Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ: ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ


1. Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΞΑΝΑΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

(για το βιβλίο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα)

Μου αρέσουν τα ανένταχτα βιβλία (όπως και οι ανένταχτοι άνθρωποι), γιατί δεν υποβάλλονται στη μελαγχολική διαδικασία της ειδολογικής ταξινόμησης, αλλά και, κυρίως, γιατί, απελευθερωμένα από την πόζα που το ίδιο το είδος –άθελά του;– επιβάλλει, ανασαίνουν ελεύθερο αέρα.
Δείγμα τυπικό σ’ αυτή την κατηγορία –πέφτω κι εγώ στην παγίδα, θαρρείς και με θέλγει η κατηγοριοποίηση (τη μη κατηγορία, θα έπρεπε να πω)–, το βιβλίο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα του Σταύρου Σταυρόπουλου.

«Η ιστορία ξεκίνησε με ένα δίσκο. Οι δίσκοι περιέχουν συνήθως ιστορίες ζωής. Αν αυτό το βιβλίο ήταν τραγούδι, θα λεγόταν “No More Songs” από το κομμάτι του Phil Ochs σ’ εκείνο τον τελευταίο του δίσκο με τα λαμέ κουστούμια, λίγο πριν κρεμαστεί. Τώρα κανένας δίσκος δεν θα περιέχει τραγούδια, όλοι θα βγαίνουν με άδειο βινύλιο σε χοντρή κόπια των 180 γραμμαρίων, θα τους βάζεις να γυρνάνε και θα ονειρεύεσαι ό,τι θες· ότι περιέχουν όλα τα τραγούδια που με αυτά ερωτεύτηκες, όλων των συγκροτημάτων που εξαιτίας τους ξενύχτησες, όλων των δεκαετιών που για λίγο δεν έζησες.»

Ποίηση σε πρόζα; Πεζογραφία με ποιητικές καταβολές; Σελίδες ημερολογιακών εξομολογήσεων; Μυστική επιστολογραφία χωρίς παραλήπτη; Καλλίγραφες σημειώσεις στο περιθώριο τετραδίων (ή της ζωής);
Η γραφή του Σταυρόπουλου περιφρονεί τις απαντήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τις γνωρίζει.
Πυκνή, άναρχη, καλλιεπής, ατημέλητη, συχνά παράλογη, πάντα ονειρική, προκλητικά ευφραδής, αυθάδης, αλλά με μια εσώτατη –στη φόδρα– αξιοπρέπεια, οδηγείται εύφορα στον ερωτικό παροξυσμό.
Πράγματι, σε πρώτο επίπεδο, το βιβλίο του Σταυρόπουλου αποτελεί ένα ερωτικό παραλήρημα, και το παραληρηματικό στοιχείο γόνιμα σημαδεύει όλες τις σελίδες του (μ’ αρέσει η έκφραση «λυρικό παραλήρημα» που έγραψε η Λίνα Πανταλέων για το προηγούμενο, δίδυμο στην ουσία, βιβλίο του).
Σε δεύτερο επίπεδο, οι σελίδες του νοτίζονται με μουσική – στις ποικίλες και πολυσυλλεκτικές νότες του ροκ, δημιουργώντας ένα συγκερασμένο σώμα έρωτα και μουσικής.
Διόλου παράξενο, μια και ο Wagner είναι εκείνος που έχει διατυπώσει την άποψη πως «η μουσική είναι η γλώσσα του έρωτα», ο δε Carl Jung επιμένει με βεβαιότητα στη «σεξουαλική προέλευση της μουσικής».
Το διαφοροποιό στοιχείο στην απόπειρα του Σταυρόπουλου είναι πως ενσωματώνει τη μουσική ανάμεσα στα τυπογραφικά του στοιχεία με αξιοσημείωτη ανεμελιά, έτσι ώστε οι μελωδίες, τα τραγούδια και οι ερμηνευτές να εμφιλοχωρούν υποδορίως με μια ακροαστική άνεση, χωρίς να ενοχλούν ούτε κατ’ ελάχιστον τα δρώμενα (ή τα μη δρώμενα).

«Έχεις κάτσει πάνω μου με όλο το σχήμα σου, θέλω να βγω απ’ το στόμα σου, με πιέζεις, δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα, είναι και οι Stones, “what can a poor boy do except to sing for a rock’n’roll band”, μπήγονται στο μυαλό μου σαν σπαθιά, δεν μπορώ, νιώθω τα χείλη σου που υγραίνουν, μούσκεμα φιλιά, είμαι έρπης, σάλιο, θρύμματα τροφής, διψάω, θα μασήσω τη γλώσσα σου, αιωρούμαι στη δυναστεία των ήχων σου, εκεί που ξεκινάει το κέντρο του λόγου, η προπατορική φράση, η ζεύξη του χθες με το αύριο [...] ο νέος ήχος, θα μεγαλώσει στο στόμα μου σαν καρκίνος, είσαι ένας ακόμα καρκίνος που μεγαλώνει, που διασχίζουν οι ήχοι, αυτό το εξαιρετικά εμπνευσμένο ανακάτεμα, αυτό το προσωρινά κατοικήσιμο σύμπαν, ένα σιωπηλό, ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο, εγώ, που είμαι προσωρινά εσύ, που έχω υπάρξει εσύ, που σε λίγο θα γίνω αυτό που θα καταλήξεις εσύ.»

Θα διαφωνήσω, εντούτοις, ως προς το ότι το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να αποτελεί «ένα αυτοβιογραφικό σάουντρακ της γενιάς της αμφισβήτησης», μια και το σάουντρακ είναι συνήθως σχόλιο στην εικόνα, και ο Σταυρόπουλος εύγλωττα αναπαράγει, πρωτίστως με λέξεις, την εικόνα αυτής της γενιάς.
Όμως η αναφορά σε «γενιά» αναδεικνύει το τρίτο και σημαντικότερο επίπεδο του βιβλίου, μια και γόνιμα, εντέλει, καταγράφει τον καιρό που περνά.
Ο συγγραφέας πλάθει, μέσα στις αντιφάσεις του, μια διαρκή ελεγεία στο χρόνο που την ίδια στιγμή τον κατακυρώνει, αλλά και τον ακυρώνει.
Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί τη γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος.
Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δύο –αμφότερα μελαγχολικά– ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη.
Ίσως, σ’ αυτό το κρίσιμο μεταίχμιο, ο Σταυρόπουλος αφήνει σκοπίμως τις λέξεις του να είναι τριμμένες και ανθρώπινες, όπως το τζιν που ατονεί στο γαλάζιο και κάνει το τραγούδι του βραχνό σαν στοχαστικό απόηχο του Tom Waits ή σαν ξεψυχισμένο κιθαρισμό του Jimmy Hendrix.

«Γλιστρώντας, προσπαθούμε να κάνουμε τα καλοκαίρια να διαρκέσουν. Διαρκούν όμως τα καλοκαίρια;
Κυλούν, απομακρύνονται απ’ το οπτικό μας πεδίο τη στιγμή ακριβώς που νομίζουμε πως τα κλείσαμε σε κάδρο και ετοιμαζόμαστε να τα κρεμάσουμε στο σαλόνι μας για να τα εκθέσουμε σε συγκεντρώσεις, κραδαίνοντάς τα ως λάφυρα τέχνης.»

Requiem στην παρελθούσα νεότητα, πρελούδιο στην ανεξερεύνητη ωριμότητα, το βιβλίο του Σταυρόπουλου, με τις λέξεις του στη θέση διψομανών μουσικών οργάνων, καλεί τη γενιά του σ’ ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για την αποφοίτηση της αθωότητας.
Ασφαλώς δε, κατά τη δήλωση του Σαββόπουλου, «είναι ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι».

Γιάννης Ευσταθιάδης
περιοδικό (Δέ)κατα, καλοκαίρι 2007


2. ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΡΟΚ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΒΕΛΟΥΔΟ
(για το βιβλίο Οι άλλοι που είμαι)


Πολύ με παραξένεψε ο Σταύρος Σταυρόπουλος, γιατί ακολούθησε μια αντίστροφη –από τα συνήθη– πορεία.
Συνήθως, οι περισσότεροι ξεκινούν από την ποίηση και καταλήγουν –ενδεχομένως– στην πεζογραφία.
Ο Σταυρόπουλος έγινε γνωστός με δύο βιβλία πεζογραφίας: «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» (2002) και «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (2005).
Και τα δύο, κατά την ξένη διατύπωση, «έγιναν η επιτομή μιας γενιάς που διεκδίκησε πολλά, διαψεύστηκε, αλλά παραμένει ακόμα στο προσκήνιο».
Κατά τον ίδιο, «μια ηχηρή απόδειξη μιας ώριμης ανωριμότητας».

Σήμερα, εν έτει 2007, επιχειρεί μια αμιγώς ποιητική προσέγγιση με το «Οι άλλοι που είμαι», η οποία, κατά τη δική μου άποψη, αποτελεί μια άηχη απόδειξη μιας ανώριμης ωριμότητας».

Εξηγούμαι αμέσως, γιατί αυτό το «ανώριμης ωριμότητας» μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί.

· Λέω «ανώριμη», γιατί ανώριμη παραμένει (ευτυχώς) η ματιά του στον κόσμο, η συναισθηματική διαχείριση των καταστάσεων, η διατίμηση των αξιών σ’ ένα σύμπαν μοναξιάς. Συνεχίζει να παρατηρεί έκθαμβος και να απορεί διαρκώς, χωρίς να διαθέτει τελεσίδικες παρηγορητικές απαντήσεις, γιατί είναι «ένα παιδί που μεγάλωσε», αλλά «η ενήλικη συνείδησή του φοράει κοντά παντελονάκια και παίζει γκαζές στις γειτονιές.»

· Λέω «ωριμότητα», γιατί εδώ πια αναφέρομαι στην ωριμότητα της γραφής, στη σίγουρη τεχνική και στην καλοδουλεμένη φόρμα.

Κοντολογίς, ένας ασυμβίβαστος στην ψυχή, που συνυπάρχει μ’ έναν έμπειρο στη γραφή –
ιδανικός συνδυασμός για την ποίηση.

Όσοι γνωρίζουν τα δύο πεζογραφικά –έστω και με ιδιάζουσες ποιητικές νύξεις– του Σταυρόπουλου, θα απορήσουν διαβάζοντας το ανά χείρας βιβλίο.
Δεν είναι τόσο οι τόνοι που έχουν αναπάντεχα χαμηλώσει και έχουν αφοσιωθεί αποκλειστικά στη γραμματική των δακρύων, δεν είναι που το λεκτικό παραλήρημα υποχωρεί προς χάριν μιας επιλεκτικής εσωστρέφειας.

Εκείνο που πρωτίστως εντυπωσιάζει, είναι πως, εδώ, ο ατημέλητος –συχνά άναρχος– λόγος της πεζογραφίας του, ευπειθώς καλουπώνεται και ευπρεπώς ενδύεται, γιατί ο συγγραφέας σοφά γνωρίζει πως η ποίηση επιβάλλει αυστηρότερη φόρμα και αισθητική συμμετρία.
Έτσι, για να κάνω μια ενδυματολογική αναγωγή: το τριμμένο και ξεπλυμένο τζιν των λέξεων του ρόκερ-γραφιά έγινε μπλε σκούρο και, συχνά, μαύρο βελούδο.

Ο Σταυρόπουλος είναι ρέκτης της μικρής φόρμας (συχνά πιο δύσκολης από τη μακροσκελή).
Σας διαβάζω ένα από τα καλύτερα και πιο ακαριαία, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα του βιβλίου:

«Με την ευκαιρία θα προσθέσω εδώ –με συμπαθητική μελάνη– ότι τα νέα δεν είναι καλά, οι κλήσεις προωθούνται. Φαίνεται πως όλη η προσπάθειά μου να εκτεθώ στον κόσμο του φωτός τέλειωσε μέσα σ’ εκείνο το ζευγάρι αλεξίσφαιρα γυαλιά που φορούσα ανυπερθέτως για να με προστατεύουν από την επιπολαιότητα της όρασης.»

Κάποιες φορές (λίγες, δυστυχώς) φθάνει στον ένα στίχο («μονόχορδα» τα ονομάζει ο Ρίτσος, «μονόξυλα» ο Γκανάς).

Λέω «λίγες, δυστυχώς» γιατί, αν ο ίδιος ένιωθε πόσο καλά τα καταφέρνει σ’ αυτή την άσκηση του ευθύβολου και του λακωνικού, σίγουρα θα είχε εμπλουτίσει τη συλλογή του με περισσότερα κομψά ερείσματα μοναξιάς:

«Ποιος σου είπε ότι ο ήλιος είναι άμοιρος ευθυνών;»

ή:

«Ρίξε κάτι πάνω σου, κάνει κρύο. Φόρα τον εαυτό σου.»

ή:

«Η θερμοκρασία προβλέπεται να πέσει σήμερα κάτω της θλίψης.»

ή:

«Δεν ξημερώνει ποτέ σ’ αυτήν τη μουσική;»

ή:

«Κάθε που κλαίει ένα μωρό, οι βιβλιοθήκες των ανθρώπων γκρεμίζονται.»


Τρεις είναι οι άξονες της ποιητικής του Σταυρόπουλου: Ο χρόνος, ο έρωτας και η μουσική.

Οι δύο πρώτοι δεν χρήζουν σχολιασμού, μια και αποτελούν τους σημαντικότερους άξονες της λογοτεχνίας, εν γένει.
Όμως ο τρίτος, η μουσική, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί έως τώρα αποτέλεσε το κυρίαρχο λάιτ μοτίφ της αυτοβιογραφικής του περιπέτειας.

Εδώ, όμως, επιτρέψτε μου να σας ζητήσω να περιπλανηθούμε στις μουσικές του βιβλίου και να επισημάνουμε τις διαφορές από εκείνες του πρώιμου Σταυρόπουλου.
Θυμίζω –αν και οι περισσότεροι σ’ αυτήν την αίθουσα το ξέρουν– πως, ως τώρα, τα τυπογραφικά στοιχεία του ήταν εμποτισμένα με σκληρό ροκ και σκοτεινές μπαλάντες, σε οξύ ήχο ηλεκτρικής κιθάρας και βαθύφωνο στεναγμό μπάσου.
Αντιθέτως, εδώ, δια μιας και αυτό το τοπίο αλλάζει, και μια άλλη μουσική ακούγεται χαμηλόφωνα, αλλά διακριτά.

«Τέσσερις εποχές μιας αμίλητης μεταμόρφωσης. Τέσσερις ευχές του Βιβάλντι, σαν αμείλικτες γραμμές που ενώνουν τη ζωή με το θάνατο.»

Ή, αλλού:

«Να θυμάσαι μόνο κάθε πρωί να εκφωνείς χρώματα και να αναπνέεις τις λέξεις – θα γίνεις η μεγαλύτερη σοπράνο όλων των εποχών.
Και μετά, θα τραγουδούν οι στάχτες σου.»

Ή, αλλού:

«...η Μήδεια, ντυμένη Βαλκυρία, με μαύρη μπέρτα, διδάσκει Πεσόα στο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, έχοντας στους βολβούς των ματιών της δυο παιδικές μελωδίες.»

Αλλάζει, όμως, και ο τόνος, και οι ήχοι παλιώνουν, «γίνονται ρυτίδες, σβησμένα χαμόγελα, σκόνη κάτω απ’ τη σουρντίνα της τρομπέτας που αναπνέει απρόσεκτα πάνω σ’ ένα μισό τέταρτο».

Ίσως σκεφθεί κανείς πως το φθαρμένο μπλου τζίν που έλεγα πριν, τριβόταν στο γρασίδι επινοημένων Woodstocks, ενώ, τώρα, το βαθύχρωμο βελούδο της σημερινής του περιβολής συγγενεύει με το βελούδο της πολυθρόνας στην αίθουσα συναυλιών.
Ήτοι: ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι πια ένας «αστός σεβαστός»! Ουδείς φόβος ανησυχίας, αγαπητοί φίλοι.
Μέσα από τις εναλλαγές της φόρμας και των συμβόλων, ο φίλος μας ποιητής ξέρει να προφυλάσσει επαρκώς την αυθεντικότητα της φωνής του, γι’ αυτό και εγκαίρως μας επισημαίνει:

«Κι εγώ που αλλάζω τις νότες στις παραγράφους κάθε μέρα, φροντίζοντας να κοροϊδεύω την ομαλότητα; Πώς θα μπορώ να συντηρώ την αταξία που χρειάζεται;»

Αυθεντικός κι επίμονος στις αντιφάσεις του, και μη πιστός στις πάσης φύσεως αρχές του, διαχειρίζεται με θαυμαστή συνέπεια το ενιαίο του πρόσωπο.

Είχα γράψει, με αφορμή το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα»:

«Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί τη γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος.
Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δύο –αμφότερα μελαγχολικά– ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη.»

Αν φοβηθήκατε πως αυτή η περισσότερο θλιμμένη και λιγότερο εμπύρετη κατάθεσή του (που συνοδεύεται από στοχαστική ανακεφαλαίωση και κατακτημένη τεχνική) σημαίνει ότι ο ποιητής άρχισε να γερνά, και πάλι ουδείς λόγος ανησυχίας.
Άλλωστε, για τον Σταυρόπουλο, είναι πια πολύ αργά για να γεράσει!
Κοιτάξτε αυτόν τον μειλίχιο ψαρομάλλη. Μετά, διαβάστε το βιβλίο του.
Θα συμφωνήσετε, με τη βοήθεια του Μαγιακόφσκι, πως αυτός ο άνθρωπος δεν έχει ούτε μία άσπρη τρίχα στην ψυχή του!

Γιάννης Ευσταθιάδης
περιοδικό (Δέ)κατα, καλοκαίρι 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: