Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008

ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ




Οι άλλοι που είμαι, "ΙΑΝΟΣ", Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ, στον «Ιανό», έκλεισαν ραντεβού οι ζωές μου. Κρυφά. Χωρίς να το περιμένω, είδα ξαφνικά τις ηλικίες μου γερασμένες, να γέρνουν στο μπαρ, στις καρέκλες, στον καναπέ του βιβλιοπωλείου και να συζητούν μεταξύ τους. Sold out. Σπρώχνονταν ανάμεσα στην κατάμεστη αίθουσα για να χωρέσουν, να γνωριστούν, να ανταλλάξουν τηλέφωνα. Δεν θα μάθω ποτέ τι έλεγαν. Οι εποχές του εαυτού μου είχαν κατά παράξενο τρόπο διαρρεύσει απ’ τις σελίδες του βιβλίου και είχαν καταλάβει στρατηγικές θέσεις στο χώρο. Είχαν επανέλθει όλες μαζί. Συγχρόνως. Και για μια ακόμα φορά εκστράτευαν εναντίον μου.

Απόρησα που δίπλα μου η Ιωάννα Παππά - αυτός ο ορισμός της γλυκύτητας- κατάφερνε και διάβαζε, σε πείσμα των κενών σελίδων που είχαν αφήσει οι λέξεις που έλλειπαν και ήταν διασκορπισμένες στον χώρο. Κάποια στιγμή, μου φάνηκε πως είδα τον Βασίλη Αλεξάκη να τις κυνηγάει γύρω απ’ τα τραπέζια, έχοντας βγάλει το δερμάτινο γιλέκο του. Κάθε μια που έπιανε, την έσφιγγε γερά στο χέρι του με ένα χαμόγελο θριάμβου και την πέταγε προς το μέρος μου. Η λέξη αυτόματα μεταφραζόταν στα γαλλικά. Η Βίβιαν ήταν η μόνη που καταλάβαινε. Στα 14 μου, στις Λιβανάτες, τη ρώτησα γιατί δεν μπαίνει στη θάλασσα και μου απάντησε je suis malade. Εγώ διάβαζα «Φως» και εκείνη Μαλλαρμέ στο πρωτότυπο. Στην «Ακτή», το παραλιακό ξενοδοχείο με τα γιασεμιά του Χασιώτη, ζωγράφιζα στα σεντόνια το όνομά της. Τα σεντόνια πλένονταν, αλλά ο μαρκαδόρος δεν έφευγε. Οι πελάτες θα νόμιζαν ότι Βίβιαν λεγόταν η μάρκα του υφάσματος. Μόνο εγώ ήξερα ότι ήταν ο πρώτος μου έρωτας που τώρα στεκόταν μπροστά μου, μετά από 32 χρόνια, εκεί στον Ιανό, και μου χαμογελούσε. Ένιωσα ευτυχής γι αυτή την αποκλειστικότητα.

Στην επόμενη καρέκλα περίμενε το πρώτο μου ποίημα από το «Διαμελίζομαι»: Είχα 25 χρόνια να δω την Σταυρούλα. Εγώ, ο Γιάννης, κι εκείνη, θελήσαμε να παίξουμε την ταινία του Τρυφώ, «Ζιλ και Ζιμ», στο Μοσχάτο των αρχών του 80. Δεν μπορέσαμε γιατί ο Γιάννης εγκατέλειψε στα γυρίσματα. Μετά η Σταυρούλα παντρεύτηκε. Τώρα είναι ξανθιά, αλλά τα μάτια της παραμένουν η πιο σκοτεινή εκδοχή του μαύρου. Η Νικολέτα είχε παχύνει, εξακολουθούσε όμως να έχει λεπτά συναισθήματα. Ήταν φυσικό μετά από πέντε βιβλία. Την βάραιναν κοντά 700 σελίδες. Στεκόταν στην πρώτη θέση, στο τραπέζι των επισήμων, και μιλούσε με τον Χάρη και τη Σοφία. Θα πρέπει να ζύγιζε γύρω στα 20.000 κιλά, γιατί ενώ καθόταν σε μια πολυθρόνα, γέμιζε όλο τον «Ιανό». Όταν την αγκάλιασα, έπεσαν τρία ματάκια από την τσέπη μου. Και επτά κόκκινα τριαντάφυλλα απ’ την καρδιά της.

Η ώρα περνούσε με δεκαετίες, ο Χάρης ζήλευε τον Keith Jarrett. Η Αννούλα είχε την καθαρή ομορφιά ενός παιδιού, η σύγχρονη ιστορία δικαιωνόταν με τον καλύτερο τρόπο. Όταν πια φάνηκε και η Μαρία Μήτσορα, η δύναμη σκόρπισε. Με χαιρέτησε με φωνητικά Jonathan Richman του «Hospital » και άφησε τα ασημένια της φτερά στο πάτωμα. Έπεσα πάνω στον Ηρακλή, ανταλλάξαμε για ένα λεπτό τις διασημότητες μας. Μετακινήθηκα, άνοιξα μια πόρτα και μπήκα στο Tropical. Η Σαντορίνη έμοιαζε με ξυπόλητη θεά που παραπατούσε μεθυσμένη στα σύννεφα. Η Κατερίνα κάπνιζε ένα πούρο με άρωμα σοκολάτας, η Νικολέτα την αγριοκοίταζε, η πισίνα του Salty είχε μεταφερθεί εκεί. Έδειξα μια χορευτική φιγούρα στον Σάκη τον μηχανικό και έφυγα. Στο πλοίο της επιστροφής έπαιξα σκάκι και έχασα σε τρεις κινήσεις. Η αντίπαλος μου στην παρτίδα, ήταν η τελευταία Ινδιάνα που ταξίδεψε με το πλοίο της γραμμής. Και η πρώτη που μου έκανε τόσο εύκολα ματ, βοηθούμενη απ’ τις δεσποινίδες της Αβινιόν.

Ξαφνικά, δεν υπήρχαν πια άλλα κορίτσια. Όλα τα κορίτσια είχαν γίνει εσύ. Βυθισμένα εντός σου, επιφορτισμένα με τις χιλιάδες χειρονομίες σου: Σαν μοντέρνες εκδοχές μιας παντομίμας που πέθαινε. Οι ομιλητές ανέβηκαν στο πάνελ αργά. Ο Βασίλης μου έκανε νόημα, ήρθα και κάθισα δίπλα στην Ιωάννα. Η εκφραστικότητά της φώτισε όλη την αίθουσα. Μετά, ασχολήθηκαν όλοι με τις ζωές μου: Ο Γιάννης Ευσταθιάδης τους έδωσε από ένα μουσικό όργανο για να παίζουν τη νύχτα και την αφορμή για να συνεχίσουν αθώες, ο Γιώργος Μπλάνας τις χώρισε σε κατηγορίες, ο Βασίλης Πολύζος τις έβαλε να μελετήσουν τα τετράδια των αγγέλων και ο Βασίλης Χατζηιακώβου τις ακούμπησε προσεκτικά σε νησιά των Κυκλάδων, μαζί με κάποιο συγγραφέα ή μουσικό, για να τις φυλάει. Τώρα, αν θέλω να τις ξαναδώ, θα πρέπει να περάσω θάλασσα.

Στις καθυστερήσεις φάνηκε και η Patti Smith. Χαιρέτησε, έπαιξε κλαρινέτο και αποχώρησε. Το βιβλίο είχε, επιτέλους, ξαναβρεί τις λέξεις του.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 21/01/2008

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗΣ


(η ομιλία του Γιώργου Μπλάνα στον "Ιανό", στις 15 Ιανουαρίου 2008, στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου, Οι άλλοι που είμαι, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007)


Όταν πέφτει κανείς στο πηγάδι της ετερότητας -γιατί αυτό σημαίνει, σε τελευταία ανάλυση, να γοητεύεται από τους δαίμονες που κατοικούν μέσα στη γλώσσα- αναπτύσσει μιαν εφιαλτική σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους. Μια σχέση ηδονικής ένδειας και πικρού, κατάπικρου πλούτου. Δεν ξέρεις πότε θα βρεθείς άλαλος -απολαμβάνοντας τον εαυτό σου- και πότε θα ξεχειλίζεις από λέξεις - ζηλεύοντας εκείνους τους άλλους που θα τις καρπωθούν.
Γράφεις και βουβαίνεσαι μπροστά στο λαλίστατο γραπτό. Σωπαίνεις και το γραπτό ορθώνεται πάντα μπροστά σου ως μοναδική αξία της σιωπής. Αν βάλω το χέρι στην καρδιά, είναι απόλυτα βέβαιο, πως μετά από 20 χρόνια περιφοράς στην λογοτεχνική μας κόλαση -και πάνω από τριάντα στον παράδεισο της ποίησης- θα πω ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο αξίζουν μερικές λέξεις πάνω σ’ ένα χαρτί είναι η δύναμή τους να μας επιτρέπουν να είμαστε άλλοι.

Ο κόσμος μας, ώσπου ν’ αφανιστεί, θα είναι ένας κόσμος της ταυτότητας. Και ο άνθρωπος ένα πλάσμα επίμονα κατοπτρικό, πάντα ετεροπροσδιοριζόμενο. Εξ ου και όλες οι συγκρούσεις: Αλήθεια-Ψεύδος, Λογική-Συναίσθημα, Πραγματικότητα-Φαντασία. Το πρώτο και τελευταίο οχυρό της ποίησης, πριν την τρέλα, τη μεγάλη συμπαντική τρέλα τού ματαίου: η μορφή, το είδος, η ολότητα. Το πρώτο και ριζικότερο πρόταγμα της ποίησης: η διάρρηξη κάθε μορφής, κάθε είδους, κάθε ολότητας.

«Όταν ονειρεύομαι, καταργείται η γεωγραφία. Καθώς περιεργάζομαι τις αισθήσεις των τοπίων, μικρά ρινίσματα σελήνης κυλούν απ’ τα μάτια μου. Συναιρούμαι σε γλώσσες, μια ρουφηξιά ακόμα και τα έγκατα της γης θα περάσουν οριστικά μέσα μου.
Γεννάω μονόφθαλμα έθνη που προσεύχονται στα πόδια μου, ερήμην της Ιστορίας».

Από την πρώτη στιγμή που διάβασα λέξεις πάνω στο χαρτί του Σταύρου Σταυρόπουλου, έστω και όχι όσο άγρια σίγουρες για τον εαυτό τους παρουσιάζονται στο τελευταίο βιβλίο του, είχα την αίσθηση ενός ανθρώπου που ενδιαφερόταν περισσότερο για το παιχνίδι του κειμένου και λιγότερο για το είδος εκείνο της εύτακτης συμπεριφοράς που συνηθίσαμε να ονομάζουμε σύνθεση. Δεν ενδιαφερόταν καν για το τι λογής κείμενο έγραφε. Ενδιαφερόταν μόνο γι’ αυτό που μπορεί να κάνει ένα κείμενο στον ίδιο και στους αναγνώστες του. Πέρα από την περιοχή της κατευθυνόμενης ρητορικής.

Κάποτε κάποτε, σκεφτόμουν πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος να γράφει τόσο καίρια πράγματα με τόση ατημελησία. Ώσπου υποπτεύθηκα πως αυτή η ατημελησία ήταν η δική του στρατηγική. Ποια στρατηγική; Η διατήρηση της απουσίας, του κενού, της οδυνηρής ζήτησης. Όχι η παρηγοριά ή η επένδυση του χαμένου χρόνου και τόπου με λόγια, αλλά η αναπαράσταση του ανέφικτου, προκειμένου να μην απολεσθεί – δηλ. μια άλλη διαλεκτική του πόθου.

«Όταν γράφω οι άγγελοι επιστρέφουν και τα κλωνάρια των τοίχων λάμπουν από την εξουθενωτική υπεροχή των ρόδων. Οι λέξεις με παρατείνουν».

Ή:

«Είναι ακόμα Απρίλιος, όπως στο ημερολόγιο του Ελύτη, όπως σε κείνο το παλιό τραγούδι των Deep Purple, μόνο που τα βράδια - αυτά τα αθέατα νυχτερινά καπρίτσια της άνοιξης - ο ουρανός ξεκολλάει λίγο στην άκρη και τα σύννεφα βρέχουν μια ασημένια βροχή σε όλες τις γλώσσες του κόσμου».

Τι είναι όμως οι λέξεις; Ο μακρύς κατάλογος των μεταφορών, με τον οποίον τελειώνει το βιβλίο του ο Σταυρόπουλος, μας διαβεβαιώνει πως οι λέξεις είναι τα πλάσματα που έχουν τη δυνατότητα να αυτοπροσδιορίζονται, μόνο αποδίδοντας στον εαυτό τους έναν σωρό άλλα πράγματα. Άρα ο πραγματικός πόθος του δημιουργού του κειμένου είναι η παράταση του πόθου του, η τιμωρία του, χιλιάδες φορές εκείνος.

«Οι πόλεις των ανθρώπων μας βλέπουν από παντού. Είμαστε όλοι απλωμένα ασπρόρουχα στην εκδίκηση του ορίζοντα. Αυτή είναι η τιμωρία μας: Χιλιάδες φορές εμείς».

Ιδού, λοιπόν, μια φωνή -ποιητική, πεζογραφική, δεν έχει και πολύ σημασία- που είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο για να απολαύσει τη γραφή ως αναγνώστης της γραφής του. Γι’ αυτό ίσως είναι τόσο γοητευτική. Τόσο ιδιαίτερη.

Πρώτο τέχνασμα του Σταυρόπουλου στο παιχνίδι του κειμένου: κάτι κοινό δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο κοινό ώστε να το προσπεράσουμε. Μετά, ήδη ο αναγνώστης -ο αναγνώστης με σάρκα και κόκαλα- έχει μπει στη διαδικασία της αναπόλησης των δικών του ελλείψεων. Πρέπει να εγκαταλείψει το βιβλίο. Και διαγράφοντας το τόξο του βιβλίου που κλείνει, ανοίγει το βιβλίο. Δεύτερο τέχνασμα του Σταυρόπουλου: το κείμενο είναι το άλλο του, το μη κείμενο. Και ο συγγραφέας, ο αναγνώστης που είναι πια ο συγγραφέας. Οδοιπόροι και οι δύο ενός κοινού τόπου που ιδρύθηκε με την πρωταρχική ιδέα συγγραφέα.

«Μου μένουν ακόμα λίγα μελαχρινά απογεύματα να κρεμάσω στη πλάτη μου, μερικά ιερά σώματα να μεταλάβω, μέχρι να με πνίξουν στο τέλος τα δακρυγόνα και να αφοσιωθώ αποκλειστικά στη γραμματική των δακρύων».

Ο Σταυρόπουλος έχει πια σχηματίσει τον χαρακτήρα του σαν συγγραφέας, τον οποίον μπορεί και μεταδίδει σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Διαχειρίζεται με θαυμαστό τρόπο το ενιαίο του πρόσωπο, μένοντας αφοσιωμένος σε αυτό που πραγματικά υπηρετεί: τη μορφή. Μ’ αυτήν μπορεί και παίζει μαζί μας, το ερεβώδες παιχνίδι της ματαιότητας, μέσα και έξω απ’ τα βιβλία του, σε ένα σύμπαν στο οποίο παραμένουμε όλοι τραγικά μετανάστες έως ότου μας αρνηθεί την παραμονή.

Αυτό είναι, νομίζω, και η πρωταρχική σημασία της αληθινής γραφής.


Γιώργος Μπλάνας

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2008

ΑΣ ΓΕΛΑΣΩ

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, ένα παραδοσιακό νεοκλασικό στην Ευριπίδου, ο Μυριβήλης, ο Τερζάκης και ο Βενέζης, μου κάνουν σωματικό έλεγχο. Κάθονται σε ένα τραπέζι, στο Ζάππειο, και πίνουν μειλίχια το ουζάκι τους. Η φωτογραφία είναι του 1933, πρέπει να είναι απόγευμα. Με κοιτάζουν με αποτροπιασμό, σα να φταίω εγώ που η εποχή μας δεν συνεχίζει το έργο τους. Δίπλα τους υπάρχει μια καρέκλα κενή, θα περιμένουν τον Καραγάτση. Αυτόν περιμένω κι εγώ, ήρθα να πάρω τον Γιούγκερμαν.
Η Κατερίνα, η υπεύθυνη προώθησης των εκδόσεων, μου ζητάει το φύλλο της εφημερίδας για τον Σελίν. Χαμογελάει με δυσκολία. Έχει το επώνυμο ενός διάσημου δημιουργού ερωτικών κόμιξ. Είναι πολύ στενά, κάποιος με σπρώχνει για να μπει, δεν χωράμε, εκείνη την εποχή οι άνθρωποι θα πρέπει να ήταν πολύ αδύνατοι. Λέω την τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει ο Καραγάτσης πριν πεθάνει, στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά του, το «10»: «Ας γελάσω». Την επαναλαμβάνω αργά από μέσα μου, σα να θέλω να την πιστέψω, σα να θέλω να πείσω τον εαυτό μου να το κάνει. Ακούω τις συλλαβές να ζορίζονται. Δεν μπορώ.

Έξω η ζωή συνεχίζεται – χωρίς να μας ρωτάει- αλλά όλο στρίβει γωνία. Της αρέσει να μας μπερδεύει. Σαν μια αστραφτερή Σεβρολέτ που ανοίγεται στον αυτοκινητόδρομο με σηκωμένα τα φτερά της. Κουράστηκα να την ακολουθώ με τα μάτια μου. Όσο πάει και ξεμακραίνει. Οι μικροπωλητές την κυνηγάνε ακόμα. Άνθρωποι του μόχθου έχουν απλώσει την πραμάτεια τους, έχουν στήσει το πολύχρωμο τσαντίρι τους, εκεί που κάποτε περνούσε το πρώτο τραμ. Σήμερα είναι θάλαμος αερίων. Τα καυσαέρια που εκπέμπουν οι άνθρωποι θα έπρεπε να απασχολήσουν σοβαρά τους περιβαλλοντολόγους του μέλλοντος. Τα εκλύουν τα σώματά τους καθώς περπατούν. Λυπάμαι αυτό που βλέπω. Τόσοι πεθαμένοι κυκλοφορούν ανάμεσά μας που αισθάνομαι ότι συνομιλώ με πνεύματα, με ψυχές. Έχω ανοιχτή γραμμή με το υπερπέραν.
Είχα ακούσει ότι τα παλιά χρόνια, τότε που η Αθήνα, ως νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους αγωνιζόταν να σταθεί στα πόδια της, οι κρεοπώλες της Σταδίου, που ήταν ακόμα χωματόδρομος, έσφαζαν τα ζωντανά τους μέσα στο μαγαζί, για να πουλήσουν κρέας στους περαστικούς. Τα τμήματα του σφαγμένου ζώου που έμεναν απούλητα, τα πέταγαν στο δρόμο. Ενάμισι αιώνα μετά, η μακάβρια αυτή συνήθεια δεν έχει εκλείψει. Ο ένας τρώει τον άλλον, δεν χρειάζονται πια οι κρεοπώλες. Oι δρόμοι είναι γεμάτοι απ’ τα κομμάτια μας. Τα απορριμματοφόρα του δήμου έχουν πολύ δουλειά. Η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου.

Προσπαθώ ακόμα να γελάσω, να κάνω τις εποχές να πλησιάσουν. Θλιμμένος κλόουν. Πώς τα κατάφερνε άραγε ο Καραγάτσης; Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι οι άνθρωποι όταν λένε «σ’ αγαπώ», αγαπάνε τον εαυτό τους και όχι αυτόν στον οποίον απευθύνουν την κουβέντα. Είναι μια ιδιότυπη μορφή Αττικής σύνταξης – εκτός Τριανταφυλλίδη. Ο Λάο Τσε, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Κίνας, σύγχρονος του Κομφούκιου, υποστήριζε πριν 2.500 χρόνια πως το σκληρό και το δυνατό θα κατατροπωθούν για να θριαμβεύσει το τρυφερό και το αδύναμο. Περιμένω ακόμα.
Θα κρεμάσω τα λόγια σου στο λαιμό μου για να φωτίζουν τον δρόμο μου. Τα σκοτεινά τμήματα στο οδόστρωμα που πρέπει να αποφεύγω. Θα τα δέσω μ’ ένα μικρό, κόκκινο σπάγκο για να θυμάμαι. Ο Καραγάτσης είναι πια γραμματόσημο. Η τρυφερότητα τελικά δεν θα θριαμβεύσει. Ο Λάο Τσε ήταν υπερβολικά αισιόδοξος.

Κοιτάζω τον Γιούγκερμαν στη σακούλα. Είναι χάρτινος, αλλά έχει σκάσει στα γέλια.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 07/01/2008

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2007

Η ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ


Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω
ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΙΑ παρά κλειστά παράθυρα, κλειστά παράθυρα, κλειστά παράθυρα. Ο κόσμος που πέρασε άφησε τα σημάδια του ανορθόγραφα στο περβάζι. Κουτσουλιές, σαν των πουλιών. Ξέρεις τι θα μου λείψει περισσότερο από σένα; Οι κατολισθήσεις μας. Το φως που έμπαινε ανάμεσα στα κορμιά μας καθώς γκρεμιζόμαστε - μια μυστική δύναμη. Ήταν ένα φως με ίχνη, με αποτυπώματα. Τα φέρω ακόμα. Κοσμήματα από φως. Καμιά φορά, όταν ξυπνάω το πρωί, το ξεχνάω. Νομίζω ότι έχω γεμίσει διαφανείς κρυστάλλους. Μετά θυμάμαι. Κοιτάζω το σώμα μου και η οξύτητά του με τρομάζει. Αν σε ξύσω άραγε από πάνω μου θα χαθείς; Θα χαθούν όλα όσα κατόρθωσαν να είναι; Και το φως; Πώς να το πάρεις απόφαση το φως;
Έχω περισσότερα ερωτήματα από καταφάσεις. Δεν μπορούν εύκολα να σταθούν σ’ ένα κείμενο. Μήπως αν αναρωτιέσαι συνέχεια απαντάς σε όλα; Είδες, πάλι ρωτάω.
Τέλος πάντων, αυτό το χειμώνα έμαθα να κλίνω τα ανώμαλα ρήματα. Ξέρω απ’ έξω όλες τις πτώσεις, κάποια μέρα θα σου μιλήσω γι αυτές. Έγινα γενναιόδωρος με όσα χάνω· φαίνεται, δεν τα είχα ποτέ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η απώλεια είναι τόσο αναίμακτη. Ούτε ότι συνηθίζει κανείς με τον καιρό τις συντέλειες του κόσμου.

Τελικά στα φεγγάρια με τους Ινδιάνους συμφωνούμε· έχουμε από 13. Συνεχίζουμε να ανάβουμε τα τσιγάρα μας απ’ αυτά – ως γνήσιοι αναγνώστες του Γκόρπα. Εκεί που τα χαλάμε λίγο είναι στην μέτρηση του χρόνου. Εμείς έχουμε μέρες, μήνες, χρόνια κι εκείνοι αιωνιότητα. Ποιος μετράει πιο σωστά, δεν ξέρω. Μπορεί κανένας.
Μου αρέσουν ακόμα οι Ινδιάνες, αλλά δεν έχω το κουράγιο να ζωγραφίζω άλλο το πρόσωπό μου. Αρκετές ζωγραφιές έχει πάνω του. Τις μισές μου τις έχεις κάνει εσύ. Άλλωστε, δεν υπάρχουν πια αληθινές Ινδιάνες. Περισσότερο φαντάζεσαι ότι υπάρχουν. Είναι τόσο μακρινή η εποχή τους, που μπερδεύεται με τα παραμύθια. Απ’ όσες έχουν ξεμείνει στις πόλεις καμία δεν λέγεται Σύννεφο με παντελόνια. Καμία δεν κρεμάει στα κοτσιδάκια της σούρουπα από τις παραλίες των νησιών. Έχουν φθαρμένα όνειρα, πλαστικά λόγια, αδύναμα σύμβολα. Έπειτα, είναι και οι δεσμοί αίματος που τις ενώνουν. Δεν τους πιστεύω. Δεσμά αίματος θα ήταν η ακριβέστερη έκφραση.

Το στερεοφωνικό συνεχίζει να απεργεί από την προηγούμενη άποψη. Δεν άλλαξαν και πολύ τα πράγματα από τότε. Συνεχίζουν να συζητούν για το Ασφαλιστικό. Ο Αλογοσκούφης και η Τρέμη μου φαίνονται σαφώς συμπαθέστεροι με κλειστή τη φωνή της τηλεόρασης. Ανοιγοκλείνουν το στόμα τους και συμπληρώνω εγώ τις λέξεις που θέλω. Συνεχίζω να χάνω. Είναι η τρίτη σερί εντός έδρας ήττα μου τον τελευταίο μήνα. Μου έκλεψαν πάλι λίγα από τα έμψυχα και τα άψυχα που μου έχουν απομείνει. Οι λαγοί τελειώνουν. Και τα καπέλα. Έχω κουραστεί με τα θαύματα που έχω επωμιστεί μέσα στο γήπεδο. Παίζω με κατεβασμένες κάλτσες. Βαρύ τερέν, όλο βρέχει. Ο κόσμος θα έπρεπε να αναβληθεί λόγω ακαταλληλότητας του αγωνιστικού χώρου.

Δεν φτάνει να ονειρεύεσαι. Ζωή είναι ό, τι γνωρίζουμε και αυτό που γνωρίζω δεν μου αρέσει. Ή δεν μου αρκεί. Είμαι διαυγής. Σχεδόν τρύπιος. Το κομμάτι που λείπει και επιτρέπει να δεις καθαρά μέσα μου, μου αφαιρέθηκε κάποτε, με κάποιο τρόπο. Απ’ το κενό αυτό εισβάλλουν οι άλλοι. Αν το βρω θα το χαρίσω σε μένα. Να κλείσει αυτή η εκκρεμότητα του φωτός. Αυτός ο φαύλος κύκλος της καθαρότητας. Ο Ρενέ Σαρ γράφει σε ένα στίχο του ότι «η διαύγεια είναι η πληγή η πιο κοντινή στον ήλιο».
Γράφω πληγές, ανάσες που δεν φτάνουν. Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω; Πρόσφατη έκθεση της WWF αποκαλύπτει ότι μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, το 60% των δασών του Αμαζονίου, ενός από τους βασικότερους σταθεροποιητικούς πνεύμονες του παγκόσμιου κλιματικού συστήματος, θα έχει εκλείψει. Στην οδό Πλάτωνος έχω εγκαταστήσει τον δικό μου Αμαζόνιο· είναι μια μπλε πολυθρόνα. Με μια απλή κίνηση των ματιών μου αλλάζω τα δέντρα, όποτε δεν με ικανοποιεί η καρποφορία τους.
Έχω όλων των ειδών τα παραδείσια πουλιά. Εκτός από ένα.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ.metro, 27/12/2007

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007

ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΒΛΕΦΑΡΙΔΕΣ



Όποιος γράφει δεν είναι ποτέ αρκετά μόνος, γι αυτό και δεν είναι ποτέ αρκετή
η ησυχία που τον περιβάλλει· ακόμα και η νύχτα, δεν είναι ποτέ αρκετά νύχτα.
- ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ στη ΦΕΛΙΤΣΕ ΜΠΑΟΥΕΡ


ΟΡΚΙΣΤΗΚΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΡΑΨΩ ονόματα και θα το κάνω. Όχι για να προστατεύσω τον εαυτό μου – ούτως ή άλλως δεν ανήκω στα χαϊδεμένα παιδιά της «εξέδρας» - αλλά για να τηρήσω τη δεοντολογία. Αισθάνομαι όμως ότι πρέπει να πω κάποια πράγματα. Σ’ αυτό το χώρο υπάρχουν πολλά που ενοχλούν πολλούς και αποσιωπούνται· λες και υπάρχει μια αόρατη συμφωνία – συμφωνία τιμής, θα την έλεγαν οι μαφιόζοι – να μη θιγούν πρόσωπα και πράγματα «ιερά». Γνωρίζουμε όσους δεν θα έπρεπε να γνωρίζουμε και δεν γνωρίζουμε αυτούς που αξίζει να γνωρίζουμε. Ο χώρος του βιβλίου έγινε λάιφ στάιλ εκπομπή.
Καταντήσαμε να ονομάζουμε συγγραφέα κάποιον που αναγνωρίζουμε το πρόσωπό του και γράφει αποκλειστικά μυθιστορήματα – άντε, και κάνα διήγημα, με την γνωστή συνταγή και μια χιλιοειπωμένη ιστοριούλα. Όλα τα υπόλοιπα είδη αφηγηματικού λόγου τα εξορίσαμε. Τα στείλαμε για εξακρίβωση. Γιατί; Επειδή δεν πουλάνε. Ποιος ρυθμίζει τις τύχες ενός προϊόντος στην αγορά; Οι παραγωγοί του, δηλ. οι εκδότες. Μπορούν αυτό να το κάνουν μόνοι τους; Όχι, χρειάζονται και τους κριτικούς. Και εδώ ξεκινάει το γαϊτανάκι της μεγάλης παρεξήγησης.

Στον ειδικό τύπο υπάρχει περίσσευμα στόμφου, περίσσευμα αυταρέσκειας, περίσσευμα αποτυχημένης δημιουργίας. Πλαστικό χιούμορ. Πολλές διαπροσωπικές σχέσεις. Διαψευσμένα όνειρα, μέτριοι κύκλοι ζωής. Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η κριτική βοηθάει. Εγώ πιστεύω ότι παραπλανά –ίσως χωρίς να το θέλει. Οδηγεί κάπου και αυτό το κάπου μπορεί να είναι το πουθενά: Ένα πουθενά που κοιτάζεται αυτάρεσκα στον καθρέφτη και καμαρώνει τις μεγαλόσχημες λέξεις του· σαν τις γυναίκες που ενθουσιάζονται με τις ψεύτικες βλεφαρίδες τους. Υπάρχουν σπουδαίοι κριτικοί, αλλά είναι λίγοι. Η πλειοψηφία είναι αυτή που διαμορφώνει την κοινή γνώμη. Που χρησιμοποιεί το ορίτζιναλ για να παράγει το ιμιτασιόν. Και σε αυτήν, δυστυχώς, ανήκουν οι μέτριοι, οι εμπαθείς, οι βλεφαρίδες. Η αποτίμηση ενός έργου κινδυνεύει να γίνει απομίμηση στα χέρια τους. Δεν λέω ότι δεν χρειάζεται αποτίμηση. Αλλά να γίνεται στο σπίτι μας, στο μυαλό μας, στις συνειδήσεις μας. Η επί αμοιβή αποτίμηση μιας δημιουργικής προσπάθειας εμπεριέχει κινδύνους. Ιδίως, όταν προσπαθεί να τηρήσει ισορροπίες μεταξύ του γράφοντος, του εκδότη και των διαφημιστικών υποχρεώσεων που προκύπτουν ενδιάμεσα.
Πως θα γίνει όμως γνωστό ένα έργο; Με ποιο τρόπο μπορεί να φτάσει στο κοινό;

Πολλοί κριτικοί γνωρίζουν μόνον όσους είναι εύκολο να εξηγήσουν. Ό, τι δεν καταλαβαίνουν, ό, τι δεν μπορούν να κατατάξουν ειδολογικά, το αποσιωπούν. Και βαπτίζονται «έγκυροι». Πολλοί συγγραφείς – για να πάρουμε και το σινάφι μας -, από μια στρεβλή άποψη περί δημοσιότητας, επιλέγουν την θεματολογία τους και κυρίως την μορφή που θα έχει το έργο τους από τις περιορισμένες απαιτήσεις ενός ανεκπαίδευτου κοινού. Και βαπτίζονται «ευπώλητοι». Και πολλοί εκδότες, εκδίδουν συλλήβδην μυθιστορήματα λαμβάνοντας υπ όψιν μόνον δυο παραμέτρους: Το γεγονός ότι πρόκειται για μυθιστόρημα και το όνομα του συγγραφέα. Και βαπτίζονται «μεγάλοι». Καμία διάθεση για νεωτερικότητα, κανένας άνεμος ανανέωσης. Από πουθενά. Μόνη προϋπόθεση η ευκολία – όλων των πλευρών. Μην αναφέρουμε τους παρατρεχάμενους, τα παπαγαλάκια, τους αγγελιαφόρους ειδικών αποστολών. Μ’ αυτά όλα φτάσαμε αισίως το 2007 τους 10.000 τίτλους. Αριθμός που τρομάζει για την ευκολία του εγχειρήματος.

Αν ζούσε σήμερα ο Φλωμπέρ, με την δυστροπία που τον διέκρινε στο τελικό κείμενο, θα παρέδιδε, νομίζω, ένα βιβλίο κάθε επτά χρόνια. Και αν. Μπορούμε να φανταστούμε – με τις ανάλογες χρονικές και τοπικές αναγωγές – τον Λώρενς Ντάρελ να συμμετέχει σε εβδομαδιαία σεμινάρια δημιουργικής γραφής; Τον Φερνάντο Πεσσόα να δίνει το παρών σε κοινωνική εκδήλωση για την προστασία του περιβάλλοντος; Τον Χένρι Τζέημς να διαπραγματεύεται σε κοκτέηλ πάρτι επιχειρηματικού παράγοντα την έκδοση του καινούργιου του βιβλίου; Τον Μορίς Μπλανσό να εμφανίζεται σε τηλεοπτικό πάνελ;
Οι απαντήσεις είναι προφανείς. Οι λέξεις είναι σοβαρότερη υπόθεση από την δημόσια εικόνα αυτού που τολμά να τις χαράξει στο χαρτί. Αυτές είναι η δημόσια εικόνα του. Από αυτές κρίνεται. Σε αυτές οφείλει ό, τι οφείλει. Ο Μπόρχες έλεγε συχνά ότι η ύπαρξη των λέξεων ήταν το κεντρικό γεγονός της ζωής του. Υπάρχει σήμερα παρόμοιος σεβασμός;

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 18/12/2007

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2007

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ: ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ


1. Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΞΑΝΑΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

(για το βιβλίο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα)

Μου αρέσουν τα ανένταχτα βιβλία (όπως και οι ανένταχτοι άνθρωποι), γιατί δεν υποβάλλονται στη μελαγχολική διαδικασία της ειδολογικής ταξινόμησης, αλλά και, κυρίως, γιατί, απελευθερωμένα από την πόζα που το ίδιο το είδος –άθελά του;– επιβάλλει, ανασαίνουν ελεύθερο αέρα.
Δείγμα τυπικό σ’ αυτή την κατηγορία –πέφτω κι εγώ στην παγίδα, θαρρείς και με θέλγει η κατηγοριοποίηση (τη μη κατηγορία, θα έπρεπε να πω)–, το βιβλίο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα του Σταύρου Σταυρόπουλου.

«Η ιστορία ξεκίνησε με ένα δίσκο. Οι δίσκοι περιέχουν συνήθως ιστορίες ζωής. Αν αυτό το βιβλίο ήταν τραγούδι, θα λεγόταν “No More Songs” από το κομμάτι του Phil Ochs σ’ εκείνο τον τελευταίο του δίσκο με τα λαμέ κουστούμια, λίγο πριν κρεμαστεί. Τώρα κανένας δίσκος δεν θα περιέχει τραγούδια, όλοι θα βγαίνουν με άδειο βινύλιο σε χοντρή κόπια των 180 γραμμαρίων, θα τους βάζεις να γυρνάνε και θα ονειρεύεσαι ό,τι θες· ότι περιέχουν όλα τα τραγούδια που με αυτά ερωτεύτηκες, όλων των συγκροτημάτων που εξαιτίας τους ξενύχτησες, όλων των δεκαετιών που για λίγο δεν έζησες.»

Ποίηση σε πρόζα; Πεζογραφία με ποιητικές καταβολές; Σελίδες ημερολογιακών εξομολογήσεων; Μυστική επιστολογραφία χωρίς παραλήπτη; Καλλίγραφες σημειώσεις στο περιθώριο τετραδίων (ή της ζωής);
Η γραφή του Σταυρόπουλου περιφρονεί τις απαντήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τις γνωρίζει.
Πυκνή, άναρχη, καλλιεπής, ατημέλητη, συχνά παράλογη, πάντα ονειρική, προκλητικά ευφραδής, αυθάδης, αλλά με μια εσώτατη –στη φόδρα– αξιοπρέπεια, οδηγείται εύφορα στον ερωτικό παροξυσμό.
Πράγματι, σε πρώτο επίπεδο, το βιβλίο του Σταυρόπουλου αποτελεί ένα ερωτικό παραλήρημα, και το παραληρηματικό στοιχείο γόνιμα σημαδεύει όλες τις σελίδες του (μ’ αρέσει η έκφραση «λυρικό παραλήρημα» που έγραψε η Λίνα Πανταλέων για το προηγούμενο, δίδυμο στην ουσία, βιβλίο του).
Σε δεύτερο επίπεδο, οι σελίδες του νοτίζονται με μουσική – στις ποικίλες και πολυσυλλεκτικές νότες του ροκ, δημιουργώντας ένα συγκερασμένο σώμα έρωτα και μουσικής.
Διόλου παράξενο, μια και ο Wagner είναι εκείνος που έχει διατυπώσει την άποψη πως «η μουσική είναι η γλώσσα του έρωτα», ο δε Carl Jung επιμένει με βεβαιότητα στη «σεξουαλική προέλευση της μουσικής».
Το διαφοροποιό στοιχείο στην απόπειρα του Σταυρόπουλου είναι πως ενσωματώνει τη μουσική ανάμεσα στα τυπογραφικά του στοιχεία με αξιοσημείωτη ανεμελιά, έτσι ώστε οι μελωδίες, τα τραγούδια και οι ερμηνευτές να εμφιλοχωρούν υποδορίως με μια ακροαστική άνεση, χωρίς να ενοχλούν ούτε κατ’ ελάχιστον τα δρώμενα (ή τα μη δρώμενα).

«Έχεις κάτσει πάνω μου με όλο το σχήμα σου, θέλω να βγω απ’ το στόμα σου, με πιέζεις, δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα, είναι και οι Stones, “what can a poor boy do except to sing for a rock’n’roll band”, μπήγονται στο μυαλό μου σαν σπαθιά, δεν μπορώ, νιώθω τα χείλη σου που υγραίνουν, μούσκεμα φιλιά, είμαι έρπης, σάλιο, θρύμματα τροφής, διψάω, θα μασήσω τη γλώσσα σου, αιωρούμαι στη δυναστεία των ήχων σου, εκεί που ξεκινάει το κέντρο του λόγου, η προπατορική φράση, η ζεύξη του χθες με το αύριο [...] ο νέος ήχος, θα μεγαλώσει στο στόμα μου σαν καρκίνος, είσαι ένας ακόμα καρκίνος που μεγαλώνει, που διασχίζουν οι ήχοι, αυτό το εξαιρετικά εμπνευσμένο ανακάτεμα, αυτό το προσωρινά κατοικήσιμο σύμπαν, ένα σιωπηλό, ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο, εγώ, που είμαι προσωρινά εσύ, που έχω υπάρξει εσύ, που σε λίγο θα γίνω αυτό που θα καταλήξεις εσύ.»

Θα διαφωνήσω, εντούτοις, ως προς το ότι το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να αποτελεί «ένα αυτοβιογραφικό σάουντρακ της γενιάς της αμφισβήτησης», μια και το σάουντρακ είναι συνήθως σχόλιο στην εικόνα, και ο Σταυρόπουλος εύγλωττα αναπαράγει, πρωτίστως με λέξεις, την εικόνα αυτής της γενιάς.
Όμως η αναφορά σε «γενιά» αναδεικνύει το τρίτο και σημαντικότερο επίπεδο του βιβλίου, μια και γόνιμα, εντέλει, καταγράφει τον καιρό που περνά.
Ο συγγραφέας πλάθει, μέσα στις αντιφάσεις του, μια διαρκή ελεγεία στο χρόνο που την ίδια στιγμή τον κατακυρώνει, αλλά και τον ακυρώνει.
Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί τη γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος.
Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δύο –αμφότερα μελαγχολικά– ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη.
Ίσως, σ’ αυτό το κρίσιμο μεταίχμιο, ο Σταυρόπουλος αφήνει σκοπίμως τις λέξεις του να είναι τριμμένες και ανθρώπινες, όπως το τζιν που ατονεί στο γαλάζιο και κάνει το τραγούδι του βραχνό σαν στοχαστικό απόηχο του Tom Waits ή σαν ξεψυχισμένο κιθαρισμό του Jimmy Hendrix.

«Γλιστρώντας, προσπαθούμε να κάνουμε τα καλοκαίρια να διαρκέσουν. Διαρκούν όμως τα καλοκαίρια;
Κυλούν, απομακρύνονται απ’ το οπτικό μας πεδίο τη στιγμή ακριβώς που νομίζουμε πως τα κλείσαμε σε κάδρο και ετοιμαζόμαστε να τα κρεμάσουμε στο σαλόνι μας για να τα εκθέσουμε σε συγκεντρώσεις, κραδαίνοντάς τα ως λάφυρα τέχνης.»

Requiem στην παρελθούσα νεότητα, πρελούδιο στην ανεξερεύνητη ωριμότητα, το βιβλίο του Σταυρόπουλου, με τις λέξεις του στη θέση διψομανών μουσικών οργάνων, καλεί τη γενιά του σ’ ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για την αποφοίτηση της αθωότητας.
Ασφαλώς δε, κατά τη δήλωση του Σαββόπουλου, «είναι ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι».

Γιάννης Ευσταθιάδης
περιοδικό (Δέ)κατα, καλοκαίρι 2007


2. ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΡΟΚ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΒΕΛΟΥΔΟ
(για το βιβλίο Οι άλλοι που είμαι)


Πολύ με παραξένεψε ο Σταύρος Σταυρόπουλος, γιατί ακολούθησε μια αντίστροφη –από τα συνήθη– πορεία.
Συνήθως, οι περισσότεροι ξεκινούν από την ποίηση και καταλήγουν –ενδεχομένως– στην πεζογραφία.
Ο Σταυρόπουλος έγινε γνωστός με δύο βιβλία πεζογραφίας: «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» (2002) και «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (2005).
Και τα δύο, κατά την ξένη διατύπωση, «έγιναν η επιτομή μιας γενιάς που διεκδίκησε πολλά, διαψεύστηκε, αλλά παραμένει ακόμα στο προσκήνιο».
Κατά τον ίδιο, «μια ηχηρή απόδειξη μιας ώριμης ανωριμότητας».

Σήμερα, εν έτει 2007, επιχειρεί μια αμιγώς ποιητική προσέγγιση με το «Οι άλλοι που είμαι», η οποία, κατά τη δική μου άποψη, αποτελεί μια άηχη απόδειξη μιας ανώριμης ωριμότητας».

Εξηγούμαι αμέσως, γιατί αυτό το «ανώριμης ωριμότητας» μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί.

· Λέω «ανώριμη», γιατί ανώριμη παραμένει (ευτυχώς) η ματιά του στον κόσμο, η συναισθηματική διαχείριση των καταστάσεων, η διατίμηση των αξιών σ’ ένα σύμπαν μοναξιάς. Συνεχίζει να παρατηρεί έκθαμβος και να απορεί διαρκώς, χωρίς να διαθέτει τελεσίδικες παρηγορητικές απαντήσεις, γιατί είναι «ένα παιδί που μεγάλωσε», αλλά «η ενήλικη συνείδησή του φοράει κοντά παντελονάκια και παίζει γκαζές στις γειτονιές.»

· Λέω «ωριμότητα», γιατί εδώ πια αναφέρομαι στην ωριμότητα της γραφής, στη σίγουρη τεχνική και στην καλοδουλεμένη φόρμα.

Κοντολογίς, ένας ασυμβίβαστος στην ψυχή, που συνυπάρχει μ’ έναν έμπειρο στη γραφή –
ιδανικός συνδυασμός για την ποίηση.

Όσοι γνωρίζουν τα δύο πεζογραφικά –έστω και με ιδιάζουσες ποιητικές νύξεις– του Σταυρόπουλου, θα απορήσουν διαβάζοντας το ανά χείρας βιβλίο.
Δεν είναι τόσο οι τόνοι που έχουν αναπάντεχα χαμηλώσει και έχουν αφοσιωθεί αποκλειστικά στη γραμματική των δακρύων, δεν είναι που το λεκτικό παραλήρημα υποχωρεί προς χάριν μιας επιλεκτικής εσωστρέφειας.

Εκείνο που πρωτίστως εντυπωσιάζει, είναι πως, εδώ, ο ατημέλητος –συχνά άναρχος– λόγος της πεζογραφίας του, ευπειθώς καλουπώνεται και ευπρεπώς ενδύεται, γιατί ο συγγραφέας σοφά γνωρίζει πως η ποίηση επιβάλλει αυστηρότερη φόρμα και αισθητική συμμετρία.
Έτσι, για να κάνω μια ενδυματολογική αναγωγή: το τριμμένο και ξεπλυμένο τζιν των λέξεων του ρόκερ-γραφιά έγινε μπλε σκούρο και, συχνά, μαύρο βελούδο.

Ο Σταυρόπουλος είναι ρέκτης της μικρής φόρμας (συχνά πιο δύσκολης από τη μακροσκελή).
Σας διαβάζω ένα από τα καλύτερα και πιο ακαριαία, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα του βιβλίου:

«Με την ευκαιρία θα προσθέσω εδώ –με συμπαθητική μελάνη– ότι τα νέα δεν είναι καλά, οι κλήσεις προωθούνται. Φαίνεται πως όλη η προσπάθειά μου να εκτεθώ στον κόσμο του φωτός τέλειωσε μέσα σ’ εκείνο το ζευγάρι αλεξίσφαιρα γυαλιά που φορούσα ανυπερθέτως για να με προστατεύουν από την επιπολαιότητα της όρασης.»

Κάποιες φορές (λίγες, δυστυχώς) φθάνει στον ένα στίχο («μονόχορδα» τα ονομάζει ο Ρίτσος, «μονόξυλα» ο Γκανάς).

Λέω «λίγες, δυστυχώς» γιατί, αν ο ίδιος ένιωθε πόσο καλά τα καταφέρνει σ’ αυτή την άσκηση του ευθύβολου και του λακωνικού, σίγουρα θα είχε εμπλουτίσει τη συλλογή του με περισσότερα κομψά ερείσματα μοναξιάς:

«Ποιος σου είπε ότι ο ήλιος είναι άμοιρος ευθυνών;»

ή:

«Ρίξε κάτι πάνω σου, κάνει κρύο. Φόρα τον εαυτό σου.»

ή:

«Η θερμοκρασία προβλέπεται να πέσει σήμερα κάτω της θλίψης.»

ή:

«Δεν ξημερώνει ποτέ σ’ αυτήν τη μουσική;»

ή:

«Κάθε που κλαίει ένα μωρό, οι βιβλιοθήκες των ανθρώπων γκρεμίζονται.»


Τρεις είναι οι άξονες της ποιητικής του Σταυρόπουλου: Ο χρόνος, ο έρωτας και η μουσική.

Οι δύο πρώτοι δεν χρήζουν σχολιασμού, μια και αποτελούν τους σημαντικότερους άξονες της λογοτεχνίας, εν γένει.
Όμως ο τρίτος, η μουσική, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί έως τώρα αποτέλεσε το κυρίαρχο λάιτ μοτίφ της αυτοβιογραφικής του περιπέτειας.

Εδώ, όμως, επιτρέψτε μου να σας ζητήσω να περιπλανηθούμε στις μουσικές του βιβλίου και να επισημάνουμε τις διαφορές από εκείνες του πρώιμου Σταυρόπουλου.
Θυμίζω –αν και οι περισσότεροι σ’ αυτήν την αίθουσα το ξέρουν– πως, ως τώρα, τα τυπογραφικά στοιχεία του ήταν εμποτισμένα με σκληρό ροκ και σκοτεινές μπαλάντες, σε οξύ ήχο ηλεκτρικής κιθάρας και βαθύφωνο στεναγμό μπάσου.
Αντιθέτως, εδώ, δια μιας και αυτό το τοπίο αλλάζει, και μια άλλη μουσική ακούγεται χαμηλόφωνα, αλλά διακριτά.

«Τέσσερις εποχές μιας αμίλητης μεταμόρφωσης. Τέσσερις ευχές του Βιβάλντι, σαν αμείλικτες γραμμές που ενώνουν τη ζωή με το θάνατο.»

Ή, αλλού:

«Να θυμάσαι μόνο κάθε πρωί να εκφωνείς χρώματα και να αναπνέεις τις λέξεις – θα γίνεις η μεγαλύτερη σοπράνο όλων των εποχών.
Και μετά, θα τραγουδούν οι στάχτες σου.»

Ή, αλλού:

«...η Μήδεια, ντυμένη Βαλκυρία, με μαύρη μπέρτα, διδάσκει Πεσόα στο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, έχοντας στους βολβούς των ματιών της δυο παιδικές μελωδίες.»

Αλλάζει, όμως, και ο τόνος, και οι ήχοι παλιώνουν, «γίνονται ρυτίδες, σβησμένα χαμόγελα, σκόνη κάτω απ’ τη σουρντίνα της τρομπέτας που αναπνέει απρόσεκτα πάνω σ’ ένα μισό τέταρτο».

Ίσως σκεφθεί κανείς πως το φθαρμένο μπλου τζίν που έλεγα πριν, τριβόταν στο γρασίδι επινοημένων Woodstocks, ενώ, τώρα, το βαθύχρωμο βελούδο της σημερινής του περιβολής συγγενεύει με το βελούδο της πολυθρόνας στην αίθουσα συναυλιών.
Ήτοι: ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι πια ένας «αστός σεβαστός»! Ουδείς φόβος ανησυχίας, αγαπητοί φίλοι.
Μέσα από τις εναλλαγές της φόρμας και των συμβόλων, ο φίλος μας ποιητής ξέρει να προφυλάσσει επαρκώς την αυθεντικότητα της φωνής του, γι’ αυτό και εγκαίρως μας επισημαίνει:

«Κι εγώ που αλλάζω τις νότες στις παραγράφους κάθε μέρα, φροντίζοντας να κοροϊδεύω την ομαλότητα; Πώς θα μπορώ να συντηρώ την αταξία που χρειάζεται;»

Αυθεντικός κι επίμονος στις αντιφάσεις του, και μη πιστός στις πάσης φύσεως αρχές του, διαχειρίζεται με θαυμαστή συνέπεια το ενιαίο του πρόσωπο.

Είχα γράψει, με αφορμή το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα»:

«Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί τη γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος.
Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δύο –αμφότερα μελαγχολικά– ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη.»

Αν φοβηθήκατε πως αυτή η περισσότερο θλιμμένη και λιγότερο εμπύρετη κατάθεσή του (που συνοδεύεται από στοχαστική ανακεφαλαίωση και κατακτημένη τεχνική) σημαίνει ότι ο ποιητής άρχισε να γερνά, και πάλι ουδείς λόγος ανησυχίας.
Άλλωστε, για τον Σταυρόπουλο, είναι πια πολύ αργά για να γεράσει!
Κοιτάξτε αυτόν τον μειλίχιο ψαρομάλλη. Μετά, διαβάστε το βιβλίο του.
Θα συμφωνήσετε, με τη βοήθεια του Μαγιακόφσκι, πως αυτός ο άνθρωπος δεν έχει ούτε μία άσπρη τρίχα στην ψυχή του!

Γιάννης Ευσταθιάδης
περιοδικό (Δέ)κατα, καλοκαίρι 2008

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2007

ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΜΙΚΡΟΙ ΘΥΜΟΙ στη μεγάλη πόλη. Κασκόλ πάνω στη μηχανή, γάντια. Η καρδιά δε ξέρει πώς να ντυθεί. Πάω πίσω απ’ τις εξατμίσεις των λεωφορείων για να ζεσταίνομαι. Εγώ και η Κηφισίας, μόνοι. Το βράδυ η μοναξιά το παίζει σκληρή γκόμενα. Πέφτει σα ψιχάλα στα μάτια, γίνεται δάκρυα και φεύγει κουνώντας τους γοφούς της. Με το ίδιο μακό φεύγουν κι οι μέρες. Ό, τι αφήνεις πίσω σου σε αφήνει. Μην ακούς που έρχονται Χριστούγεννα, σκηνικό είναι. Έτσι και φυσήξεις, έπεσε. Στολίδια, φωτάκια από αρχές Νοεμβρίου. Είναι για όσους εκβιάζουν τη χαρά. Θέλω να βάλω ψεύτικα μάτια και να βγω έξω. Σε μια μικρή πλατεία με ήλιο να χαζεύω τον κόσμο. Πώς βάζουν οι γυναίκες ψεύτικες βλεφαρίδες; Πώς βλέπει κανείς έναν έρωτα στην αρχή;
Συνηθίζεις, σιγά σιγά, να ζεις από κεκτημένη ταχύτητα. Οργανώνοντας την μετάστασή σου στα αποδυτήρια. Με πατατάκια και παγωμένες σοκολατόπιτες. Ξενιτεύεται το αληθινό, γίνεται οικονομικός μετανάστης στην ίδια του την πατρίδα. Το βλέπω να ετοιμάζει τις βαλίτσες του, ρίχνει στη τσέπη του μια πράσινη κάρτα. Το ρήμα ελπίζω σημαίνει τώρα ότι και το ρήμα αντέχω. Είναι ένα ρήμα πριν το ρήμα καταρρέω. Ο Δημήτρης μου είπε κάποτε ότι ο κόσμος όλος είναι μια γραμμή. Που χάνεται στο άπειρο. Έχει δίκιο, μόνο που είναι αδύνατο να τη πιάσεις. Αφήνει μελάνι στα χέρια. Όσο και να τη μετακινείς, δεν αποφεύγεις τα παράσιτα. Δεν επιτυγχάνεις καλύτερη λήψη. Όλες οι γωνίες είναι λάθος.

Ο ήλιος μπαίνει και βγαίνει στο σαλόνι μου, κρύβεται και ξαναβγαίνει. Θέλει να παίξουμε, αλλά είμαι άκεφος. Κούκου. Δεν έχω και τα στρατιωτάκια μου να τον περικυκλώσω. Να τον κλείσω σε κείνο τον πλαστικό πύργο. Θα έβαζα τα πλέι μομπίλ μου να τον φυλάνε. Αφού λείπεις. Ή τον Ραν Ταν Πλαν. Μαραίνονται τα μάτια μου που δε σε βλέπω. Που δε νιώθω να με κοιτάς. Που δεν υπάρχεις.
Από τα Ζωνιανά στο Ασφαλιστικό και από τον Πρετεντέρη στον Λαζόπουλο, οι εικόνες περνούν και φεύγουν. Είμαι τα γεγονότα μου. Οι καταλήψεις συνεχίζονται, τα σχολεία παραμένουν κλειστά. Έχουν μεταβληθεί σε αποθήκες παιδιών. Η επικαιρότητα δε μπορεί να με συγκινήσει άλλο. Ίσως γιατί πιστεύω περισσότερο στα καρτούν απ’ ότι στους ανθρώπους. Προτιμώ, κατά κάποιο τρόπο, τον Μαύρο Πητ από τον Ρουσσόπουλο. Μ’ αρέσει που είναι κακός και το δείχνει.
Στο σαλόνι μου το στερεοφωνικό απεργεί. Για όσα χάθηκαν στη διαδρομή, αφήνοντας υγρασία στους τοίχους. Επιβάλλει τον νόμο της σιωπής - αισθάνομαι ότι έχω μια μικρή μαφία στο σπίτι μου. Ο χώρος μοιάζει με αίθουσα καφέ όπου περνούν πολλοί και όταν φεύγουν ξεχνούν τα βιβλία τους. Τα τακτοποιώ με σχολαστικότητα. Τη μουσική τη πήρε το σχέδιο. Ο καινούργιος οικιστικός νόμος. Η αναγκαστική πορεία. Εσύ που συνέχεια λείπεις, ακόμα κι όταν είσαι εδώ.

Τα δελτία καιρού δείχνουν επιδείνωση. Αλλοπρόσαλλες άμυνες, έκτακτα μέτρα. Ανεπιτυχή. Βροχές, το οδόστρωμα ολισθαίνει. Κανείς δεν θέλει κανένα. Οι άλτριες και οι άλτες ολοκλήρωσαν τις προσπάθειές τους με τρία άκυρα άλματα. Είναι ένας κόσμος με δημογραφικό πρόβλημα. Ένας πλανήτης καθ’ ύλην αναρμόδιος, που οδεύει προς εξαφάνιση. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης δεν ισχύει εδώ. Δε μιλάμε για σύγκρουση συμφερόντων, διαφορετικά κοινωνικά στρατόπεδα, πάλη αρσενικού-θηλυκού. Μιλάμε για το ίδιο υπέροχο ψέμα, που όλο αλλάζει το δέρμα του κι όλο ίδιο μένει. Για τις ίδιες ψεύτικες λέξεις. Για το ίδιο υπέροχο τίποτα.

Χτες είχε πανσέληνο. Το 12ο φεγγάρι του χρόνου το είδα μόνος μου. Μένει άλλο ένα, των εορτών. Απορώ με τους ανθρώπους που επικαλούνται τα χρώματα και είναι όλοι τους ασπρόμαυροι. Δεν έχω άλλα ψέματα. Μου τα πήραν οι μάγοι και μου άφησαν τα δώρα τους. Ενθύμια φρίκης. Θυμάσαι τις προάλλες που με ρώταγες τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν; Το βρήκα: Στην καλύτερη περίπτωση ζωή, στη χειρότερη βιβλίο.

The rest is silence.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 06/12/2007