΗΣ



ΘΑ ΗΘΕΛΑ αυτό το κείμενο να εξέχει. Κάποιες φράσεις ή λέξεις του να βγαίνουν έξω απ' τις σελίδες της «Βιβλιοθήκης» και να φτάνουν ώς την είσοδο της εφημερίδας. Εκεί, στην παλιά τυπογραφική του Τεγόπουλου. Να κυνηγάνε η μια την άλλη στον διάδρομο, μπροστά απ' το θυρωρείο. Οι ποιητές θα το καταλάβαιναν, είναι ποιητές. Ομως, οι άλλοι; Πώς στήνεται ένα κείμενο που οι λέξεις του περισσεύουν; Αναρωτιέμαι. Πώς φωτοστοιχειοθετείται το άρρητο; Πώς μπορείς να μεταφέρεις το φως σε ένα απλό φλιτζάνι;

Ο Τσόκλης ρωτάει συνεχώς. Δεν έχει απαντήσεις. Ο καλλιτέχνης δεν είναι ειδικός, το ταλέντο του απεχθάνεται τις λύσεις. Τις θεωρεί ελάττωμα. Το μόνο του κεκτημένο, αυτό για το οποίο σπάει τα νύχια του διαρκώς, είναι ότι ονειρεύεται το καινούριο. Ο κριτικός, ο αναλυτής, ο ιστορικός, ο επιστήμονας, ο ειδικός ασχολούνται με το παλιό. Διακρίνουν. Ξεσκεπάζουν. Ανατρέχουν. Αλλά δεν ονειρεύονται.

Αν προσπαθούσα να ερμηνεύσω την τέχνη του Τσόκλη, θα πάθαινα ό,τι έπαθε ο ίδιος στην Καλών Τεχνών: Θα έχανα για πάντα τις λέξεις μου. «Στις σχολές αυτές, ουσιαστικά, προσπαθείς να κατανοήσεις τον τρόπο που σκέφτεται ένας άλλος άνθρωπος, ο καθηγητής. Και ξεχνάς τον εαυτό σου. Οταν τελικά ανακαλύπτεις τη σκέψη του άλλου, καταλαβαίνεις ότι ποτέ δεν σε ενδιέφερε. Πάλι καλά εάν δεν έχεις χάσει, στο μεταξύ, αυτό που ενδιέφερε πραγματικά εσένα» (συνέντευξη στον Θ. Λάλα, FAQ, 26.03.09).

Ολη αυτή η άχρηστη συσσώρευση γνώσης, η αχανής πληροφορία, η άπληστη κατηγοριοποίηση, η ενδελεχής ταξινόμηση, η ιστορική αλήθεια, έβλαψαν θανάσιμα τη φαντασία. Ο Τσόκλης έσπασε τα κουτιά. Διέρρηξε κάθε μορφή, κάθε άξονα. Κάρφωσε το φεγγάρι στον τοίχο για να το βλέπει καλύτερα. Μπέρδεψε το βίντεο με τη ζωγραφική, το φως με τη γλυπτική, την ποίηση με τη φωτογραφία, τον ήχο με τις λέξεις, το σχέδιο με την περφόρμανς. Εκοψε τα νεύρα από τον πίνακα για να δει το αίμα του να κυλάει έξω απ' το κάδρο. Εβγαλε τις πόρτες απ' τους μεντεσέδες και τις κρέμασε στον ουρανό· εκεί του άρεσαν περισσότερο. Κι όλα αυτά κυνηγώντας συνέχεια τον δεξιοτέχνη μέσα του. Δυσπιστώντας μπροστά στα προσόντα του. Για να έχει περιθώρια να ελπίζει ακόμα στον καλλιτέχνη: «Εχω πεθάνει δυο-τρεις φορές μέχρι τώρα. Πιστεύω ότι είναι ευτυχές ένας καλλιτέχνης να γίνει κάποτε "πτώμα" στην καριέρα του. Ζηλεύω τους αποτυχημένους. Τη δυνατότητα που έχουν να τους ανακαλύψει κάποιος αύριο. Εμένα με έχουν ήδη ανακαλύψει» (συνέντευξη στη Μαργαρίτα Πουρνάρα, Καθημερινή της Κυριακής, 29.03.09).

Κοιτάζοντας κανείς το έργο του -όπως κοιτάζει το μέλλον, χωρίς να έχει ανάγκη στηρίγματος το παρελθόν- διαπιστώνει ότι δεν πρέπει να υπήρξε παρόν. Ποτέ. Κι αν υπήρξε, ήταν μόνο για να ξεπεραστεί. Ενα χρώμα, μια ιδέα, ένα δάκρυ. Ενας κομμένος κορμός. Δύο στρογγυλές πέτρες. Ευτελείς λεπτομέρεις στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Κι όμως. Η συνεκδοχική διεργασία στο έργο του Τσόκλη είναι κάτι παραπάνω από αισθητή. Χρησιμοποιεί το ίχνος, τη νύξη, τον υπαινιγμό, για να εκφράσει το απόλυτο. Το όλον. Είναι σαν να έχει μια οθόνη χωρισμένη σε πίξελ. Απομονώνει ένα και το εξαντλεί, για λογαριασμό του συνόλου. Η μόνη δυνατότητα της Τέχνης υπήρξε πάντα το απόσπασμα. Το σπάραγμα, το θραύσμα. Ο Τσόκλης το γνωρίζει καλά. Τον ενδιαφέρει η αγωνία, όχι η λύτρωση.

Ως δημιουργός είναι ένας ακραίος μοντερνιστής που το βλέμμα του ενδύεται τον ρομαντισμό. Ή ένας ρομαντικός που αγκαλιάζει τον μοντερνισμό έως ότου τον πνίξει. Φαντάζομαι ότι ως συγγραφέας θα έλεγε: Πιάσε το μι απ' την ουρά, να το πιάσω απ' τα ποδαράκια, να το τεντώσουμε. Δεν είναι μι αυτό που έχουμε. Αλλά και το λάμδα, σαν καμηλοπάρδαλη είναι. Κόψε λίγο τον λαιμό του, μακραίνει τον δρόμο προς την αυτογνωσία.

Στο έργο του βρίσκονται διάσπαρτα τα στοιχεία της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Αλλωστε, ο χώρος στον οποίον κατεξοχήν επιβίωσε ο μύθος είναι η αρχαία τραγωδία, η οποία και εξαρτήθηκε θεματικά απ' αυτόν. Αλλά και στην πλατωνική φιλοσοφία -στην «Πολιτεία», ας πούμε- ο μύθος λειτούργησε καταλυτικά, δίπλα στη φιλοσοφική σκέψη, συνδράμοντάς την ως έκφραση μιας παλιότερης συλλογικής συνείδησης. Θεωρώ ότι μεγάλο μέρος του έργου του βασίστηκε στον πανάρχαιο μύθο του Προμηθέα (Προ - μηθεύς: αυτός που προβλέπει, ο προνοητικός ή στα σανσκριτικά: αυτός που κρατά το τρυπάνι της φωτιάς). Οπως στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου, ο Προμηθέας είναι το σύμβολο του ανθρώπου-ημίθεου που ορθώνεται ενάντια στην εξουσία των θεών για να χαρίσει στον άνθρωπο τη φωτιά και τη δύναμη των τεχνών, έτσι και ο Τσόκλης, ως Σαμάνος της εποχής του, παράγει φωτιά μέσω του έργου του, τη δημιουργεί για να κατανοήσει το Σύμπαν, προσφέροντας στους ανθρώπους δύναμη. Μετέρχεται του μύθου για να φωτίσει, αλλά και να τυφλώσει. Θέλει να λογοδοτήσει ενώπιον του Θεού, θεολογώντας. Με μοναδικά όπλα τον έρωτα, το ένστικτο και το ταλέντο. Δηλαδή, τα άλλα ονόματα της φωτιάς. Διεκδικεί την αθανασία, ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο, την ίδια στιγμή που αδυνατεί να σκεφτεί τι είναι καλύτερο. Είναι αντιεξουσιαστής. Επαναστάτης. Αναρχικός. Οπως οφείλουν να είναι οι μεγάλοι δημιουργοί.

Το «Αντε τώρα να παραπονεθείς στον Θεό» είναι μια πολύτιμη -δεύτερη μετά το «Κανένας περίπατος δεν πρέπει να μένει χωρίς αμοιβή» του '95- συνεισφορά του στον πολιτισμό και τη σκέψη. Ο γραπτός ή προφορικός λόγος του, αντίθετα με τον εικαστικό, είναι τόσο διαυγής και στοχευμένος που σε κάνει να απορείς για το αν προέρχεται απ' τον ίδιο άνθρωπο. Μετά το ξανασκέφτεσαι και καταλαβαίνεις. Ενας δημιουργός που απ' το οπισθόφυλλο κιόλας μπορεί και ειρωνεύεται τον εαυτό του, δεν μπορεί παρά, στην ανάγκη του για ουσιαστική επαφή με την «πραγματική» πραγματικότητα, να παρουσιάζεται προκλητικά ειλικρινής και λιτός.

Οι συνεντεύξεις και οι ομιλίες που περιλαμβάνονται εδώ μπορούν να λειτουργήσουν και ως μικρές κασετίνες σοφίας· η έκπληξη προέρχεται απ' το βάρος. Είναι τόσο καίριες οι επισημάνσεις του, τόσο σημερινές οι φιλοσοφικές του αναζητήσεις που σε αναγκάζουν να υποκλιθείς. Ο άνθρωπος Τσόκλης είναι εξίσου σημαντικός με τον καλλιτέχνη. Ο πιτσιρικάς βοηθός του Βακιρτζή, που έπαιζε ποδόσφαιρο στην κατηφόρα της Καλλιδρομίου και δεν είχε λεφτά για να αγοράσει καραμέλες Τσάρλεστον, είναι ο ίδιος άνθρωπος με τον παγκόσμιας φήμης δημιουργό που υπογράφει Tsoclis. Αυτό το μικρό παιδί που έβαζε τα παπούτσια του για γκολπόστ και έψαχνε για δεκάρες στον δρόμο, είναι ο Οιδίποδας, η Μήδεια, η τέχνη της ζωής. Ο Ηλίας Πετρόπουλος έλεγε πως ο Τσόκλης «δαμάζει την άγνοιά μας». Εγώ νομίζω ότι την καρφώνει με σιδερόβεργες. Εξαπατά με την τέχνη του το ασυνείδητο. Και το κάνει αφοπλιστικά ελκυστικό.

Οσο μαθαίνεις, κινδυνεύεις. Χάνεται η αγιότητα της αγνής περιόδου, η αμηχανία μπροστά στον στόχο. Αρχίζεις και συνηθίζεις στο χειροκρότημα. Τότε τα πράγματα φαίνονται δύσκολα. Εχεις δύο επιλογές: Ή γίνεσαι αυτός που θαυμάζουν οι άλλοι, και με αυτόν τον τρόπο «χάνεις» το έργο σου, ή συνεχίζεις τον δρόμο που διάλεξες, προσπαθώντας να παραμείνεις παιδί. Ο Τσόκλης παρέμεινε. Παιδί. Χρησιμοποίησε καθημερινά αντικείμενα στην προσπάθειά του να δώσει το φιλί της ζωής στον πολιτισμό. Μ' αυτά σκέπασε τους μεγάλους νεκρούς του, επαναφέροντάς τους στο προσκήνιο. Σήμερα, στα 79 του, είναι ένας μικρός διαβολάκος που βγάζει μια μεγάλη κραυγή ανάμεσα στους σημερινούς ψίθυρους της σύγχρονης Τέχνης· κάτι σαν έκσταση ή παγκόσμια αναπνοή.

Είναι συγκινητικό να ακούς, να βλέπεις και να διαβάζεις αυτόν τον ηλικιωμένο πιτσιρικά να ξετυλίγει την ιστορία του ελληνικού τοπίου από το '30 και μετά με την αγωνία ενός φλεγόμενου έφηβου. Να μας φιλοδωρεί με τις γνώσεις του, θέλοντας να επιστρέψει στον 4ο αιώνα π.Χ. για να ξεκουράσει το βλέμμα του. Ο Θανάσης Νιάρχος, στην παρουσίαση του βιβλίου στο «Σχολείο», είπε «πώς τον ενδιαφέρει η ιθαγένεια της ψυχής και όχι της φυλής». Είχε δίκιο. Γι' αυτό η ελληνικότητά του είναι παγκόσμια.

Μ' αυτό βάζω τελεία. Βεβαίως, για τον Τσόκλη μπορεί να είναι ύφασμα. Ή ανεμόσκαλα.

Αλλά οι λέξεις συμπληρώθηκαν.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=51386

ΔΕΙΤΕ ΚΙ ΕΔΩ
http://planus.pblogs.gr/2009/06/oi-lyseis-einai-elattwma-.html#comments

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Η ΑΜΥΘΗΤΗ ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ





Μαρία Μήτσορα

Με λένε Λέξη

εκδόσεις Πατάκη, σ. 226, 17 ευρώ


Στην πλατεία Κολωνακίου ξεχωρίζουν άλλες μορφές. Η Μαρία είναι η θηλυκή εκδοχή του Mick Jagger, μοιάζουνε. Ντύνεται όπως στο Λονδίνο, σάπιο μήλο, σκονισμένο ροζ, δαμασκηνί ηφαιστειογενή βελούδινα μαντώ, σκούρα χείλη, δεν της αρέσουν τα λουλούδια, εκτός από τα αποξηραμένα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ, Ως εκ θαύματος


ΣΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ η Μαρία με κοιτάζει όπως θα 'πρεπε να κοιτάζει κάθε γυναίκα: σαν iron butterfly. Τα ανασηκωμένα ζυγωματικά και το Mick Jagger ύφος συμβάλλουν απ' την αρχή στη σημειολογία του κλειστού βλέμματος - ένα βλέμμα γεμάτο λίμνες από λέξεις, λάμψεις, λαγνότητες. Σκύβω κι εγώ, όπως ακριβώς σκύβει το λάμδα, όχι για να καθρεφτιστώ, αλλά για να αποφύγω τη σύγκρουση με την παιδική ηλικία. Η φωτογραφία είναι του Μήτσου Πουλικάκου - άλλη παιδική ηλικία εκεί. Τρακάρουμε. Με κοντά παντελονάκια στο live του Ζωγράφου, κι ύστερα, «Μεταφοραί - Εκδρομαί, ο Μήτσος», Εξαδάχτυλος και διάφοροι εκλεκτοί κύριοι: ηλεκτρική κιθάρα ο Νίκος Πολίτης, πιάνο ο Δημήτρης Πολύτιμος, ντραμς ο Γιώργος Τρανταλίδης, σαξόφωνο ο Λάκης Διακογιάννης, φυσαρμόνικα ο Αγγελος Μαστοράκης. Αχ, αγωνίες, ιδρώτες, δεν αντέχω άλλο ρε παιδιά, ψάχνω να βρω μια λύση ριζική... Ωραίες εποχές. Εμπύρετες.

Τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, υπήρχαν άνθρωποι που δεν ριγούσαν από εθνική υπερηφάνεια στους ήχους της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη, δεν ξεσηκώνονταν από τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, δεν θεωρούσαν ότι τα προβλήματα λύθηκαν με την έλευση Καραμανλή. Τους ενδιέφερε περισσότερο το εσωτερικό απ' το εξωτερικό τοπίο. Ηταν, συνήθως, ντυμένοι στα μαύρα. Συμπαθούσαν τον Διάβολο και τα δάχτυλα των χεριών τους ήταν όλα σκεπασμένα με δαχτυλίδια: για να αναγνωρίζονται. Τα απαραίτητα στέκια τότε, το «Jazz club» του Μπαράκου στη Ραγκαβά, ακριβώς πάνω από τα Αναφιώτικα, το «Trip» και το «Χρυσό κλειδί» στην Πλάκα: τα «κρυφά σχολειά» της Αθήνας.

Η παρέα των «μπίτνικς του Κολωνακίου» είχε ξεκινήσει δέκα χρόνια πριν από το «Ασυλο» στη Λουκιανού, μια υπόγεια γκαρσονιέρα κάποιας Ελληνοαμερικάνας, και την «Ακαδημία», τέρμα Δημοκρίτου, στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Στο «Καφέ Βυζάντιο» στου Μπόκολα και στη «Δεξαμενή», αλλά και στο «Pop Eleven», το θρυλικό δισκάδικο των αδελφών Φαληρέα στη Σκουφά, συζητούσαν για το σήμερα και το αύριο της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και του ροκ εν ρολ. Ήθελαν πρώτα να αλλάξουν τους εαυτούς τους και μετά τον κόσμο. Είχαν βρει τη σωστή σειρά. Δεν βιάζονταν βέβαια πολύ, ή μάλλον, δεν φαίνονταν να βιάζονται, αφού μπορούσαν να «βιάζονται και ακίνητοι». Η ζωή ήταν σίγουρο πως θα τους περίμενε.

Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν πάντα μια υπερβολικά πληκτική υπόθεση γι' αυτούς· η μετεξέλιξη της Αριστεράς τούς άφηνε παγερά αδιάφορους. Προτιμούσαν τις συναυλίες στους κινηματογράφους τις Κυριακές. Τα άφιλτρα βλέμματα. Τις φωλιές από άνθη. Του κακού. Η προσοχή τους ήταν στραμμένη στα νεωτερικά ρεύματα της εποχής και στις παγκόσμιες κοινωνικές εξεγέρσεις του δεύτερου μισού της δεκαετίας του '60. Η κουλτούρα των ναρκωτικών, τα τουριστικά και τα «άλλα» ταξίδια, αυτή η εκτός νόμου προοπτική για ελευθερία -που τελείωνε, όμως, με έναν απόλυτο σεβασμό, εκεί όπου άρχιζε η ελευθερία του άλλου- ήταν τα βασικά μοτίβα πάνω στα οποία πλεκόταν ο ιστός της αράχνης τους. Ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Πάνος Κουτρουμπούσης, ο Τάσος Δενέγρης (που πρόσφατα «έφυγε»), ο Τάσος Φαληρέας, ο Σπύρος Μεϊμάρης, και η άγνωστη τότε Μαρία Μήτσορα, ήταν το ελληνικό underground, η ομάδα «Σκηνή», στην οποία αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος του το περιοδικό «Σήμα» του Νίκου Παπαδάκη. Τότε στα λεξικά υπήρχε ακόμη η λέξη παρέα.

Δύο χρόνια αργότερα, η Μάνια Τεγοπούλου και ο Ευγένιος Αρανίτσης έπεισαν τη Μαρία να εκδώσει το πρώτο βιβλίο της, «Αννα, να ένα άλλο» (Ακμων, 1978, Πατάκης, 2007), μια συλλογή διηγημάτων όπου πρωταγωνιστούν ήρωες χαμένοι: στην πόλη, στους εαυτούς τους, στην κόλαση που είναι οι άλλοι. Για να φτάσουμε στο «Με λένε Λέξη» (Πατάκης, 2008) μεσολάβησαν ακόμα τέσσερα βήματα. Ολα μετέωρα: «Σκόρπια δύναμη» (Οδυσσέας, 1982), «Περίληψη του κόσμου» (Κέδρος, 1985), «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας, 1996) και «Καλός καιρός/ Μετακίνηση» (Πατάκης, 2005). Η διαδρομή έμοιαζε να κρεμόταν από μια κλωστή, η ισορροπία της γραφής αντλούσε από την ανισορροπία του περιβάλλοντος χώρου, τα μεγάλα διαστήματα σιωπής καλλιεργούσαν εθιστικά συμπτώματα. Ο κόσμος που διάβαζε τη Μαρία Μήτσορα ήταν δεμένος μαζί της όπως ο χρήστης με τον προμηθευτή του. Ένα φιξάκι οι ιστορίες της, μια επίδειξη σκόρπιας δύναμης στην πλάτη της Αθήνας, ένας αφαλός κεντημένος ταξίδια και μισοφέγγαρα με γαλάζια στρας, μια βόλτα στην προσωρινότητα μιας αθεράπευτης επιθυμίας.

Το «Με λένε Λέξη» είναι μια αυτοβιογραφία. Παράλληλα όμως, είναι και το πιο «ψυχεδελικό» κόλπο που σκάρωσε ποτέ η Μαρία στον εαυτό της και στους άλλους - η ιδέα φάνταζε, ούτως ή άλλως, μια μεγάλη παγίδα. Οι λέξεις είναι θραυσματικές, σκάνε σαν σφαίρες πάνω στις σελίδες, αν σε πάρει κατά λάθος καμιά, ξαναγίνεσαι δεκαοκτώ χρονώ και βγαίνεις με ινδικά φουλάρια στους δρόμους. Θυμάσαι τους Roxy Music: in every dreamhome a heartache. Τότε που το σπίτι κινδύνευε να γκρεμιστεί από μια βιόλα. Είναι μερικά μέρη στο βιβλίο που νομίζεις ότι τα έχει γράψει ο Keith Richards με την κιθάρα του· φωνάζουν if Ι don't get some shelter, Ι'm gonna fade away. Με μία διαφορά: Η κατακτημένη ωριμότητα του χρόνου φτιάχνει, δίπλα στο στυλ και τη μουσικότητα της γραφής, εικόνες υψηλού λογοτεχνικού «πυρετού». Εδώ χρειάζεσαι κομπρέσες. Τα μαύρα γράμματα, όχι μόνο κόβουν, αλλά αυτή τη φορά και καίνε - όπως και να το κάνεις, η βαρύτητα και το άχθος της ηλικίας έχουν να επιδείξουν, κι αυτά με τη σειρά τους, τα αόρατα πλεονεκτήματα των εποχών που παρήλθαν:

«Ολα τα σπίτια της παιδικής ηλικίας θα έπρεπε να ανοίγουν στη μνήμη σαν τριαντάφυλλα... όμως εκείνο το σπίτι έρχεται προς το μέρος μου, αφήνοντας μέσα σε μια λεπτή ομίχλη τους αρμούς του, έτοιμο να ανοίξει σαν ματωμένο τριαντάφυλλο όταν σκύβω άλλη μια φορά πάνω από το μυστικό του. Το σπίτι πλησιάζοντάς με μικραίνει. Και το ίδιο και το ανθρώπινο περιεχόμενό του μπαίνουν μπροστά στα μάτια μου σε μια διαδικασία σμίκρυνσης. Σε λίγο, σε πολύ λίγο, μου φτάνει μέχρι τα γόνατα».

Από τη Νέα Σμύρνη και τη Βομβάη ώς το Πεκίνο και τη Νικαράγουα των Σαντινίστας, και από την πλατεία Κολωνακίου ώς την Αϊτή και τον Πολικό Κύκλο, την Κούβα και τις Ινδίες, τα όρια του κόσμου της Μήτσορα είναι τα όρια της γλώσσας της - όπως μας λέει ο Wittgenstein. Σ' αυτόν τον πολυσύχναστο κόσμο ο κοινωνικός ιστός έχει καταλυθεί. Μέσα από τις στάχτες των χαρακτήρων και των συνοικιών, αναδύονται με μεγαλοπρέπεια, σαν αρχαία θαμμένα μυστικά, οι αρχές της συντροφικότητας, της αγάπης και της αυτογνωσίας, περισσότερο ως εσωτερικές λαχτάρες, παρά ως πραγματοποιήσιμες δυνατότητες.

Εκεί, τα πάντα έχουν κριθεί. Οι λέξεις βασιλεύουν. Αντικείμενα και μορφές -το παιδικό της καρότσι, η απαραίτητη γάτα, το μικρό ροζ κρεβατάκι με τα κάγκελα που πάνω τους κρεμόταν η ανάγκη της απόδρασης, η υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα επιβεβλημένη απ' τους γονείς, ο μυστηριώδης Αλέκος Χαρούβλης, η μανία καταδίωξης, το τρομερό μάτι του Θεού, ο πρώιμος βουδισμός, η Ελένα Μακάροβα, το ροκ εν ρολ, η βιβλιοθήκη του πατέρα, όλα, λες και φυτρώνουν από μέσα της, σαν ενθύμια φρίκης, όταν ακόμα ο κόσμος ήταν καινούριος, για να μετάσχουν μαζί στο αιώνιο παιχνίδι της φυγής, για να βρούν τη μοιραία εξίσωση.

Η Μαρία είναι ένας συλλεκτικός άνθρωπος. Με τους συλλεκτικούς φόβους του, που αντέχουν. Κάποια στιγμή, όταν φοβάσαι -τους ανθρώπους ή τους φόβους σου-, ανοίγεις μια καταπακτή και χώνεσαι μέσα. Εκεί σε περιμένει ο εαυτός σου. Οι λέξεις. Αρχίζεις να τις ξεφλουδίζεις σαν τρελός, να τους χαλάς το στρίφωμα. Είναι πολύ σκοτεινά, για να φτάσεις στο φως πρέπει πρώτα να καείς. Η Μαρία τα κατάφερε. Κάηκε για να ξαναγεννηθεί. Εγινε ο ήλιος δύω.

Οι ιστορίες της μακροημέρευσαν σαν τα καλά κρασιά στο κελάρι, πάλιωσαν ευεργετικά και συνεσταλμένα, αλλά όποτε τους δίνεται η ευκαιρία -και τους δίνεται συχνά- το σκάνε απ' την καταπακτή ή απ' το ανοιχτό παράθυρο και παίρνουν τους δρόμους. Για μια σκαστή βόλτα στο φως. Στα δισκάδικα της Ηφαίστου χειμώνα καιρό, σε αυλές με μαρμαρωμένες τριανταφυλλιές και βασιλικούς, κάτω απ' τη στέγη του κόσμου. Για να συναντήσουν αυτό που χάθηκε και δεν είναι άλλο από την εφήμερη γοητεία του παρελθόντος που επεμβαίνει στο παρόν, επηρεάζοντας το μέλλον. Εχουν το χάρισμα να εξαπλώνονται. Σαν φήμη, που διαδίδεται από στόμα σε στόμα στη σκοτεινή πλευρά της πόλης..

Μέσα τους τρέχει το κείμενο, άλλοτε δοκιμιακό, αυστηρά προσανατολισμένο στην αγωνία της συγγραφής, άλλοτε αδιόρατα μυθοπλαστικό, με κρεμασμένους και θανατερά ξόρκια, άλλοτε εξομολογητικό, με πονεμένα μέρη και βιωμένες στιγμές, όμως πάντα ποιητικό, στέρεο, εμπνευσμένο: «Έξω τώρα ψιλοβρέχει. Από το παράθυρο περνάνε τα περιπλανώμενα κομμάτια των ιστοριών μου. Περνάνε σαν ουράνια σώματα. Μας ενώνει και μ' αυτά, όπως με τη Μιράντα, μας ενώνει και μας χωρίζει μια μεγάλη έλξη... Η ζωή ερωτεύεται πάλι και πάλι τις πιο αρχαίες πληγές της, για να τις σβήσει σβήνοντας».

Το «Με λένε Λέξη» έρχεται, σαν από μηχανής επιστέγασμα μιας πορείας, να στρογγυλοκαθήσει στον θρόνο της ξανακερδισμένης λογοτεχνίας. Και να την αναποδογυρίσει με μια ματιά: αποτυπώνοντας το αστικό, κυρίως, τοπίο -σαν άλλη περίπτωση Χρήστου Βακαλόπουλου- και τον κοινό κώδικα μιας μερίδας ανθρώπων που έμειναν υποφωτισμένοι, παραβατικοί, να ξύνουν τις πληγές τους και να αιφνιδιάζουν, όποτε μπορούν, τη γλωσσική, και όχι μόνο, «έννομη τάξη».

Η Μήτσορα μπορεί, πλέον, να μεγαλώσει τον εαυτό της. Και να το κάνει υπέροχα, με γνώση των συνεπειών: σαν μια μοιραία, μυστική και τελεσίδικη χορογραφία. Είναι γεγονός ότι ο τρόπος που διαβάστηκε, αν και εφόσον διαβάστηκε, συνδεόταν πάντα με τον σκοτεινό μύθο που τη συνόδευε. Η καλτ σφραγίδα την ακολουθούσε παντού. Τώρα είναι καιρός να αρχίσει -και αυτό νομίζω άρχισε με το «Καλός καιρός / Μετακίνηση»- να τινάζει τη σκόνη του περιθωρίου απ' την παλιά καμπαρντίνα της. Ούτως ή άλλως, «όσοι εξασκούνται στη γοητεία δυσκολεύονται να μεγαλώσουν». Η αμιγώς λογοτεχνική αξία της είναι πολύ μεγάλη: σε βαθμό κακουργήματος.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ