Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΜΙΚΡΟΙ ΘΥΜΟΙ στη μεγάλη πόλη. Κασκόλ πάνω στη μηχανή, γάντια. Η καρδιά δε ξέρει πώς να ντυθεί. Πάω πίσω απ’ τις εξατμίσεις των λεωφορείων για να ζεσταίνομαι. Εγώ και η Κηφισίας, μόνοι. Το βράδυ η μοναξιά το παίζει σκληρή γκόμενα. Πέφτει σα ψιχάλα στα μάτια, γίνεται δάκρυα και φεύγει κουνώντας τους γοφούς της. Με το ίδιο μακό φεύγουν κι οι μέρες. Ό, τι αφήνεις πίσω σου σε αφήνει. Μην ακούς που έρχονται Χριστούγεννα, σκηνικό είναι. Έτσι και φυσήξεις, έπεσε. Στολίδια, φωτάκια από αρχές Νοεμβρίου. Είναι για όσους εκβιάζουν τη χαρά. Θέλω να βάλω ψεύτικα μάτια και να βγω έξω. Σε μια μικρή πλατεία με ήλιο να χαζεύω τον κόσμο. Πώς βάζουν οι γυναίκες ψεύτικες βλεφαρίδες; Πώς βλέπει κανείς έναν έρωτα στην αρχή;
Συνηθίζεις, σιγά σιγά, να ζεις από κεκτημένη ταχύτητα. Οργανώνοντας την μετάστασή σου στα αποδυτήρια. Με πατατάκια και παγωμένες σοκολατόπιτες. Ξενιτεύεται το αληθινό, γίνεται οικονομικός μετανάστης στην ίδια του την πατρίδα. Το βλέπω να ετοιμάζει τις βαλίτσες του, ρίχνει στη τσέπη του μια πράσινη κάρτα. Το ρήμα ελπίζω σημαίνει τώρα ότι και το ρήμα αντέχω. Είναι ένα ρήμα πριν το ρήμα καταρρέω. Ο Δημήτρης μου είπε κάποτε ότι ο κόσμος όλος είναι μια γραμμή. Που χάνεται στο άπειρο. Έχει δίκιο, μόνο που είναι αδύνατο να τη πιάσεις. Αφήνει μελάνι στα χέρια. Όσο και να τη μετακινείς, δεν αποφεύγεις τα παράσιτα. Δεν επιτυγχάνεις καλύτερη λήψη. Όλες οι γωνίες είναι λάθος.

Ο ήλιος μπαίνει και βγαίνει στο σαλόνι μου, κρύβεται και ξαναβγαίνει. Θέλει να παίξουμε, αλλά είμαι άκεφος. Κούκου. Δεν έχω και τα στρατιωτάκια μου να τον περικυκλώσω. Να τον κλείσω σε κείνο τον πλαστικό πύργο. Θα έβαζα τα πλέι μομπίλ μου να τον φυλάνε. Αφού λείπεις. Ή τον Ραν Ταν Πλαν. Μαραίνονται τα μάτια μου που δε σε βλέπω. Που δε νιώθω να με κοιτάς. Που δεν υπάρχεις.
Από τα Ζωνιανά στο Ασφαλιστικό και από τον Πρετεντέρη στον Λαζόπουλο, οι εικόνες περνούν και φεύγουν. Είμαι τα γεγονότα μου. Οι καταλήψεις συνεχίζονται, τα σχολεία παραμένουν κλειστά. Έχουν μεταβληθεί σε αποθήκες παιδιών. Η επικαιρότητα δε μπορεί να με συγκινήσει άλλο. Ίσως γιατί πιστεύω περισσότερο στα καρτούν απ’ ότι στους ανθρώπους. Προτιμώ, κατά κάποιο τρόπο, τον Μαύρο Πητ από τον Ρουσσόπουλο. Μ’ αρέσει που είναι κακός και το δείχνει.
Στο σαλόνι μου το στερεοφωνικό απεργεί. Για όσα χάθηκαν στη διαδρομή, αφήνοντας υγρασία στους τοίχους. Επιβάλλει τον νόμο της σιωπής - αισθάνομαι ότι έχω μια μικρή μαφία στο σπίτι μου. Ο χώρος μοιάζει με αίθουσα καφέ όπου περνούν πολλοί και όταν φεύγουν ξεχνούν τα βιβλία τους. Τα τακτοποιώ με σχολαστικότητα. Τη μουσική τη πήρε το σχέδιο. Ο καινούργιος οικιστικός νόμος. Η αναγκαστική πορεία. Εσύ που συνέχεια λείπεις, ακόμα κι όταν είσαι εδώ.

Τα δελτία καιρού δείχνουν επιδείνωση. Αλλοπρόσαλλες άμυνες, έκτακτα μέτρα. Ανεπιτυχή. Βροχές, το οδόστρωμα ολισθαίνει. Κανείς δεν θέλει κανένα. Οι άλτριες και οι άλτες ολοκλήρωσαν τις προσπάθειές τους με τρία άκυρα άλματα. Είναι ένας κόσμος με δημογραφικό πρόβλημα. Ένας πλανήτης καθ’ ύλην αναρμόδιος, που οδεύει προς εξαφάνιση. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης δεν ισχύει εδώ. Δε μιλάμε για σύγκρουση συμφερόντων, διαφορετικά κοινωνικά στρατόπεδα, πάλη αρσενικού-θηλυκού. Μιλάμε για το ίδιο υπέροχο ψέμα, που όλο αλλάζει το δέρμα του κι όλο ίδιο μένει. Για τις ίδιες ψεύτικες λέξεις. Για το ίδιο υπέροχο τίποτα.

Χτες είχε πανσέληνο. Το 12ο φεγγάρι του χρόνου το είδα μόνος μου. Μένει άλλο ένα, των εορτών. Απορώ με τους ανθρώπους που επικαλούνται τα χρώματα και είναι όλοι τους ασπρόμαυροι. Δεν έχω άλλα ψέματα. Μου τα πήραν οι μάγοι και μου άφησαν τα δώρα τους. Ενθύμια φρίκης. Θυμάσαι τις προάλλες που με ρώταγες τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν; Το βρήκα: Στην καλύτερη περίπτωση ζωή, στη χειρότερη βιβλίο.

The rest is silence.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 06/12/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: