Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ ΜΟΥ




στην ίδια



Μελισσούλα μου
Έλα να ζουζουνίσεις πάλι γύρω μου
Δεν σ' έχω δει για καιρό
Έχω ανάγκη να σε νιώσω
Θέλω να σε στριφογυρίσω
Όπως μου περιέγραψαν τα τραγούδια

Πέρα στα δάση
Σε ψηλά πευκόφυτα μέρη
Με κέρασε γλυκό έρωτα
Η δασένια χάρη της
Η απαλή αγκαλιά της
Το πρόσωπό μου στη σκιά
Μελισσούλα...

Θα μ' επισκέπτεσαι τα πρωινά;
Θα μ' επισκέπτεσαι αργά τη νύχτα;
Γιατί δεν είναι δίκαιο
Απλώς δεν είναι δίκαιο
Ήσουν προορισμένη
Να απομακρυνθείς απ' το φώς

Νύχτα, όλα τα φώτα μου αναμμένα
Χρειάζομαι ένα μικρό τετ- α- τετ
Αυτό το άχρηστο, αβοήθητο συναίσθημα
Κάθε νέος θα 'πρεπε να είναι ευλογημένος με έρωτα
Υπάρχει σάρκα και φωτιά από κάτω
Αυτό το μεθυστικό, άσκοπο στριφογύρισμα
Χέρια στο πρόσωπό μου
Λίγο μετάξι και δαντέλα
Γλυκά αρωματισμένα φιλιά
Για μένα

Όπου κι αν φλέγεσαι
Έχω επιστρέψει
Τυχερή κυρία
Μελισσούλα…

Θα πρέπει να σ' αφήσω το πρωί
Ήθελες πάντα να 'σαι ελεύθερη
Μείνε μαζί μου
Γλυκιά τυχερή κυρία
Μη μ' αφήσεις ποτέ
Μελισσούλα μου…

Άγρυπνος σε κρύα μέρη
Ψυχρά μάτια και παγωμένα πρόσωπα
Κάποιοι νεκροί και κάποιοι ζουν
Οι περισσότεροι στο ενδιάμεσο

Η κυρία μου περιμένει
Πρέπει μάλλον να επέστρεψε στο να με μισεί
Τι πικρό ξύπνημα ήταν αυτό
Την επόμενη φορά που θα μου χτυπήσει
Θα την αφήσω να μπει
Την επόμενη φορά που θα μου χτυπήσει
Θα την αφήσω να μπει

Κι αν με εγκαταλείψει το πρωί
Θα έχουμε τουλάχιστον κι οι δυο ανακουφιστεί

Τώρα... Μείνε μαζί μου...
Μείνε μαζί μου...
Γλυκιά τυχερή κυρία
Μη μ' αφήσεις ποτέ
 
Μελισσούλα...

Artist: Madrugada
Songwriter: Sivert Hoyem, Honey Bee
From the album: Madrugada (2008)
Μετάφραση: Σταύρος Σταυρόπουλος



Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

ΧΑΘΗΚΑΜΕ


Υπάρχω ερήμην μου
Χωρίς λέξεις ωραίες
Μόνο για να σε πω
Με όλα τα ονόματα
Που κατέρρευσαν

Κανένα δεν ζει

Κανένα δεν βρέθηκε
Με το άρωμα ενός κέδρου
Να σε καρφώσει πάνω στα γράμματα
Να σε κάνει αναλλοίωτα άσπρη
Ανάγλυφη του χαρτιού

Σφραγίδα
Που έχασε το μελάνι της

Εγώ σε ανακαλύπτω
Για να αποκτάς σώμα
Εσύ να ληστεύεις
Μέχρι να ξηλωθούν τα φιλιά
Και να βγει το φεγγάρι
Χαλασμένο απ’ το στόμα σου
Σαν πορτοκαλί βάτραχος
Με τα μάτια γυρισμένα
Απ’ τη ζάλη

Απολαμβάνεις τον όλεθρό σου
Μέχρι να πεινάσει η έξαρση
Να ταιριάξει πάνω στην άσπρη σελίδα
Το δικό μου ελάφι

Εξαιτίας σου
Απώλεσα πια όλα τα χέρια
Που φύτευα
Για να μπορώ να σε πιάνω
Να σε ανεμίζω
Για να με φέγγεις

Να με κοιτάζεις
Με τα χορτασμένα δόντια σου
Έτσι που βρώμισαν
Όλα τα εκπληκτικά φρούτα

Και χαθήκαμε

Εγώ εσύ

Και τα κομμένα μου δάχτυλα
Στο βάθος του κορμιού σου

Μέσα σε μια πρασινάδα
Διαβολική

Από επικίνδυνους πιλότους

Σ.Σ.

(από την συλλογή ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ που θα κυκλοφορήσει τέλη Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν)



 

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙΣ




Γιατί το κύμα είναι στιγμή από τη θάλασσα κι η θάλασσα ξέρει ν' αγαπά και ν' αγαπιέται σα γυναίκα · εισπνέει το όλον.  Της μοιάζω τόσο, που με πληγώνει να είμαι γυναίκα κι όχι θάλασσα. Της μοιάζω τόσο, που ονειρεύτηκα να είμαι η θάλασσα κι όχι γυναίκα.

Μα εγώ δεν έχω μιαν απέραντη αγκαλιά αγέραστη.  Μα εγώ δεν έχω έναν έρωτα ακατάβλητο κι αθάνατο.

Νέλλα Συναδινού

 




Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ





Ποια είναι η ώρα κοντά στα ξημερώματα
που με τ' όνειρο φτάνω στον γκρεμό
και πέφτω, πέφτω
χωρίς το σώμα μου;
Όλοι οι θάνατοι εδώ σκηνοθετούνται
απ' τους ανθρώπους
ακούγεται η ανάσα των φύλλων
νέα πουλιά αντικαθιστούν τα χτεσινά
με μια ψυχή
μ' ένα πέταγμα
θα τραγουδήσουν.

Πού βρίσκομαι τη στιγμή εκείνη
τη μόνη που βαραίνει
τη μόνη που δείχνει τη μεγάλη περιπέτεια;
Πού βρίσκομαι σαν μου αφαιρούν
μιαν άνοιξη την κάθε νύχτα
και δεν αγγίζω την κοιλιά
που γεννάει
την πεταλούδα που ξεραίνεται;

Ηλικίες!
Είναι όλες φτωχές οι ηλικίες
κι αυτά τα δεκαοκτώ
τόσο λίγο φωτίζονται από το άλλο θαύμα
τόσο λίγο γεύονται το σκοτάδι
κι ούτε που ζυγίζουν
του ζώου την αξία
του ζώου τη φύση την αιώνια.
Κάτι σαν τύφλωση η αθωότητα
κι οι άγιοι ξεμωραμένοι
υψώνουν χαρταετό
πέρα απ' την ατμόσφαιρα.

Την ώρα εκείνη
που με το λύκο τη συνταιριάζουν οι ποιητές
την ώρα εκείνη
το σώμα μόνο τη γνωρίζει
σφαδάει, γρυλίζει
σκουραίνει ο ουρανός του ύπνου
χίλιες φορές πεθαίνω
εγώ, εσύ
όσο να ξημερώσει.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ , Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΙΩΡΗΣΗ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ



 



I.

(εκείνος):

 

Με είχε εγκαταλείψει το θάρρος να γυρίσω να ιδώ

τι ώρα θα ήταν στο ρολόι του τοίχου.

Συντεταγμένος προς έρωτα

στις καλαμιές της όχθης σου,

το εκκρεμές του χρόνου,

ασάλευτα μαθηματικά,

ρυθμικά όπως πάντα,

χτυπούσε.

 

(εκείνη):

 

Τι ήσυχα κυλά ο Ποταμός.

Στη Θάλασσα προτού χυθεί

υγραίνει την ακτή με την ιλύ του.

'Έτσι απλά και εμείς

θα ενωθούμε.

Κοιτώντας σε

κοιτώντας με.

Στο δέλτα των υγρών μας

κουρνιάζουν έμπειρα πουλιά.

Στα μάτια τους ο Έρωτας

κωπηλασία μνήμης.


II.

Χωρέσαμε και εμείς ν’ αγαπηθούμε στο δωμάτιο

ανάμεσα στους πίνακες με τα βουβά πρόσωπα

και τα κομψά λογοτεχνήματα της σιωπής.

 

Συνωστισμένοι στο απείρως ελάχιστο

εμείς «τα βιαστικά και άπειρα όντα της στιγμής»

καταβροχθίσαμε τον έρωτα μέσα στη σιγή.

 

Ό, τι μας απέμεινε είν’ η αιώρηση στο όνειρο

και το εκκρεμές του τοίχου να μετρά με ακρίβεια

στην ευρυχωρία της μνήμης τη συστολή του απείρου.

 

Κατερίνα Κανάκη Αξούγκα

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΗΣ ΣΤΟ FACEBOOK

 https://www.facebook.com/katerina.kanaki.10?fref=ufi

 

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΘΕΙΣ




Θα ‘ναι μεσημέρι
ο ήλιος θα πνίγεται στην ανελέητη άσφαλτο
κάπου ένας μικρός θεός θα πεθαίνει ξανά και ξανά
μες στα γραφεία
μες στα πρωτόκολλα
και στα χαρτόσημα
δηλητηριασμένος από την γραφειοκρατία της μονοτονίας
θα πέφτει από τον έβδομο όροφο
έκπτωτος της ίδιας του της αγάπης
Το αναιμικό αγέρι θα παρασέρνει βαριεστημένα
τις διακηρύξεις που δεν πίστεψε ούτε ο ίδιος
Η μαγνητοφωνημένη κραυγή του
θα παίζεται για μήνες
σύμβολο μιας ακόμη ανούσιας εξέγερσης

Θα είναι μεσημέρι
η μητέρα θα χαϊδεύει αφηρημένη την απώλεια
καθώς θα διαβάζει για το μικρό κορίτσι
που χάθηκε στο τσιμεντένιο δάσος
Εσύ θα φωνάζεις «μην φεύγεις»
Κι εγώ θα σκάβω βαθιά στο χώμα
για ν’ αφουγκραστώ όλα εκείνα
που έπαιζαν κρυφτούλι τις νύχτες

Θα είναι μεσημέρι
τα παιδιά θα τσαλαβουτούν στην θάλασσα
θα χτίζουν κάστρα στην άμμο
με πυργίσκους τ’ αποτσίγαρα
και τάφρους τα πλαστικά κυπελάκια
Η ωραία κοιμωμένη θα είναι μακριά
στην παγωμένη χώρα
οι δράκοι θα κλαίνε πάνω
από τους βρώμικους πυργίσκους
Ο κοιλαράς πατέρας τους
θα κατεβάζει τις μπύρες
σαν παραδομένος γλάρος στην μαύρη κηλίδα
που άφησε το κρουαζιερόπλοιο
με τους φωνακλάδες τουρίστες πίσω του
Από τα μεγάφωνα θα ακούγεται το τελευταίο
«χιτ» της εποχής
οι σερβιτόρες θα ισιώνουν
την κούραση στα μπράτσα τους
και θα παραχώνουν το λιγδιασμένο φιλοδώρημα
ανάμεσα στα ιδρωμένα στήθια τους

Θα είναι μεσημέρι καλοκαιριού
εσύ θα φωνάζεις «μην φεύγεις»
αλλά τα φθινοπωρινά φύλλα
θα πέφτουν ασυγκράτητα
από τα κλειδωμένα μάτια μου
κι εσύ ποτέ δεν θα μάθεις
πόσα καλοκαίρια έζησα στο βλέμμα σου


Μαρία Ροδοπούλου