Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ



Το βιβλιοπωλείο PassPort και οι εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν την Τετάρτη 13 Απριλίου 2011 και ώρα 8.30μ.μ. σε μια συνάντηση με την συγγραφέα Μαρία Μήτσορα.

Για το έργο της θα μιλήσουν ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ο Χρήστος Ναούμ, ο Κωνσταντίνος Μπούρας και ο Γιώργος Χρονάς.


PassPort: Μουσική/Θέατρο/Βιβλίο

Καραΐσκου 119, Πλατεία Κοραή, Πειραιάς, τηλ. 2104296401

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

(ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΜΟΥ ΕΔΩ)

Λέξεις από βινύλιο


Στο εξώφυλλο του «Με λένε λέξη» η Μαρία με κοιτάζει όπως θα πρεπε να κοιτάζει κάθε γυναίκα: σαν iron butterfly. Τα ανασηκωμένα ζυγωματικά και το Mick Jagger ύφος συμβάλλουν απ’ την αρχή στη σημειολογία του κλειστού βλέμματος – ένα βλέμμα γεμάτο λίμνες: Λέξεις, λάμψεις, λαγνότητες. Σκύβω κι εγώ, όπως ακριβώς σκύβει το λάμδα, όχι για να καθρεφτιστώ, αλλά για να αποφύγω τη σύγκρουση με την παιδική ηλικία. Η φωτογραφία είναι του Μήτσου Πουλικάκου - άλλη παιδική ηλικία εκεί. Τρακάρουμε.

Με κοντά παντελονάκια στο live του Ζωγράφου, κι ύστερα, «Μεταφοραί – Εκδρομαί, ο Μήτσος», Εξαδάχτυλος και διάφοροι εκλεκτοί τύποι: Ηλεκτρική κιθάρα, Νίκος Πολίτης, πιάνο, Δημήτρης Πολύτιμος, ντραμς, Γιώργος Τρανταλίδης, σαξόφωνο, Λάκης Διακογιάννης, φυσαρμόνικα, Άγγελος Μαστοράκης. Αχ, αγωνίες, ιδρώτες, δεν αντέχω άλλο ρε παιδιά, ψάχνω να βρω μια λύση ριζική…Ωραίες εποχές. Εμπύρετες.

Τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, υπήρχαν άνθρωποι που δεν ριγούσαν από εθνική υπερηφάνεια στους ήχους της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη, δεν ξεσηκώνονταν από την φωνή του Νίκου Ξυλούρη, δεν θεωρούσαν ότι τα προβλήματα λύθηκαν με την έλευση Καραμανλή. Τους ενδιέφερε περισσότερο το εσωτερικό απ’ το εξωτερικό τοπίο. Ήταν, συνήθως, ντυμένοι στα μαύρα. Συμπαθούσαν τον διάβολο και τα δάχτυλα των χεριών τους ήταν όλα σκεπασμένα με δαχτυλίδια: για να αναγνωρίζονται. Τα απαραίτητα στέκια τότε, το «Jazz club» του Μπαράκου στη Ραγκαβά, ακριβώς πάνω από τα Αναφιώτικα, το «Trip» και το «Χρυσό κλειδί» στη Πλάκα: Αυτά ήταν τα «κρυφά σχολειά» της Αθήνας.

Η παρέα των «μπήτνικς του Κολωνακίου» είχε ξεκινήσει δέκα χρόνια πριν από το «Άσυλο» στη Λουκιανού, μια υπόγεια γκαρσονιέρα κάποιας Ελληνοαμερικάνας και την «Ακαδημία», τέρμα Δημοκρίτου, στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Στο «Καφέ Βυζάντιο» στου Μπόκολα και στην «Δεξαμενή», αλλά και στο «Pop Eleven», το θρυλικό δισκάδικο των αδελφών Φαληρέα στη Σκουφά, συζητούσαν για το σήμερα και το αύριο της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και του ροκ εν ρολ. Ήθελαν πρώτα να αλλάξουν τους εαυτούς τους και μετά τον κόσμο. Είχαν βρει τη σωστή σειρά. Δεν βιάζονταν βέβαια πολύ, ή μάλλον, δεν φαίνoνταν να βιάζονται, αφού μπορούσαν να «βιάζονται και ακίνητοι». Η ζωή ήταν σίγουρο πως θα τους περίμενε.

Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν πάντα μια υπερβολικά πληκτική υπόθεση γι αυτούς∙ η μετεξέλιξη της Αριστεράς τους άφηνε παγερά αδιάφορους. Προτιμούσαν τις συναυλίες στους κινηματογράφους τις Κυριακές. Τα άφιλτρα βλέμματα. Τις φωλιές από άνθη. Του κακού. Η προσοχή τους ήταν στραμμένη στα νεωτερικά ρεύματα της εποχής και τις παγκόσμιες κοινωνικές εξεγέρσεις του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60. Η κουλτούρα των ναρκωτικών, τα τουριστικά και τα «άλλα» ταξίδια, αυτή η εκτός νόμου προοπτική για ελευθερία – που τελείωνε, όμως, με έναν απόλυτο σεβασμό, εκεί που άρχιζε η ελευθερία του άλλου – ήταν τα βασικά μοτίβα πάνω στα οποία πλεκόταν ο ιστός της αράχνης τους. Ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Πάνος Κουτρουμπούσης, ο Τάσος Δενέγρης, ο Τάσος Φαληρέας, ο Σπύρος Μειμάρης, και η άγνωστη τότε Μαρία Μήτσορα, ήταν το ελληνικό underground, η ομάδα «Σκηνή» στην οποία αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος του, το περιοδικό «Σήμα» του Νίκου Παπαδάκη. Τότε στα λεξικά υπήρχε ακόμα η λέξη παρέα. Δυο χρόνια αργότερα, η Μάνια Τεγοπούλου και ο Ευγένιος Αρανίτσης έπεισαν την Μαρία να εκδώσει το πρώτο βιβλίο της, «Άννα, να ένα άλλο» (Άκμων, 1978, Πατάκης, 2007), μια συλλογή διηγημάτων όπου πρωταγωνιστούν ήρωες χαμένοι: στην πόλη, στους εαυτούς τους, στην κόλαση που είναι οι άλλοι.

Για να φτάσουμε στο «Με λένε Λέξη» (Πατάκης, 2008) μεσολάβησαν ακόμα τέσσερα βήματα. Όλα μετέωρα: «Σκόρπια δύναμη» (Οδυσσέας, 1982), «Περίληψη του κόσμου» (Κέδρος, 1985), «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας, 1996) και «Καλός καιρός/ Μετακίνηση» (Πατάκης, 2005). Η διαδρομή έμοιαζε να κρεμόταν από μια κλωστή, η ισορροπία της γραφής αντλούσε από την ανισορροπία του περιβάλλοντος χώρου, τα μεγάλα διαστήματα σιωπής καλλιεργούσαν εθιστικά συμπτώματα. Ο κόσμος που διάβαζε την Μαρία Μήτσορα ήταν δεμένος μαζί της όπως ο χρήστης με τον προμηθευτή του. Ένα φιξάκι οι ιστορίες της, μια επίδειξη σκόρπιας δύναμης στη πλάτη της Αθήνας, ένας αφαλός κεντημένος ταξίδια και μισοφέγγαρα με γαλάζια στρας, μια βόλτα στην προσωρινότητα της αθεράπευτης επιθυμίας.

Το «Με λένε Λέξη» είναι μια αυτοβιογραφία. Παράλληλα όμως, είναι και το πιο «ψυχεδελικό» κόλπο που σκάρωσε ποτέ η Μαρία στον εαυτό της και στους άλλους – η ιδέα φάνταζε, ούτως ή άλλως, μια μεγάλη παγίδα. Οι λέξεις είναι θραυσματικές, σκάνε σα σφαίρες πάνω στις σελίδες, αν σε πάρει κατά λάθος καμία, ξαναγίνεσαι δεκαοκτώ χρονών και βγαίνεις με ινδικά φουλάρια στους δρόμους. Θυμάσαι τους Roxy Music: in every dreamhome a heartache. Τότε που το σπίτι κινδύνευε να γκρεμιστεί από μια βιόλα. Είναι μερικά μέρη στο βιβλίο που νομίζεις ότι τα έχει γράψει ο Keith Richards με την κιθάρα του∙ φωνάζουν if I dont get some shelter, Im gonna fade away. Με μια διαφορά: Η κατακτημένη ωριμότητα του χρόνου, φτιάχνει, δίπλα στο στυλ και την μουσικότητα της γραφής, εικόνες υψηλού λογοτεχνικού «πυρετού». Εδώ χρειάζεσαι κομπρέσες. Τα μαύρα γράμματα, όχι μόνο κόβουν, αλλά αυτή τη φορά και καίνε – όπως και να το κάνεις η βαρύτητα και το άχθος της ηλικίας, έχουν να επιδείξουν, κι αυτά με τη σειρά τους, τα αόρατα πλεονεκτήματα των εποχών που παρήλθαν:

«Όλα τα σπίτια της παιδικής ηλικίας θα έπρεπε να ανοίγουν στη μνήμη σαν τριαντάφυλλα…όμως εκείνο το σπίτι έρχεται προς το μέρος μου, αφήνοντας μέσα σε μια λεπτή ομίχλη τους αρμούς του, έτοιμο να ανοίξει σαν ματωμένο τριαντάφυλλο όταν σκύβω άλλη μια φορά πάνω από το μυστικό του. Το σπίτι πλησιάζοντάς με, μικραίνει. Και το ίδιο και το ανθρώπινο περιεχόμενό του μπαίνουν μπροστά στα μάτια μου σε μια διαδικασία σμίκρυνσης. Σε λίγο, σε πολύ λίγο, μου φτάνει μέχρι τα γόνατα».

Από την Νέα Σμύρνη και την Βομβάη ως το Πεκίνο και την Νικαράγουα των Σαντινίστας, και από την πλατεία Κολωνακίου ως την Αιτή και τον Πολικό Κύκλο, την Κούβα και τις Ινδίες, τα όρια του κόσμου της Μήτσορα είναι τα όρια της γλώσσας της – όπως λέει ο Wittgenstein. Σ’ αυτόν τον πολυσύχναστο κόσμο ο κοινωνικός ιστός έχει καταλυθεί. Μέσα από τις στάχτες των χαρακτήρων και των συνοικιών, αναδύονται με μεγαλοπρέπεια, σαν αρχαία θαμμένα μυστικά, οι αρχές της συντροφικότητας, της αγάπης και της αυτογνωσίας, περισσότερο ως εσωτερικές λαχτάρες, παρά ως πραγματοποιήσιμες δυνατότητες.

Εκεί, τα πάντα έχουν κριθεί. Οι λέξεις βασιλέουν. Αντικείμενα και μορφές - το παιδικό της καρότσι, η απαραίτητη γάτα, το μικρό ροζ κρεβατάκι με τα κάγκελα που πάνω τους κρεμόταν η ανάγκη της απόδρασης, η υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα επιβεβλημένη απ’ τους γονείς, ο μυστηριώδης Αλέκος Χαρούβλης, η μανία καταδίωξης, το τρομερό μάτι του Θεού, ο πρώιμος βουδισμός, η Ελένα Μακάροβα, το ροκ εν ρολ, η βιβλιοθήκη του πατέρα, όλα, λες και φυτρώνουν από μέσα της, σαν ενθύμια φρίκης, όταν ακόμα ο κόσμος ήταν καινούργιος, για να μετάσχουν μαζί στο αιώνιο παιχνίδι της φυγής, για να βρούν την μοιραία εξίσωση.


Η Μαρία είναι ένας συλλεκτικός άνθρωπος. Με τους συλλεκτικούς φόβους του, που αντέχουν. Κάποια στιγμή, όταν φοβάσαι - τους ανθρώπους ή τους φόβους σου -, ανοίγεις μια καταπακτή και χώνεσαι μέσα. Εκεί σε περιμένει ο εαυτός σου. Οι λέξεις. Αρχίζεις να τις ξεφλουδίζεις σα τρελός, να τους χαλάς το στρίφωμα. Είναι πολύ σκοτεινά, για να φτάσεις στο φως πρέπει πρώτα να καείς. Η Μαρία τα κατάφερε. Κάηκε για να ξαναγεννηθεί. Έγινε ο ήλιος δύω.

Οι ιστορίες της μακροημέρευσαν σαν τα καλά κρασιά στο κελάρι, πάλιωσαν ευεργετικά και συνεσταλμένα, αλλά όποτε τους δίνεται η ευκαιρία – και τους δίνεται συχνά – το σκάνε απ’ τη καταπακτή ή απ’ το ανοιχτό παράθυρο και παίρνουν τους δρόμους. Για μια σκαστή βόλτα στο φως. Στα δισκάδικα της Ηφαίστου χειμώνα καιρό, σε αυλές με μαρμαρωμένες τριανταφυλλιές και βασιλικούς, κάτω απ’ τη στέγη του κόσμου. Για να συναντήσουν αυτό που χάθηκε και δεν είναι άλλο, από την εφήμερη γοητεία του παρελθόντος που επεμβαίνει στο παρόν, επηρρεάζοντας το μέλλον. Έχουν το χάρισμα να εξαπλώνονται. Σα φήμη, που διαδίδεται από στόμα σε στόμα στη σκοτεινή πλευρά της πόλης.

Μέσα τους τρέχει το κείμενο, άλλοτε δοκιμιακό, αυστηρά προσανατολισμένο στην αγωνία της συγγραφής, άλλοτε αδιόρατα μυθοπλαστικό, με κρεμασμένους και θανατερά ξόρκια, άλλοτε εξομολογητικό, με πονεμένα μέρη και βιωμένες στιγμές, όμως πάντα ποιητικό, στέρεο, εμπνευσμένο:

«Έξω τώρα ψιλοβρέχει. Από το παράθυρο περνάνε τα περιπλανώμενα κομμάτια των ιστοριών μου. Περνάνε σαν ουράνια σώματα. Μας ενώνει και μ’ αυτά, όπως με την Μιράντα, μας ενώνει και μας χωρίζει μια μεγάλη έλξη… Η ζωή ερωτεύεται πάλι και πάλι τις πιο αρχαίες πληγές της, για να τις σβήσει σβήνοντας».

Το «Με λένε Λέξη» έρχεται, σαν από μηχανής επιστέγασμα μιας αθηναικής ιστορίας, να στρογγυλοκαθήσει στον θρόνο της ξανακερδισμένης λογοτεχνίας. Και να την αναποδογυρίσει με μια ματιά: αποτυπώνοντας το αστικό, κυρίως, τοπίο – σαν άλλη περίπτωση Χρήστου Βακαλόπουλου - και τον κοινό κώδικα μιας μερίδας ανθρώπων που έμειναν υποφωτισμένοι, παραβατικοί, να ξύνουν τις πληγές τους και να αιφνιδιάζουν, όποτε μπορούν, την γλωσσική, και όχι μόνο, «έννομη τάξη».

Η Μαρία είναι ένα θλιμμένο ξωτικό των γραμμάτων, με ασπρόμαυρο βλέμμα, ερωτευμένη με τις γωνίες των δρόμων και τις ανάσες των λέξεων. Οι άκρες τους στα βιβλία της κόβουν σα λάμες. Σπούδασε κοινωνιολογία στη Σορβόννη – όπως εγώ – ταξίδεψε πολύ, σκορπίζοντας τη δύναμή της στις όχθες του Μισισιπή και στις παραλίες της Κούβας, άφησε ροκ μουσικούς και μπλουζίστες να εισβάλλουν στ’ αυτιά της σα ψυχεδελικές σφίγγες, μεταμορφώθηκε σε σαύρα που χόρευε κάτω από κρύα σεντόνια κάτι παγωμένες νύχτες που δεν έλεγε να ζεστάνει, έκανε μια μικρή περίληψη του κόσμου μέσα της, έδυσε και ανέτειλε ξανά αρκετές φορές τον ήλιο, είδε τον ουρανό μακαρίτη, ντυμένο σ’ ένα βαθύ μεξικάνικο μπλε, έπαιξε με τα όριά της. Έχει ένα σπίτι σκέτο αρχοντικό στο Κολωνάκι, μια γάτα καλλονή, μερικά βινύλια που ζηλεύεις και μια κουζίνα χωρίς κουζίνα. Κοιμάται και ξυπνάει μέσα στον καθρέφτη της προηγούμενης μέρας – γιατί κάθε μέρα ζει στο ξενοδοχείο των δυτών, κάτω από τόνους αμίλητου και λυπημένου νερού. Κρύβει ακόμα τα όμορφα μάτια της κάτω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά γιατί φοβάται ότι τυφλά ψάρια θα της τα φάνε. Καμιά φορά, αν ανηφορίζετε προς Λυκαβηττό, εκεί κοντά στη Δεξαμενή, μπορεί να τη συναντήσετε να αναπνέει την Αθήνα.

Αν ποτέ μεγαλώσει και ο καλός καιρός ευνοεί τις μετακινήσεις, θα γίνει πεταλούδα.

Θα κάθεται πάνω στα λουλούδια και θα μαζεύει γύρη.



Δεν υπάρχουν σχόλια: