Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ ΝΑ ΡΘΕΙΣ ΜΕ ΣΚΙΣΜΕΝΟ ΦΟΡΕΜΑ


ΚΑΤΩ απ’ τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένα η θάλασσα. Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της. Μεσίστια, υποταγμένη. Θέλω να την αγγίξω. Να την ανοίξω στα δυο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε; Μόνο από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.
Σου έδωσα λίγη βροχή. Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλλες - πού βρήκα τη βροχή δε θυμάμαι - αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ’ τα σώματα μας σαν μουσικές εθισμένες.

Θα σπρώξω τον χρόνο να πέσει, να πάψει να διαιωνίζει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αυγό στα μαλλιά σου. Εκεί θα γεννηθεί ο άλλος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ’ τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί. Έτοιμο να στάξει, θα ενωθεί.
Μοναδικό φόρεμα η σάρκα. Να το σκίσεις. Την άλλη φορά να ρθείς με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά. Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί που αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.

Στο τζάμι το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε την μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Από σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε που να γράψει. Για μια στιγμή νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σα να χόρευε. Ήταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Έτοιμο να στάξει.

Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει.

..............................................................................

Η ΠΟΡΤΑ στο δωμάτιο είναι μισάνοιχτη, η κουρτίνα ανασηκωμένη. Το κορίτσι του έρωτα πετάει το σώμα του στο κρεββάτι. Συνθήκη βιασμού. Αχανής. Περνάω τη πύλη. Ό,τι θεωρείται αφύσικο και εμποδισμένο, είναι μεγαλειώδες. Να ζήσουμε. Να ακούσουμε τη σιωπή. Η παράδοση στην επιθυμία θέτει εξ αρχής μια προυπόθεση: Να μπορέσεις να αγγίξεις το μηδέν για να δεις. Και να επιστρέψεις ελεύθερος.
Ασκούμαι στην παρατήρηση του απαγορευμένου. Μετά το βάζω στα κερδισμένα, το αφήνω να γίνει μέρος μου. Καταπίνω τη σημασία που κρύβει. Καταπίνω αυτό το δωμάτιο, αυτό το σώμα, αυτή την ακραία μυθολογία που συνιστά ζωή. Τα περιέχω.

Στο βάθος η μοίρα δείχνει διαφορετική. Πλανιέται σαν περιπέτεια του ματιού που φτάνει έως τον πάτο. Ό, τι ήταν να παραδοθεί, παραδόθηκε. Το εδώ είναι αλλού. Έχει μετακομίσει σε αυτό τον ανυπέρβλητα ιδιωτικό χώρο που θα κατοικήσει ο άνθρωπος.

(απόσπασμα από το νέο βιβλίο μου Πιο νύχτα δεν γίνεται που θα κυκλοφορήσει στις 2 Μαίου από τις εκδόσεις Οξύ)

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ



Το βιβλιοπωλείο PassPort και οι εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν την Τετάρτη 13 Απριλίου 2011 και ώρα 8.30μ.μ. σε μια συνάντηση με την συγγραφέα Μαρία Μήτσορα.

Για το έργο της θα μιλήσουν ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ο Χρήστος Ναούμ, ο Κωνσταντίνος Μπούρας και ο Γιώργος Χρονάς.


PassPort: Μουσική/Θέατρο/Βιβλίο

Καραΐσκου 119, Πλατεία Κοραή, Πειραιάς, τηλ. 2104296401

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

(ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΜΟΥ ΕΔΩ)

Λέξεις από βινύλιο


Στο εξώφυλλο του «Με λένε λέξη» η Μαρία με κοιτάζει όπως θα πρεπε να κοιτάζει κάθε γυναίκα: σαν iron butterfly. Τα ανασηκωμένα ζυγωματικά και το Mick Jagger ύφος συμβάλλουν απ’ την αρχή στη σημειολογία του κλειστού βλέμματος – ένα βλέμμα γεμάτο λίμνες: Λέξεις, λάμψεις, λαγνότητες. Σκύβω κι εγώ, όπως ακριβώς σκύβει το λάμδα, όχι για να καθρεφτιστώ, αλλά για να αποφύγω τη σύγκρουση με την παιδική ηλικία. Η φωτογραφία είναι του Μήτσου Πουλικάκου - άλλη παιδική ηλικία εκεί. Τρακάρουμε.

Με κοντά παντελονάκια στο live του Ζωγράφου, κι ύστερα, «Μεταφοραί – Εκδρομαί, ο Μήτσος», Εξαδάχτυλος και διάφοροι εκλεκτοί τύποι: Ηλεκτρική κιθάρα, Νίκος Πολίτης, πιάνο, Δημήτρης Πολύτιμος, ντραμς, Γιώργος Τρανταλίδης, σαξόφωνο, Λάκης Διακογιάννης, φυσαρμόνικα, Άγγελος Μαστοράκης. Αχ, αγωνίες, ιδρώτες, δεν αντέχω άλλο ρε παιδιά, ψάχνω να βρω μια λύση ριζική…Ωραίες εποχές. Εμπύρετες.

Τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, υπήρχαν άνθρωποι που δεν ριγούσαν από εθνική υπερηφάνεια στους ήχους της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη, δεν ξεσηκώνονταν από την φωνή του Νίκου Ξυλούρη, δεν θεωρούσαν ότι τα προβλήματα λύθηκαν με την έλευση Καραμανλή. Τους ενδιέφερε περισσότερο το εσωτερικό απ’ το εξωτερικό τοπίο. Ήταν, συνήθως, ντυμένοι στα μαύρα. Συμπαθούσαν τον διάβολο και τα δάχτυλα των χεριών τους ήταν όλα σκεπασμένα με δαχτυλίδια: για να αναγνωρίζονται. Τα απαραίτητα στέκια τότε, το «Jazz club» του Μπαράκου στη Ραγκαβά, ακριβώς πάνω από τα Αναφιώτικα, το «Trip» και το «Χρυσό κλειδί» στη Πλάκα: Αυτά ήταν τα «κρυφά σχολειά» της Αθήνας.

Η παρέα των «μπήτνικς του Κολωνακίου» είχε ξεκινήσει δέκα χρόνια πριν από το «Άσυλο» στη Λουκιανού, μια υπόγεια γκαρσονιέρα κάποιας Ελληνοαμερικάνας και την «Ακαδημία», τέρμα Δημοκρίτου, στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Στο «Καφέ Βυζάντιο» στου Μπόκολα και στην «Δεξαμενή», αλλά και στο «Pop Eleven», το θρυλικό δισκάδικο των αδελφών Φαληρέα στη Σκουφά, συζητούσαν για το σήμερα και το αύριο της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και του ροκ εν ρολ. Ήθελαν πρώτα να αλλάξουν τους εαυτούς τους και μετά τον κόσμο. Είχαν βρει τη σωστή σειρά. Δεν βιάζονταν βέβαια πολύ, ή μάλλον, δεν φαίνoνταν να βιάζονται, αφού μπορούσαν να «βιάζονται και ακίνητοι». Η ζωή ήταν σίγουρο πως θα τους περίμενε.

Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν πάντα μια υπερβολικά πληκτική υπόθεση γι αυτούς∙ η μετεξέλιξη της Αριστεράς τους άφηνε παγερά αδιάφορους. Προτιμούσαν τις συναυλίες στους κινηματογράφους τις Κυριακές. Τα άφιλτρα βλέμματα. Τις φωλιές από άνθη. Του κακού. Η προσοχή τους ήταν στραμμένη στα νεωτερικά ρεύματα της εποχής και τις παγκόσμιες κοινωνικές εξεγέρσεις του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60. Η κουλτούρα των ναρκωτικών, τα τουριστικά και τα «άλλα» ταξίδια, αυτή η εκτός νόμου προοπτική για ελευθερία – που τελείωνε, όμως, με έναν απόλυτο σεβασμό, εκεί που άρχιζε η ελευθερία του άλλου – ήταν τα βασικά μοτίβα πάνω στα οποία πλεκόταν ο ιστός της αράχνης τους. Ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Πάνος Κουτρουμπούσης, ο Τάσος Δενέγρης, ο Τάσος Φαληρέας, ο Σπύρος Μειμάρης, και η άγνωστη τότε Μαρία Μήτσορα, ήταν το ελληνικό underground, η ομάδα «Σκηνή» στην οποία αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος του, το περιοδικό «Σήμα» του Νίκου Παπαδάκη. Τότε στα λεξικά υπήρχε ακόμα η λέξη παρέα. Δυο χρόνια αργότερα, η Μάνια Τεγοπούλου και ο Ευγένιος Αρανίτσης έπεισαν την Μαρία να εκδώσει το πρώτο βιβλίο της, «Άννα, να ένα άλλο» (Άκμων, 1978, Πατάκης, 2007), μια συλλογή διηγημάτων όπου πρωταγωνιστούν ήρωες χαμένοι: στην πόλη, στους εαυτούς τους, στην κόλαση που είναι οι άλλοι.

Για να φτάσουμε στο «Με λένε Λέξη» (Πατάκης, 2008) μεσολάβησαν ακόμα τέσσερα βήματα. Όλα μετέωρα: «Σκόρπια δύναμη» (Οδυσσέας, 1982), «Περίληψη του κόσμου» (Κέδρος, 1985), «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας, 1996) και «Καλός καιρός/ Μετακίνηση» (Πατάκης, 2005). Η διαδρομή έμοιαζε να κρεμόταν από μια κλωστή, η ισορροπία της γραφής αντλούσε από την ανισορροπία του περιβάλλοντος χώρου, τα μεγάλα διαστήματα σιωπής καλλιεργούσαν εθιστικά συμπτώματα. Ο κόσμος που διάβαζε την Μαρία Μήτσορα ήταν δεμένος μαζί της όπως ο χρήστης με τον προμηθευτή του. Ένα φιξάκι οι ιστορίες της, μια επίδειξη σκόρπιας δύναμης στη πλάτη της Αθήνας, ένας αφαλός κεντημένος ταξίδια και μισοφέγγαρα με γαλάζια στρας, μια βόλτα στην προσωρινότητα της αθεράπευτης επιθυμίας.

Το «Με λένε Λέξη» είναι μια αυτοβιογραφία. Παράλληλα όμως, είναι και το πιο «ψυχεδελικό» κόλπο που σκάρωσε ποτέ η Μαρία στον εαυτό της και στους άλλους – η ιδέα φάνταζε, ούτως ή άλλως, μια μεγάλη παγίδα. Οι λέξεις είναι θραυσματικές, σκάνε σα σφαίρες πάνω στις σελίδες, αν σε πάρει κατά λάθος καμία, ξαναγίνεσαι δεκαοκτώ χρονών και βγαίνεις με ινδικά φουλάρια στους δρόμους. Θυμάσαι τους Roxy Music: in every dreamhome a heartache. Τότε που το σπίτι κινδύνευε να γκρεμιστεί από μια βιόλα. Είναι μερικά μέρη στο βιβλίο που νομίζεις ότι τα έχει γράψει ο Keith Richards με την κιθάρα του∙ φωνάζουν if I dont get some shelter, Im gonna fade away. Με μια διαφορά: Η κατακτημένη ωριμότητα του χρόνου, φτιάχνει, δίπλα στο στυλ και την μουσικότητα της γραφής, εικόνες υψηλού λογοτεχνικού «πυρετού». Εδώ χρειάζεσαι κομπρέσες. Τα μαύρα γράμματα, όχι μόνο κόβουν, αλλά αυτή τη φορά και καίνε – όπως και να το κάνεις η βαρύτητα και το άχθος της ηλικίας, έχουν να επιδείξουν, κι αυτά με τη σειρά τους, τα αόρατα πλεονεκτήματα των εποχών που παρήλθαν:

«Όλα τα σπίτια της παιδικής ηλικίας θα έπρεπε να ανοίγουν στη μνήμη σαν τριαντάφυλλα…όμως εκείνο το σπίτι έρχεται προς το μέρος μου, αφήνοντας μέσα σε μια λεπτή ομίχλη τους αρμούς του, έτοιμο να ανοίξει σαν ματωμένο τριαντάφυλλο όταν σκύβω άλλη μια φορά πάνω από το μυστικό του. Το σπίτι πλησιάζοντάς με, μικραίνει. Και το ίδιο και το ανθρώπινο περιεχόμενό του μπαίνουν μπροστά στα μάτια μου σε μια διαδικασία σμίκρυνσης. Σε λίγο, σε πολύ λίγο, μου φτάνει μέχρι τα γόνατα».

Από την Νέα Σμύρνη και την Βομβάη ως το Πεκίνο και την Νικαράγουα των Σαντινίστας, και από την πλατεία Κολωνακίου ως την Αιτή και τον Πολικό Κύκλο, την Κούβα και τις Ινδίες, τα όρια του κόσμου της Μήτσορα είναι τα όρια της γλώσσας της – όπως λέει ο Wittgenstein. Σ’ αυτόν τον πολυσύχναστο κόσμο ο κοινωνικός ιστός έχει καταλυθεί. Μέσα από τις στάχτες των χαρακτήρων και των συνοικιών, αναδύονται με μεγαλοπρέπεια, σαν αρχαία θαμμένα μυστικά, οι αρχές της συντροφικότητας, της αγάπης και της αυτογνωσίας, περισσότερο ως εσωτερικές λαχτάρες, παρά ως πραγματοποιήσιμες δυνατότητες.

Εκεί, τα πάντα έχουν κριθεί. Οι λέξεις βασιλέουν. Αντικείμενα και μορφές - το παιδικό της καρότσι, η απαραίτητη γάτα, το μικρό ροζ κρεβατάκι με τα κάγκελα που πάνω τους κρεμόταν η ανάγκη της απόδρασης, η υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα επιβεβλημένη απ’ τους γονείς, ο μυστηριώδης Αλέκος Χαρούβλης, η μανία καταδίωξης, το τρομερό μάτι του Θεού, ο πρώιμος βουδισμός, η Ελένα Μακάροβα, το ροκ εν ρολ, η βιβλιοθήκη του πατέρα, όλα, λες και φυτρώνουν από μέσα της, σαν ενθύμια φρίκης, όταν ακόμα ο κόσμος ήταν καινούργιος, για να μετάσχουν μαζί στο αιώνιο παιχνίδι της φυγής, για να βρούν την μοιραία εξίσωση.


Η Μαρία είναι ένας συλλεκτικός άνθρωπος. Με τους συλλεκτικούς φόβους του, που αντέχουν. Κάποια στιγμή, όταν φοβάσαι - τους ανθρώπους ή τους φόβους σου -, ανοίγεις μια καταπακτή και χώνεσαι μέσα. Εκεί σε περιμένει ο εαυτός σου. Οι λέξεις. Αρχίζεις να τις ξεφλουδίζεις σα τρελός, να τους χαλάς το στρίφωμα. Είναι πολύ σκοτεινά, για να φτάσεις στο φως πρέπει πρώτα να καείς. Η Μαρία τα κατάφερε. Κάηκε για να ξαναγεννηθεί. Έγινε ο ήλιος δύω.

Οι ιστορίες της μακροημέρευσαν σαν τα καλά κρασιά στο κελάρι, πάλιωσαν ευεργετικά και συνεσταλμένα, αλλά όποτε τους δίνεται η ευκαιρία – και τους δίνεται συχνά – το σκάνε απ’ τη καταπακτή ή απ’ το ανοιχτό παράθυρο και παίρνουν τους δρόμους. Για μια σκαστή βόλτα στο φως. Στα δισκάδικα της Ηφαίστου χειμώνα καιρό, σε αυλές με μαρμαρωμένες τριανταφυλλιές και βασιλικούς, κάτω απ’ τη στέγη του κόσμου. Για να συναντήσουν αυτό που χάθηκε και δεν είναι άλλο, από την εφήμερη γοητεία του παρελθόντος που επεμβαίνει στο παρόν, επηρρεάζοντας το μέλλον. Έχουν το χάρισμα να εξαπλώνονται. Σα φήμη, που διαδίδεται από στόμα σε στόμα στη σκοτεινή πλευρά της πόλης.

Μέσα τους τρέχει το κείμενο, άλλοτε δοκιμιακό, αυστηρά προσανατολισμένο στην αγωνία της συγγραφής, άλλοτε αδιόρατα μυθοπλαστικό, με κρεμασμένους και θανατερά ξόρκια, άλλοτε εξομολογητικό, με πονεμένα μέρη και βιωμένες στιγμές, όμως πάντα ποιητικό, στέρεο, εμπνευσμένο:

«Έξω τώρα ψιλοβρέχει. Από το παράθυρο περνάνε τα περιπλανώμενα κομμάτια των ιστοριών μου. Περνάνε σαν ουράνια σώματα. Μας ενώνει και μ’ αυτά, όπως με την Μιράντα, μας ενώνει και μας χωρίζει μια μεγάλη έλξη… Η ζωή ερωτεύεται πάλι και πάλι τις πιο αρχαίες πληγές της, για να τις σβήσει σβήνοντας».

Το «Με λένε Λέξη» έρχεται, σαν από μηχανής επιστέγασμα μιας αθηναικής ιστορίας, να στρογγυλοκαθήσει στον θρόνο της ξανακερδισμένης λογοτεχνίας. Και να την αναποδογυρίσει με μια ματιά: αποτυπώνοντας το αστικό, κυρίως, τοπίο – σαν άλλη περίπτωση Χρήστου Βακαλόπουλου - και τον κοινό κώδικα μιας μερίδας ανθρώπων που έμειναν υποφωτισμένοι, παραβατικοί, να ξύνουν τις πληγές τους και να αιφνιδιάζουν, όποτε μπορούν, την γλωσσική, και όχι μόνο, «έννομη τάξη».

Η Μαρία είναι ένα θλιμμένο ξωτικό των γραμμάτων, με ασπρόμαυρο βλέμμα, ερωτευμένη με τις γωνίες των δρόμων και τις ανάσες των λέξεων. Οι άκρες τους στα βιβλία της κόβουν σα λάμες. Σπούδασε κοινωνιολογία στη Σορβόννη – όπως εγώ – ταξίδεψε πολύ, σκορπίζοντας τη δύναμή της στις όχθες του Μισισιπή και στις παραλίες της Κούβας, άφησε ροκ μουσικούς και μπλουζίστες να εισβάλλουν στ’ αυτιά της σα ψυχεδελικές σφίγγες, μεταμορφώθηκε σε σαύρα που χόρευε κάτω από κρύα σεντόνια κάτι παγωμένες νύχτες που δεν έλεγε να ζεστάνει, έκανε μια μικρή περίληψη του κόσμου μέσα της, έδυσε και ανέτειλε ξανά αρκετές φορές τον ήλιο, είδε τον ουρανό μακαρίτη, ντυμένο σ’ ένα βαθύ μεξικάνικο μπλε, έπαιξε με τα όριά της. Έχει ένα σπίτι σκέτο αρχοντικό στο Κολωνάκι, μια γάτα καλλονή, μερικά βινύλια που ζηλεύεις και μια κουζίνα χωρίς κουζίνα. Κοιμάται και ξυπνάει μέσα στον καθρέφτη της προηγούμενης μέρας – γιατί κάθε μέρα ζει στο ξενοδοχείο των δυτών, κάτω από τόνους αμίλητου και λυπημένου νερού. Κρύβει ακόμα τα όμορφα μάτια της κάτω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά γιατί φοβάται ότι τυφλά ψάρια θα της τα φάνε. Καμιά φορά, αν ανηφορίζετε προς Λυκαβηττό, εκεί κοντά στη Δεξαμενή, μπορεί να τη συναντήσετε να αναπνέει την Αθήνα.

Αν ποτέ μεγαλώσει και ο καλός καιρός ευνοεί τις μετακινήσεις, θα γίνει πεταλούδα.

Θα κάθεται πάνω στα λουλούδια και θα μαζεύει γύρη.



Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΚΑΙΣΙΟ - 137


ΕΚΕΙΝΗ τη στιγμή ο κόσμος έγινε βυθός. Στον πυθμένα της θάλασσας έμειναν στολισμένοι οι άνθρωποι και τα κοιτάσματά τους, σχεδόν ενωμένα. Μια άσαρκη πλάκα πολιτισμού. Υπήρχαν απολιθωμένα μωρά, σαν αγάλματα. Πόσο άδικα τα πήρε ο ύπνος. Έλαμπαν ακόμα τα μάτια τους από αγωνία. Ένα κόκκινο σύννεφο πάνω από την επικράτεια του νερού, σαν ορυκτό θανάτου, ταξίδευε τα χνώτα τους και τα σκόρπιζε στον αέρα. Εδώ κι εκεί, καμένες χορδές, σωροί από ζωές στοιβαγμένες. Στην καμπούρα της γης.
Η ανθρωπότητα δεν χρειαζόταν να περιμένει άλλο. Η αρχαιότερη αλήθεια του κόσμου είναι η είδηση του τέλους του.

ΠΙΟ ΠΕΡΑ, γκρεμός. Βρύσες που έσταζαν πετρέλαιο. Μια αόρατη μάχη. Ήταν τόσο αφύσικα κόκκινος ο ήλιος που αν τον κοιτούσες στα μάτια θα τυφλωνόσουν. Που ήταν τα σπίτια των ανθρώπων; Υπήρχαν φωτογραφίες που αποδείκνυαν την γεωγραφική τους θέση, τα ίχνη της κάποτε αρχιτεκτονικής τους, την κυκλική διαδρομή της ιστορίας τους. Εκεί ήταν οι αυλές, τα κυρίως δωμάτια, οι χώροι αναψυχής. Εκεί ήταν ο κεντρικός δρόμος. Πιο κάτω η αγορά. Οι εκκρεμότητες των ανθρώπων. Ό, τι ήταν ζωή είχε λήξει. Την είχε αγγίξει ένα χέρι θυμού.

ΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ κράτη, αφού κατέλαβαν το ένα το άλλο, έκλεισαν τους πολίτες σε φέρετρα και τους άφησαν αργά να σαπίζουν. Μιλούσες πια μόνο για κράτη που απαρτίζονταν από κράτη. Όλοι οι άνθρωποι είχαν γίνει νερό. Τους έβαλαν να κάνουν τη διαδρομή προς τα πίσω, πριν γεννηθούν, και να δολοφονήσουν τους γονείς τους. Για να κλείσει ο κύκλος. Η καταστροφή ήταν μια επιστροφή στο κενό και συγχρόνως μια απαλλαγή, μια πιθανότητα να φυτρώσει η ραχοκοκκαλιά αλλού.

ΟΤΑΝ εμφανίστηκε η σελήνη, ήταν σαν ένα μαύρο σήμα, ένα πληγωμένο ζώο στον ουρανό με τα αυτιά τεντωμένα. Δεν υπήρχαν άλλα δώρα να ανοιχτούν, άλλες θρησκείες να αντικαταστήσουν τις θρησκείες. Το παρόν ήταν μια κατάσταση που δεχόταν ισχυρή αμφισβήτηση. Όλο εμίκραινε. Ο εμφύλιος πόλεμος των ανθρώπων δεν έχει ποτέ νικητή.

ΓΕΜΙΣΑΝ τα πνευμόνια τους νερό και φωτιά και σαν δηλητήριο. Έγιναν ψάρια του πελάγους. Βασίλεψαν ήσυχα, ρυθμικά, ξαπλωμένοι σαν κομμένα δέντρα. Τα μάτια τους, ακόμη ανοιχτά, να αψηφούν τον Θεό.
Ήταν τέτοια η δύναμη της μόλυνσης που απ’ τα μανίκια τους έβγαιναν κλαδιά. Εκεί θα κρέμαγαν αργότερα, μαζί με το παρελθόν τους, τη χαμένη σημασία των ζωντανών. Ύστατη πράξη.

ΑΠΟ την γη έμεινε μόνο η ηλικία της. Ήταν τεσσεράμισι δισεκατομμυρίων ετών. Το σώμα της ξεκόλλησε απ’ τις εγκοπές και κύλησε σαν μπάλα, με τελετουργικό τρόπο, σε ένα ξανά κενό. Βούλιαξε μέσα στη θάλασσα, περιστοιχισμένη από φωτιές. Η μέτρηση θα άρχιζε από την αρχή, δηλαδή απ’ το τέλος.
Χωρίς ανθρώπους.

ΣΤΗ μέση ο ήλιος τα έβλεπε όλα.

ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ ΕΔΩ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=266102

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

ΑΓΗΣ ΜΠΡΑΤΣΟΣ: ΕΝΑ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΟ ΜΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ


There must be a better world somewhere

Ξημέρωμα: Ο Νίτσε με μυαλό σαλεμένο έχει καρφωμένο το βλέμμα του στο ανοιχτό παράθυρο. Ατενίζει άραγε τον άστεγο κόσμο; Το κενό; Παράμερα η αδερφή του τον βλέπει παραδομένο στην άνοια και ξεσπάει σε λυγμούς. Εκείνος τότε ξαφνιασμένος στρέφεται και της λέει: «Μα γιατί κλαις; Δεν είμαστε ευτυχισμένοι;».
Με το λυκόφως των θνητών μια νεαρή γυναίκα που ζει στις φαβέλες περιφέρεται άσκοπα. Λες και πρόκειται, τόσα χρόνια μετά, να απαντήσει εκείνη στο σαρωτικό ερώτημα του Γερμανού φιλοσόφου, ψιθυρίζει με αξιοπρέπεια: «Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει γιατί υπάρχει αυτή η ζωή».

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στη Νέα Υόρκη – αυτόν το λογάριθμο άλλων πόλεων, όπως καίρια την περιγράφει ο John Ashbery. Σε μια σοφή καμπή του δρόμου περιμένει τον περαστικό ολοκάθαρο το γεγονός. (Οι ανυποψίαστοι ας το χαρακτηρίσουν και ως έμπνευση.) Ένας αιώνιος κουρελής ανασκαλεύει σ’ έναν κάδο τα ευλαβικά σκουπίδια. Θαρρείς και είναι αιλουροειδές, έχει μπει σχεδόν μέσα του. Ακριβώς από πάνω του καραδοκεί σαν πέλεκυς το διαφημιστικό πλαίσιο. Η σαγηνευτική γιγαντοαφίσα εκπέμπει το πολιτικό μήνυμα: «Ο κόσμος σού ανήκει». Ένα μήνυμα που αίφνης, με την παρουσία του ρακένδυτου άστεγου, γίνεται ξεκάθαρο σε όλες του τις διαστάσεις.
«Θα μπορούσαμε βέβαια», όπως μας προϊδεάζει ο Σταύρος Σταυρόπουλος, «αντί να αλλάζαμε τον κόσμο/ μόνο να αλλάζαμε κόσμο». Πράγματι, ό,τι μας ανήκει βασανιστικά είναι η δύναμη να κοιτάζουμε κατάματα την ομορφιά αλλά και τη θλίψη. Η αντοχή να χαράζουμε λέξεις στην εύθραυστη επιφάνεια της ομορφιάς. Λέξεις οι οποίες απηχούν το αναπάντεχο βάθος μιας προαιώνιας θλίψης.

Έτσι, δεν αποκλείεται να αναφανεί ένα νόημα συμβατό με την ευαισθησία μας. Κι ακόμη, μας ανήκει η χάρις ν’ αντιστεκόμαστε σε όλα εκείνα που απειλούν να μετατρέψουν το καθετί σε υπερθέαμα. Κι είναι, τέλος, εξολοκλήρου δική μας η ανάγκη να ψάχνουμε για συνενόχους. Ή να βρίσκουμε συνενόχους. Ή να τους εφευρίσκουμε.
Τότε αυτομάτως διαπλάθεται η πραγματικότητά μας, με άλλα λόγια η ίδια μας η καταδίκη. Και η ποίηση δεν προϋποθέτει, παρά την απόλυτη συνενοχή. Συνενοχή γιατί στο ποίημα κάθε ρήμα ενδέχεται να σπάσει κωδικούς και ν’ απογυμνώσει θηριώδεις προκαταλήψεις και δήθεν ακλόνητες αλήθειες. Κάθε επίθετο είναι πιθανό να αποδομήσει φανταχτερές πεποιθήσεις. Κάθε ουσιαστικό ίσως μας πλοηγήσει σε οδυνηρές σημασίες.
Ενδέχεται, είναι πιθανό, ίσως. Τίποτα δεν εμφανίζεται ως βέβαιο. Όλα ενδεχόμενα. Και μοναδική σιγουριά η συνενοχή. Γιατί στην ποίηση δεν ταιριάζουν τα δεδομένα.

Ποίηση είναι η διαρκής μετουσίωση των δομικών υλικών του κόσμου. Είναι η ασίγαστη προαίρεση να διαμορφώνουμε το άγνωστο σε γνωστό, αλλά και ό,τι μας είναι οικείο σε αναπάντεχο.
Και η συνενοχή που οδηγεί στο ποιητικό επίτευγμα μας υπαγορεύει την αίσθηση ότι ο ποιητικός λόγος του Σ.Σ. προβάλλει διαφανή τα αισθήματα μαζί με τις σκέψεις που τα συντροφεύουν. Εννοώ αισθήματα και σκέψεις ολότελα δικές μας, χωρίς καν να υποπτευόμαστε πως εντός μας υπήρχαν, υπάρχουν, θα υπάρχουν.
Διαβάζω το ποίημα «Μάθημα για αρχάριους» από τη συλλογή του Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις, μια συλλογή που ο ίδιος ο τίτλος της με παρακινεί να την προτείνω σαν διαβρωτικό κοκτέιλ. Το συνιστώ μάλιστα ιδιαίτερα σε όσους νομίζουν ότι η ζωή είναι γλυκιά σαν σαχλό ηδύποτο.

Τελικά γράφεις
Αυτό που δε γίνεται
Να ζήσεις

Λέξεις που πνίγονται
Μέσα σε φλιτζάνια καφέ

Μετράς γουλιές
Και ζεις
Περιμένοντας να γράψεις
Ότι δεν έζησες

Κι εσύ μετά μου λες

Πως η ζωή

Δεν είναι βιβλίο.


Εκ νέου στην ποίηση του Σταυρόπουλου οι στίχοι του συνυφαίνονται με τη μουσική. Ο δεσμός του ποιήματος με τη μουσική είναι απτός, σαρκικός. Πρόκειται για μια σχέση όπου οι λέξεις διεισδύουν στην αθέατη όψη της μουσικής κλίμακας και όπου η απόκρυφη πλευρά της αρμονίας αναδίδει λέξεις.

Εδώ ας αναλογιστούμε τι γράφει ο βάρδος του Στράτφορντ στον Έμπορο της Βενετίας το 1596 – ογδόντα εννέα δηλαδή χρόνια πριν από τη γέννηση του Μπαχ: «Ο άνθρωπος που εντός του δεν έχει μουσική και αρμονία είναι πλασμένος για προδοσίες, δόλους και απιστίες. Οι σκέψεις του είναι θολές σαν νύχτα, τα αισθήματά του μαύρα σαν το Έρεβος. Σε τέτοιους ανθρώπους μη δίνεις ποτέ σου πίστη. Άκου τη μουσική!».
Έχει κανείς την εντύπωση ότι ο Σαίξπηρ φιλοτεχνεί ιδεατά το προφίλ του ανθρώπου που δεν μπορεί να γίνει ποιητής ή να ζήσει ποιητικά, γιατί οι προδοσίες, οι δόλοι και οι απιστίες είναι, ή θα έπρεπε να είναι, ξένες προς την ποιητική φύση, ξένες προς τη μουσική.

Δεν έχω επίσης την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Σ.Σ. συνυπογράφει την πρόσφατη δήλωση του Bob Dylan ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου μας κατακλύζουν ήχοι παρασιτικοί. Νομίζω ότι δεν θα παραποιούσαμε αυτή τη θέση του χαρισματικού Αμερικανού εάν προσθέταμε: Μας κατακλύζουν και παρασιτικά λόγια.
Δεν έχω, τέλος, την παραμικρή δυσκολία να φανταστώ ποιες είναι οι κινήσεις του Σταυρόπουλου όταν ολοκληρώνει ένα ποίημα. Τον βλέπω ν’ αποδέχεται την πρόσκληση ενός άλλου rock ποιητή, όπως είναι κι ο ίδιος, μια πρόσκληση από τον Lou Reed, και να βάζει σ’ ένα παλιό πικάπ το αποκαλυπτικό βινίλιο. Διαλέγει ένα τραγούδι για να διαπεράσει την απατηλή πρόσοψη τοπίων και προσώπων, ώστε ν’ αντηχήσει ξανά και ξανά η πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι: εξαγριωμένη.
Μια πραγματικότητα όμως εν τη γενέσει της εξαρτημένη από τη βιωμένη φαντασία. Μια φαντασία ικανή να κάνει κάποτε ποίημα όλα όσα μας περιβάλλουν.
Δεν έχουμε άλλο τρόπο για να μην επιβιώνουμε απλώς. Δεν έχουμε άλλο τρόπο για να ζήσουμε.

Είναι τελικά η ποίηση ευεργεσία. Μας δίνει το πλεονέκτημα μιας άλλης, πλήρως ενεστώσας, ζωής.

Άγης Μπράτσος
Περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 152-153, Απρίλιος - Σεπτέμβριος 2011

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://agisbratsos.gr/omilies/stayropoylos.html

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

ΣΧΕΔΟΝ ΝΥΧΤΑ

Ευχαριστώ την Αναστασία και όλους τους ανώνυμους φίλους παντού που με αξεδίψαστο μένος εμμένουν να τιμούν την στήλη της Ελευθεροτυπίας και να την διαβάζουν φανατικά. Τα κείμενα αυτά ήταν ένα μακρύ ταξίδι δυόμιση περίπου ετών - πρωτίστως για μένα - που μπορεί να πλησιάζει στο τέλος του.

Ήμουν και δεν ήμουν μόνος σε αυτό το ταξίδι. Ήμουν και δεν ήμουν εγώ. Υπήρχαν στιγμές που η στήλη με έγραφε. Άλλες, που την έγραφα εγώ. Όσο εγώ μπορεί να είμαι εγώ.

Όταν η ζωή του δημιουργού μπερδεύεται με το λογοτεχνικό του όραμα και κυρώνει μια οριστική δοκιμή πάνω στο ανθρώπινο όριο, το τέλος δηλώνεται πάντα κοντά. Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στο τέλος μετά το τέλος.

Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο με τις νύχτες θα είναι εδώ. Σε λίγο. Από τις εκδόσεις Οξύ.

Να είστε καλά.

ΔΕΙΤΕ
http://anastasia.pblogs.gr/2011/03/shedon-sarka-shedon-siwph.html

ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
http://www.ombola.gr/

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


ΚΑΠΩΣ έτσι μπορεί να άρχισε. Απ' το τέλος. Το καράβι πήγαινε κι αυτός μιλούσε. Μελωδισμένος. Καθισμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του. Το ρίσκο του έρωτα είναι αλύπητο.

ΕΙΧΕ ρίξει μια κουβέρτα στα πόδια του - αντί να αλλάξει πόδια. Αντί να φορέσει άλλα πόδια, μακρύτερα. Προτίμησε να τα σκεπάσει. Να μη φαίνεται ύπνος. Ακουγε τη φωνή του. Αισθανόταν το χνότο της. Τις λέξεις να σπάνε φεγγάρια στη γλώσσα του. Ηθελε να δώσει τον πόνο αλλού. Να τον μεταβιβάσει πριν.

ΠΟΥ ήταν; Αυτό που είχε ζήσει έπρεπε να το πει τώρα. Για να το ξαναζήσει. Να το ακούσει πάλι. Να λέγεται. Είχε ανάγκη να δει εκείνο το γάλα να τρέχει στο στήθος της. Και να λέγεται. Να κάθεται πάνω στις ανατριχιασμένες θηλές. Σαν μαργαριτάρι. Και να το γλείφει. Εβλεπε το ανασηκωμένο δέρμα μπροστά του να θέλει να βγει. Ενα πελώριο κόσμημα. Μίλαγε. Μόνο μίλαγε. Καθισμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του.

Ο ΘΕΟΣ ήταν αύριο. Ενα κομμάτι της χαλασμένης ομορφιάς στεκόταν με δυσκολία στα πόδια του. Της μιλούσε με κατεύθυνση προς τα μέσα. Το μοναδικό κοινό ήταν ο εαυτός του. Μιλούσε εκ μέρους του. Με αφορμή το εγώ. Αυτός ο ίδιος: «Τελικά η υποχρέωση είναι εκείνη που γεννά την αγάπη ή η αγάπη κρύβει μέσα της την υποχρέωση»;(1) Τον κοιτούσε με το μίσος του έρωτα. Ηταν ένας νικημένος στρατός που είχε μαζέψει τις σημαίες του κάτω από μια κουβέρτα.

ΟΤΑΝ ανακαλύπτεις την ακραία στιγμή της ζωής, πρέπει να τη βαδίσεις. Μέχρι το κορμί να ρημάξει από εξάρτηση. Από κρυμμένη ειδωλολατρία. Και έγινε λάφυρο.

Κολύμπησε τον εαυτό του. Τον στράγγιξε. Εως τον βαθμό της μαγείας. Εως εκεί που σιχαινόταν να συνεχίσει. Η λογική είναι ένα αποτυχημένο παράδειγμα. Μια ανάπηρη δύναμη, πολλές φορές.

ΤΙ είναι αρρωστημένο; Η μεγαλειώδης πρόβα, η τεράστια αποχώρηση, η υπέρτατη σκηνοθεσία; Του τέλους. Αυτός. Ανάπηρος, από υπερβολική δόση ζωής.

Του χάιδεψε τα μαλλιά. Σήκωσε ελαφρά το φουστάνι της -μια βροχή θανάτου. Το παγκόσμιο τραύμα της Γης. Κατέκλυζε το πρόσωπό του. Βάλε να πιω. Ανοιξε το. Το αποτύπωμα του Θεού γυάλιζε πάνω στη γλώσσα του. Οι δυνατότητες των υγρών είναι τρομακτικές. Οπως η αλήθεια.

ΚΑΠΩΣ έτσι μπορεί να τελείωσε. Από την αρχή. Καθισμένος στο καροτσάκι του, με περισσότερη περιουσία ποδιών από όλους.

Με φώτα παντού.

Στόμα σε λύσσα.

Φρίκη.

Χτυπήματα σφυριού.

Μέσα στα μάτια.

Ζωή.

[Για την ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Πασκάλ Μπρικνέρ.]

(1) Μαρία Χρονιάρη, Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδ. Απόπειρα.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=264013

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

ΤΖΑΖ



Ο ΑΣΠΡΟΣ άνθρωπος που ανέβηκε στη σκηνή έκανε μερικά σταθερά βήματα, τράβηξε το σκαμπό, κάθησε και άρχισε να ξεκοιλιάζει το πιάνο. Τράβαγε τα εντόσθιά του με μανία και σχηματίζουν στρατό.

ΑΠΟ το εσωτερικό της κοιλιάς του έβγαιναν οι ανάπηρες νότες, σαν κομμένοι κορμοί δέντρων. Σπασμένες φλέβες. Τα σπλάχνα είναι κάτι που δύσκολα συμβαίνει. Μαζεύτηκαν μετά ένα σωρό και άρχισαν να πέφτουν με δύναμη πάνω στους θεατές.

ΣΤΗΝ άκρη της σκηνής, ο τυφλός κιθαρίστας έπαιζε τις χορδές μ' ένα δοξάρι. Σηκωνόταν καπνός και μύριζε σαν καμένο λάστιχο και η χορδή πάνω στο πληγωμένο τάστο, σαν σηκωμένο αντρικό μόριο που αργούσε να τελειώσει.

ΜΙΑ γυναικεία φωνή αποστήθιζε τη δυσλεξία του Μπέκετ, και ήταν ψαλμός. Κολάσεως, πως - να - πω, πως - να - πως - πως - να - πω.

ΕΠΕΙΤΑ μπήκε ο Γουέιτς μες στο μαύρο παλτό του, σαν Τσάρλι Τσάπλιν, με την παλιομοδίτικη αγάπη του αγκαζέ και βούλιαξε στο μέσο της αίθουσας. Μετανάστης του 1917. Μίλησε ελάχιστα με το φάντασμα του Μπρεχτ, πήραν ο καθένας το δικό του αριθμό και ασχολήθηκαν με το παραμιλητό των οργάνων.

Ο ΑΣΠΡΟΣ άνθρωπος του πιάνου κοίταζε μια παράξενη παρτιτούρα από εικόνες. Αυτός και ο ντράμερ ήταν δυο πόλεις που βρίσκονταν σε θρησκευτικό πόλεμο. Η μια ήθελε να αλλάξει την πίστη της άλλης. Ενδιάμεσα έπεφταν οι νεκροί ήρωες και οι νεκρές λέξεις. Οι νεκρές ηλικίες ζωής. Η φωνή του Μπέκετ συγκέντρωνε αιχμαλώτους και τους μοίραζε στην αίθουσα. Το πιάνο κινδύνευε να διαλυθεί.

Ο ΑΣΠΡΟΣ άνθρωπος ξεκάρφωσε την επιδερμίδα του και άρχισε με αυτήν να βαράει τα πιατίνια του ντράμερ. Μετά έβγαλε τα νύχια του και τα έσυρε πάνω στη μεταλλική επιφάνεια. Οι εικόνες περνούσαν μέσα, έμπαιναν στους νευρώνες του εγκεφάλου, και ξαφνικά έγινε μουσική.

ΠΩΣ - να - πω - πω - πως - να - να - πω - πω. Αυτή είναι όλη η μουσική. Ολη η μουσική είναι μετά απ' αυτό που είναι η μουσική. Ερχεται μετά, σαν άγγελμα και τίποτε άλλο. Γιατί όλη η μουσική είναι τίποτε άλλο. Αβάσταχτη, βουτάει μέσα στα μάτια των ανθρώπων και τίποτε άλλο.

ΤΟ ΠΙΑΝΟ έχει πιει τις εικόνες, αρχίζει να στεγνώνει ο οισοφάγος του. Εξω βρέχει. Η βροχή μπαίνει σαν δίψα μέσα στην αίθουσα και αγκαλιάζει τους μουσικούς. Ο,τι είναι να χαλάσει το βλέμμα θα αποβληθεί. Κάποιος να πάρει το κονσέρτο και να το κόψει με το ψαλίδι. Να αφήσει την ανάμνηση της μουσικής σε κάθε ανθρώπινο όριο.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ του πιάνου -που παρέμεινε άσπρος σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας- πήρε ένα εργαλείο μακρύ, ξεβίδωσε όλη την αίθουσα, τους μουσικούς, τους θεατές, τη βροχή και τις εικόνες, τα δίπλωσε όλα σε ένα κουτί και έγινε πάλι μουσική. Αβάσταχτη.

Γιατί όλη η μουσική είναι σαν άγγελμα. Και τίποτε άλλο.

[για τη μουσική παράσταση cinepoeme του Σάκη Παπαδημητρίου, στις 24 Φεβρουαρίου 2011, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών]


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=261898

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Στη στήλη
Νύχτα είναι - θα περάσει