Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

STAIRWAY TO HEAVEN





(για τον Πέτρο)


Μίλαγε λίγο, ελάχιστες κουβέντες. Αποθήκευε τις λέξεις στα κουράγια του. Αν ήταν ποιητής, θα ήταν από τους καλύτερους της γενιάς του. Δεν ξέρω γιατί πίστευε ότι θα του χρειαστούν στο μέλλον – ποιο μέλλον; - δεν ξέρω καν αν το έκανε γι αυτό. Το χαμόγελό του όμως, είχε κάτι απ’ τις δεκαετίες του 30 και του 40: Έβλεπες εκεί μέσα γιαγιάδες να τρέχουν να σου φέρουν ένα ποτήρι νερό, νεαρούς να πηδάνε μάντρες και να το σκάνε απ’ το σχολείο, έφηβες κοπελίτσες να κοκκινίζουν από ντροπή σε ένα βλέμμα, τον εφημέριο του χωριού να διαβάζει εφημερίδα στο καφενείο της πλατείας κάτω από τον πλάτανο, κρυφά τσιγάρο σε μια αποθήκη με σανό, όταν τα άλογα δούλευαν στο χωράφι. Ήταν χωριό το χαμόγελό του, όχι πόλη. Υπήρχε εκεί, αντί της σιωπής, για να φωτίζει το πρόσωπο, να το κάνει να απεκδύεται χαρακτηριστικά, προορισμούς, ιδιότητες. Υπήρχε εκεί για να διαφημίζει το τραγούδι.
Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία, πώς η ιστορία γίνεται σιωπή… Κι ο Μητροπάνος, ένας Σημίτης χωρίς τις ελιές, ένας Nick Cave που τυχαία βρέθηκε στα ζειμπέκικα να κάνει καριέρα ροκ σταρ – ή μήπως είναι το ίδιο; - να του μοιάζει στη ξαστεριά, να πηγαίνουν οι λεβεντιές παρέα, καταστρέφοντας η μία την άλλη. Του άρεσε ο Μητροπάνος.

Όταν ήμουν μικρός ήταν για μένα ένας πελώριος μύθος. Έβγαινε από τις δουλειές, από τις γυναίκες, από τις υποχρεώσεις, με την ευκολία που ανοίγει κανείς την πόρτα του σπιτιού του για να βγει βόλτα. Και κοίταζε πίσω, χαμογελώντας, σαν να επρόκειτο για μια ακόμη ζαβολιά. Ο σταθερός, και ίσως μοναδικός του, σύνδεσμος με την επίγεια πραγματικότητα ήταν ο σύνδεσμος οπαδών της ΑΕΚ. Τον έλεγα «μικρό» γιατί ήμουν σε ηλικία που ήθελα συνεχώς να μεγαλώνω, κι εκείνος το δεχόταν με ευχαρίστηση γιατί ήταν σε ηλικία που του άρεσε να κρύβει χρόνια. Τις Κυριακές με έπιανε απ’ το σβέρκο – όπως οι γάτες βουτάνε τα παιδιά τους – και πηγαίναμε Νέα Φιλαδέλφεια να παρακολουθήσουμε τους αγώνες του Παπαιωάννου, του Πομώνη, του Παπαεμμανουήλ, του Νικολαίδη, του Σκευοφύλακα, του Καραφέσκου, του Βασιλείου, του Τόσκα. Στα δέκα μου γλίστρησα, χωρίς να το θέλω, προς τον πρωταθλητισμό. Το Καραισκάκη ήταν δίπλα μου, έγινα Ολυμπιακός. Δεν μου έκανε ποτέ ένα δηκτικό σχόλιο, δεν παραπονέθηκε ποτέ για την «προδοσία» μου, ίσως γιατί αναγνώριζε ότι στα οκτώ σου δεν είναι δυνατόν να έχεις πλήρως διαμορφώσει οπαδική συνείδηση.
Θυμάμαι ένα αγώνα κυπέλλου, ήμουν πια δεκαοκτώ, ο Ολυμπιακός κέρδισε 1 – 0 μέσα στη Νέα Φιλαδέλφεια, με γκολ του Κοκολάκη στο 85’. Καθόμασταν δίπλα δίπλα, εκείνος με το κίτρινο κασκόλ τυλιγμένο στο λαιμό του, εγώ με το κόκκινο στο χέρι. Έβρεχε σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, είχαμε γίνει μούσκεμα, μου είπε «τα κάναμε μούσκεμα, σήμερα», του είπα «μικρέ, χάσατε» και μπήκαμε στο αμάξι. Πέρασαν πολλά χρόνια, άλλα καλά, άλλα λιγότερο καλά, μεγαλώσαμε κι άλλο. Κι αυτός κι εγώ.


Την προηγούμενη Τετάρτη, η ΑΕΚ έπαιζε στο ΟΑΚΑ τη ρεβάνς με την Ξάνθη για το κύπελλο, ο Πέτρος ήταν φυσικά εκεί. Δεν έλειπε ποτέ απ’ την ομάδα του, μόνο απ’ τη ζωή του. Στο γκολ του Μπλάνκο στο 83, μαζί με την πρόκριση, μια κίτρινη σκάλα έπεσε απ’ τον ουρανό. Τον είδα να την ανεβαίνει σαν ακροβάτης, με πρησμένη κοιλιά: πήγαινε να παραλάβει το κύπελλο. Πριν δέκα χρόνια είχε φτάσει ξανά στον τελικό, ήταν μια ανάσα απ’ το τρόπαιο, το έχασε όμως στις καθυστερήσεις απ’ τους γιατρούς.
Σε κάποια στιγμή η σκάλα σκεπάστηκε απ’ τα καπνογόνα, σαν να κόπηκε απότομα. Τον έχασα, όπως χάνεται η προοπτική στους πίνακες του Τσόκλη, όπως ξηλώνεται ένα σύννεφο απ’ τον ουρανό. Η Τέχνη δεν κατάφερε ποτέ να αλλάξει τον κόσμο, το μόνο που έκανε ήταν να παίρνει συνεχώς παράταση ζωής, να ξεγελάει τον χρόνο. Εκείνος δεν μπόρεσε, έγινε φωτογραφία στο σπίτι της Όλγας. Μα, αυτό είναι προορισμένοι οι άνθρωποι να γίνουν; Φωτογραφίες;

Ο Θεός τώρα του έχει απονείμει το κύπελλο και ο Πέτρος, καμαρωτός, με κείνο το χαμόγελο του αποχαιρετισμού, πανηγυρίζει στα αποδυτήρια, γεμίζοντας το έπαθλο σαμπάνια.
Δεν ήταν κανένας επώνυμος των γραμμάτων, κάποιος μεγάλος στοχαστής που άφησε το αποτύπωμά του στον κόσμο. Ούτε καν κάποιος συγγραφέας που μου άρεσε. Ήταν, όμως, ο αδελφός μου.

δείτε την σελίδα της εφημερίδας εδώ
http://www.readmetro.com/show/en/Athens/20090303/1/7/

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 3 Μαρτίου 2009

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

I’ VE GOT TO GET OUT OF HERE



( Στοά του Βιβλίου, Αίθουσα Λόγου, Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2008, 20.00μμ )


Πάνω που έλεγα, ότι η χαλάρωση είναι μια λέξη, σπάνια μεν, αλλά πραγματική, φτάνει κανείς με κόπο στο ραντεβού του μαζί της, αλλά γίνεται, να ακούσω τις δυνατές μουσικές μου, να φάω πατάτες τηγανιτές μπροστά στη τηλεόραση, το δέκα πράγματα συγχρόνως πέθανε, το μπλοκάκι δεν λέει και πολλά πράγματα σήμερα, η Αγγελική από την άλλη άκρη του σύρματος, βραχνιασμένη, μα, που είσαι επιτέλους, σε μισή ώρα αρχίζουμε, την άκουγα έκπληκτος, υπνωτισμένος, δεν καταλάβαινα και πολλά, δεν τα πολυβγάζεις πέρα με την Αγγελική, -τι να αρχίζουμε άραγε; Μετά θυμήθηκα: είχα υποσχεθεί, πριν 15 μέρες να διαβάσω κάποια ποιήματα στη Στοά, έτσι γενικώς. Ε, λοιπόν, ήταν η μέρα.
Πάνε οι μουσικές, τα σχέδια, οι πατάτες, η θεωρία περί ξεκούρασης, the dream is broken, ανφόρτσιουνατλι, για την ακρίβεια έγινε κομμάτια, μόλις είχα αρχίσει να βλέπω την τελευταία ταινία του Νικολαίδη στο DVD, φοβερή, I’ ve got to get out of here έλεγε το τραγούδι του τίτλου, το έγραψε ο γιός του, την είχα καταβρεί με το «The zero years», με τις γκόμενες που δέρνανε και σάρωναν τα καρέ, εφιαλτική κοινωνία, κλειστοφοβική, στειρωμένες γυναίκες, λέω, τώρα θα μπουκάρει και ο Κωνσταντίνος ξαφνικά, με καρώ σιδερωμένο παντελόνι σωλήνα και σουέτ μποτίνι, από πάνω άσπρη καπαρντίνα με σηκωμένο γιακά, να γίνει χαμός, έβλεπα το μέλλον να έρχεται καταπάνω μας και θα πήγαινα να διαβάσω ποιήματα; Αυτά τα I’ ve got to get out of here είναι επικίνδυνα πράγματα – άσε που μένουν όνειρα. Ασπρόμαυρα, βασανιστικά, υποβρύχια.

Έτσι, πήγα. Ποίηση της νέας χιλιετίας και άλλα συναφή, τους λέω εγώ είμαι της παλιάς, αλλά τι να κάνουμε τώρα, ήταν διάφοροι ποιητές, ένας μου είπε αχ τι ωραία, κάποια που δεν θυμόμουνα καθόλου μου έδωσε ένα φιλί, βρήκα μια κάρτα στο χέρι μου μ’ ένα τηλέφωνο, στο τέλος είχε και κολοκυθόσουπα, ε, βέβαια. Λέω από μέσα μου κι άλλη σούπα, όχι, θεέ μου, πότε απαγόρευσαν το αλκοόλ;
Μετά πήγαμε σε κάποια ταβέρνα στο κέντρο, σημαντικοί και τέτοια κι αρχίσανε τα κρασιά και τα παράπονα να τρέχουν απ’ τους ασήμαντους λαιμούς μας, και έτρεχε και ο Τάκης σαν έφηβος μέσα στην εγγλέζικη καπαρντίνα του, I’ ve got to get out of here - αυτό ξαναπέστο -, και μας πήρε πάλι το πρωί, και τα χρόνια, χαράματα χρόνια, και καπνίσαμε πάλι όσο αντέχαμε, και ζήσανε αυτοί καλά και μεις χειρότερα. Ή μη χειρότερα.

Στις εφημερίδες την επομένη, είδα τον Παπανδρέου να κλαίει απ’ τα δακρυγόνα. «Τα θαλάσσωσα» παραδέχτηκε ο Ομπάμα που πήγε να υπουργοποιήσει δυο φοροφυγάδες. Αμερική και Ευρώπη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση με απολύσεις και λογιστικά πρότυπα - it’s too late. Τρώμε, φυσικά, δηλητηριασμένα ψάρια. Υδράργυρο, κάδμιο, μόλυβδο - μαζί με την τιμή του μολύβδου, ανεβαίνει και η τιμή της αμόλυβδης. Από πρατήριο σε πρατήριο. Παρόλα αυτά γεννάμε, είναι στη φύση μας, δεν φτάσαμε ακόμα στον Νικολαίδη. Αποποινικοποιούνται τα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία μέχρι 150.000 ευρώ, αναγγέλουν με στόμφο το τέλος της προσωποκράτησης. Καλά, εντάξει, σάμπως τα 4 δις τα χρωστάγαμε στα ταμεία εμείς των 700, 1000 και 1200 ευρώ.

Στην Ιταλία, οι καθολικοί θυμήθηκαν τον ακτιβισμό και διαδηλώνουν νυχθημερόν, κάτω από την κλινική «Λα Κουιέτε» στο Ούντινε. Το Βατικανό δεν αστειεύεται. Σ’ ένα δωμάτιο, η 37χρονη Ελουάνα, που βρίσκεται σε κώμα 17 χρόνια, προσπαθεί να τελειώσει. Δεν την αφήνουν, ονομάζουν την διακοπή σίτισης, «ειδεχθές έγκλημα».
Χθες τα κατάφερε. Το σκασε. Ο Μπερλουσκόνι δήλωσε ότι δολοφονήθηκε από την οικογένειά της. Κατακόκκινος απ’ την ντροπή.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 12-02-09
δείτε εδώ όλο το κείμενο στη metro

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ


(επιθυμητή η γονική συναίνεση)

Το σώμα σου
Ήταν σπαρμένο αχινούς
Ανάμεσα σε φύκια και μυρωδιές
Από πεταμένα κοχύλια
Έπρεπε να προσέχω που πατάω

Η μήτρα σου
Ένα αναποδογυρισμένο δωμάτιο με
Ανοιγμένες κουρτίνες
Άδειαζε τις υπεροχές της
Στο πρόσωπό μου
Με γέμιζε χρυσόψαρα

Ο καθένας
Έχει τη δική του θάλασσα

Είπες

Έλειπαν τα έγχορδα
Σ’ αυτή τη συμφωνία
Ίσως γι αυτό
Ο έρωτας

Κατέληξε τελικά
-Όντας εθνικόφρων –
Με ξελιγωμένα παπούτσια

Μια ξεπερασμένη συνήθεια

Ανακύκλωσης


(από το βιβλίο ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ.Μεταίχμιο)

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ ΤΟΥ




Απ’ όλο αυτό το πανηγύρι
Με τα σφαχτά
Την εγκύκλιο θέρμη των ανέμων
Τους μισθοφόρους του ήλιου
Με τα γυαλισμένα περίστροφα
Και τα ισόγεια πόδια
Των γυναικών
Έμειναν μόνο
Οι ουράνιες ρεκλάμες της αγάπης

Κι ένα μικρό παιδί

Που κάποτε μου χάρισε
-Στα κρυφά –

Το κοχύλι του

(από το βιβλίο ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, Μεταίχμιο 2009)

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΤΖΑΖ













Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Σαββάτο 17 Ιανουαρίου 2009


ΟΤΑΝ μπήκα στο Μέγαρο – παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις – ήταν είκοσι λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. Ο Θάνος Μικρούτσικος κάπνιζε την πίπα του πάνω στο λευκό μάρμαρο του Μεγάρου, έξω από την αίθουσα που θα έπαιζε ο Gilad Atzmon. Έμοιαζε με τον Χέμινγουεη. Με χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού του κι ένα εγκάρδιο χαμόγελο. Ανταπέδωσα και προχώρησα προς τα μέσα. Χάζεψα λίγο στο σταντ όπου λειτουργούσε μπαζάρ με παλιά βινύλια, περιοδικά και βιβλία – είχα ώρα. Βρισκόμουν ανάμεσα στις ωραιότερες γυναίκες του κόσμου. Η ωραιότερη, πάντως, κρεμόταν από το μπράτσο του Κωνσταντίνου Τζούμα, που έβγαινε χαμογελαστός, με ατσαλάκωτο βήμα και απαράμιλλο στυλ από την συναυλία του Γιώργου Φακανά.
Buona sera, Stavros! Come stai? άρχισε τα ιταλικά του ο Κωνσταντίνος, συστήνοντας με στην ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Του είπα να κάτσει για τον Atzmon, αλλά μου είπε ότι πλέον, αποσύρεται νωρίς. Εμένα δεν με συνόδευε καμία ωραία γυναίκα. Αν με συνόδευε, το πιθανότερο ήταν να αποσυρόμουν κι εγώ νωρίς – ας με συγχωρούσε ο Atzmon. Θυμήθηκα την φράση του Κωνσταντίνου στο «Ως εκ θαύματος»: «Ναι, η ζωή μας έχει πολλή μαγεία, που έρχεται από κει που δεν την περιμένεις». Η νύχτα ανοιγόταν μπροστά μας, με τα κατάλευκα πέπλα της, στρωμένη υποσχέσεις.

Αργότερα, καθώς στριμωχνόμουν στο πλήθος, περιμένοντας να ανοίξει η πόρτα της αίθουσας για να μπούμε, είπα στον Χάρη ότι θα πρεπε να ντρεπόμαστε που ήρθαμε να παρακολουθήσουμε το κονσέρτο ενός Ισραηλινού σαξοφωνίστα, την στιγμή που η Γάζα έχει ισοπεδωθεί. Κάποιος φρόντισε να με πληροφορήσει ότι ο Atzmon είναι ένας βαθιά πολιτικοποιημένος μουσικός που μάχεται για τα δικαιώματα του Παλαιστινιακού λαού. Σα να μην το ξερα. Του είπα ότι απλώς, φοβάμαι τρομοκρατική ενέργεια της Χαμάς και έψαχνα ήδη, με την άκρη του μυαλού μου, έξοδο διαφυγής. Τελικά η τρομοκρατική ενέργεια συνέβη επί σκηνής, όταν το σαξόφωνο του Atzmon πήρε φωτιά, καίγοντας και τα τελευταία υπολείμματα φόβου που είχα.
Μετά, ο Πατερέλης και ο Marcus Roberts, σε παράπλευρες αίθουσες, ανέλαβαν δράση. Πήγαινα απ’ τον ένα στον άλλον, μη μπορώντας να πιστέψω αυτό που συνέβαινε. Δεν γίνονται αυτά, έλεγα και ξανάλεγα, ακολουθώντας με το στόμα μου το σόλο του τυφλού Roberts στο πιάνο. Ο «ιερός» χώρος του Μεγάρου είχε ξαφνικά καταληφθεί από διάφορους μυστήριους τύπους με πολύχρωμα κασκόλ, σκισμένα τζιν και σκουλαρίκια. Λικνίζονταν στους ήχους της τζαζ, ανάμεσα σε ιστορικά εξώφυλλα της Blue Note που γιόρταζε τα 70 χρόνια της. Θύμιζε κακόφημο μπαρ, σε κάποιο απομονωμένο στενό της Νέας Ορλεάνης, που λογικά θα φοβόσουν να διασχίσεις μόνος.

Τραπεζάκια με ποτά, μωβ φώτα, άμα θες να καπνίσεις βγαίνεις έξω. Βγαίνω. Στην απέναντι πλευρά του διαδρόμου, στο άλλο σταχτοδοχείο, ένα εκπληκτικό γυναικείο κορμί, μέσα σε ένα τζιν, καπνίζει κι αυτό. Την κοιτάζω, να λιποθυμήσω τώρα; Δεν δείχνει χαρούμενη, κατά πάσα πιθανότητα όμως θα γίνει σε λίγα χρόνια. Όταν γίνει μαμά. Εγώ δεν έχω πολλές ελπίδες. Αυτός που έπεισε τις γυναίκες να ντύνονται με παντελόνια, εγκλημάτισε κατά της ανθρωπότητας.
Ακούω ένα σόλο μπάσο και ξαναμπαίνω. Εδώ ήμαστε. Είναι 4.15 τα ξημερώματα, νυστάζω, αρχίζει ένα τρελό τζαμάρισμα, μια ευλογία πνευστών, ένας δαιμονικός γάμος των σημαντικότερων ελλήνων μουσικών της τζαζ με σπουδαία ονόματα της διεθνούς σκηνής, τα μάτια μου ανοίγουν, γίνονται καλειδοσκόπια για να χωρέσουν αυτά που βλέπουν. Θα χρειαστώ την βοήθεια του κοινού.
Κάποιος από το πλήθος, έβγαλε ένα σαξόφωνο απ’ τη τσέπη του – όπως βγάζει κανείς το πακέτο με τα τσιγάρα του – και άρχισε να συνοδεύει τον Atzmon στο σόλο του. Ήταν πάνω από εξήντα. Η γυναίκα που καθόταν δίπλα του - με αποστεωμένο κορμί - ήταν κι αυτή ίδιας δεκαετίας. Παρότι είχε γύρει το κεφάλι της, που κρεμόταν στους ώμους, και κοιμόταν, το αριστερό της πόδι παλλόταν σύμφωνα με το ριφ του σαξοφώνου του άντρα της. Η αγάπη έβρισκε, μάλλον, τον καλύτερο ορισμό της.

Όταν πια βγήκα, εξουθενωμένος, στις 6 παρά 10 το ξημέρωμα, έξω είχε αρχίσει να φέγγει. Πλέον, όμως, είχε αρχίσει -δειλά δειλά-, να φέγγει και μέσα μου.

δείτε την σελίδα εδώ
Σταύρος Σταυρόπουλος, "ΑΠΟΨΗ", εφημ. metro 21-01-2009

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ


Αύριο, Τρίτη 20 Ιανουαρίου, από τις 19.00 - 21.00μμ, θα βρίσκομαι στον "Ιανό", στα πλαίσια του κύκλου εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου, όπου σημαντικοί άνθρωποι του πολιτισμού, μπαίνουν για λίγες ώρες στη θέση των βιβλιοπωλών και προτείνουν εκείνοι τα αγαπημένα τους βιβλία και cd, συζητούν με το κοινό και υπογράφουν τα δικά τους βιβλία.


Στο κοινό που θα έρθει, εξαιρετικά για την περίπτωση, θα μοιραστούν δωρεάν αντίτυπα από το εκτός εμπορίου βιβλίο μου Unplugged (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2009). Η συλλεκτική αυτή έκδοση περιλαμβάνει πέντε συνεντεύξεις, ένα ανέκδοτο κείμενο, ένα ανέκδοτο ποίημα, καθώς και ένα χειρόγραφο από Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου.

ΒΛΕΠΕ ΣΤΟ SITE ΤΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ

ΤΟΥ Ε.ΚΕ.ΒΙ

ΚΙ ΕΔΩ

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ: ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑ ΜΕ ΡΟΚ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ


(η ομιλία της Τιτίκας Δημητρούλια στον "Ιανό", το βράδυ της 14ης Ιανουαρίου, για το βιβλίο μου Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν)

Καλησπέρα σας,

Η επιθυμία μου να μιλήσω σήμερα για τα δημοσιευμένα στον τύπο κείμενα που συγκέντρωσε ο Σταύρος Σταυρόπουλος στο βιβλίο Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν, κείμενα εν πολλοίς αυτοβιογραφικά, προσωπικά, υποκειμενικά, κείμενα-ματιές στον μέσα και στον έξω κόσμο ενός ανθρώπου που μιλώντας για την εμπειρία και την οπτική του χτίζει γέφυρες με τους άλλους, έχει να κάνει κατά πρώτον με τα κείμενα αυτά ως είδος λόγου.
Σχετίζεται δηλαδή με την ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα φύση των κειμένων που δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά, είτε σε μόνιμες στήλες είτε όχι, και επανέρχονται σε σκηνές του καθ’ ημέραν βίου και σε αισθήματα, σε καλλιτεχνικά αντικείμενα και κρίσιμα γεγονότα, πάντα μετέωρα, ενδιάμεσα, διερωτητικά, ένα απλωμένο χέρι διαλόγου προς τον αναγνώστη.

Κείμενα που κινούνται ανάμεσα στο δημοσιογραφικό και το λογοτεχνικό λόγο, προϋποθέτουν το ύφος, αλλά και αναδέχονται την ποιητικότητα, όπως αποδεικνύεται και από την παρούσα συναγωγή.
Πολύτιμα ερείσματα του τύπου σε μια εποχή που το ηλεκτρονικό και το οπτικοακουστικό καλύπτει και με το παραπάνω την ενημέρωση, αναλαμβάνει τη γνωστοποίηση του γεγονότος με όρους που το έντυπο αδυνατεί να συναγωνιστεί, αυτά τα κείμενα άποψης και γνώμης εμβαθύνουν και επεκτείνουν, ψιθυρίζουν ή κραυγάζουν, υποκείμενα στους περιορισμούς του χρόνου (προθεσμία) αλλά και του συγκεκριμένου αριθμού των λέξεων, μετακινούν διαρκώς τα όρια που χωρίζουν το δημοσιογραφικό από το λογοτεχνικό, όρια εξ ορισμού ρευστά και σίγουρα διαπερατά.

Η προσωπική μου άποψη είναι ότι τα όρια αυτά υποχωρούν, εξαφανίζονται ή ενισχύονται στο ύφος του εκάστοτε τεχνίτη της γραφής, κατά περίπτωση, και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η δημοσιογραφία τα αγκιστρώνει στο παρόν, η ενδεχόμενη λογοτεχνικότητα τα απελευθερώνει στο μέλλον, μετατρέποντάς τα από συγκεκριμένες, απτές μαρτυρίες του επικαιρικού και του προσωπικού σε καθόλου αποτυπώσεις της ατμόσφαιρας μιας εποχής.

Καθώς ο χρόνος είναι ο υπέρτατος κριτής και όχι η κριτική, την οποία οι συγγραφείς σταθερά απεχθάνονται, όπως φαίνεται και από τα κείμενα του Σταυρόπουλου αλλά και πλείστων άλλων, ως ανίκανη, πουλημένη, διαπλεκόμενη και προκατειλημμένη και όλα τα συναφή – σε σημείο να αναρωτιέται κάθε φορά ο κριτικός προς τι η απεύθυνση στο πρόσωπό του και να καθησυχάζεται, προφανώς, ότι αυτός κάνει τη διαφορά, σε ένα σχήμα τόσο τυπικό όσο και η μόνιμη αυτή μεμψιμοιρία κατά της κριτικής – δεν θα ήθελα να αποφανθώ για τη διαχρονικότητα κειμένων που δεν έχουν ακόμα κλείσει καλά-καλά μια δεκαετία ζωής.

Έχω την υποψία, την αίσθηση θα έλεγα ότι η ποιητικότητα, η οποία χαρακτηρίζει κάποιες κατηγορίες από αυτά, θα λειτουργήσει υπέρ τους στο χρόνο. Η ταχύτητα των αλλαγών άλλωστε στον καιρό μας, η αλλαγή των αναγνωστικών συμπεριφορών, που ευνοεί τη σύνοψη και τη συνοπτικότητα, δεν ξέρουμε ακόμα πού θα οδηγήσει.

Αντιθέτως, αυτό που μπορώ μετά βεβαιότητας να κάνω είναι να εντοπίσω κάποια χαρακτηριστικά των κειμένων αυτών, κειμένων που προφανώς κερδίζουν το στοίχημα που προανέφερα, όσον αφορά τη διάκριση δημοσιογραφικού και λογοτεχνικού λόγου, όσο και την προσοχή του ειδικού κοινού στο οποίο αναφέρονται: τους ανθρώπους μιας γενιάς αλλά και μιας αισθητικής γενικότερα της διαρκούς εφηβείας και εξέγερσης, με ροκ υπόκρουση.

Μοιρασμένα σε χρώματα που λίγο ακόμα και θα έφτιαχναν το ουράνιο τόξο, κάτι υπερβολικά τέλειο όμως για την οπτική του Σταυρόπουλου, τα κείμενά του κινούνται ανάμεσα στο ημερολόγιο, την αυτοβιογραφία, την κριτική, χαράσσοντας ένα μονοπάτι έντονης εκφραστικότητας σε κάθε περίπτωση, είτε μιλούν για τη χαμένη αθωότητα, τον έρωτα, τον Μπους ή την 17 Νοέμβρη.

Στο κόκκινο, η επιθυμία και η διάψευσή της, η παραφορά και η αναγκαστική αποδοχή του αμετάκλητου, το όνειρο, κείμενα που σε μια άλλη ζωή ήταν σίγουρα ποιήματα, ή θα μπορούσαν να γίνουν στη μετενσάρκωσή τους, λυρικά και ρομαντικά, απελπισμένα και ανεπίδεκτα ωστόσο μαθήσεως, πάντα με την κρυφή προσδοκία να τα στοιχειώνει στο κενό της σελίδας που περισσεύει.

Στο πορτοκαλί, εκείνα που στην άλλη τους ζωή θα μπορούσαν να γίνουν διηγήματα, συσχετίζοντας το ιδιωτικό με το δημόσιο, στο οποίο το προσωπικό συναιρείται με την εμπειρία του άλλου στην πολιτεία, στην αγορά, στις τυχαίες και σημαίνουσες συναντήσεις.

Πράσινο και μπλε, κοντινά χρώματα, κοντινές θεματικές, πρόσωπα, της μουσικής και της λογοτεχνίας, Λέοναρντ Κοέν, Ίγκυ Ποπ, Μπομπ Ντύλαν, Γιώργος Χειμωνάς, Νίκος Νικολαΐδης, Κατερίνα Γώγου, Τζακ Κέρουακ, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Σίντ Βίσιους, Κέρτ Κομπέιν, Μάιλς Ντέιβις και Ορνέτ Κόλμαν: απαριθμώ πρόχειρα και με παραλείψεις και ο κατάλογος από μόνος του σημαίνει, δημιουργεί το πλαίσιο μιας συνομιλίας στην οποία ο αναγνώστης προσέρχεται επειδή ακριβώς μοιράζεται κοινές αγάπες, κοινές έγνοιες, μια κοινή αντίληψη του κλασικού και του αντίποδά του, που όμως με άλλους όρους πληροί τα ίδια κριτήρια.
Ένα παράδειγμα, η ανάδειξη της φωνής της Κατερίνας Γώγου. Ένα άλλο παράδειγμα η α-πορία ως προς τον ορισμό της πρωτοπορίας σήμερα, παρά τα πρότυπα και τις αναφορές. Και μέσα από τον καθαγιασμό, το εικονοστάσι επωνύμων αγίων του Σταυρόπουλου, μια διαρκής υπόμνηση του χρόνου που περνά, που πέρασε συντροφιά με όλους αυτούς, ανεπιστρεπτί.

Τα πρόσωπα αυτά, που στοιχειώνουν όλα τα κείμενα στην πραγματικότητα, όπως και οι μουσικές του τέλους, είναι σελίδες και εικονίσματα, δίσκοι και προσευχές, επωδοί που ξορκίζουν τη φθορά του σώματος και της μορφής που είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι, και ακόμα περισσότερο τη φθορά του κόσμου, που σα να βαδίζει σε ένα απρόβλεπτο ταξίδι του χαμού. Ημερολόγια καταστρώματος στο ταξίδι αυτό, τα μωβ κείμενα, η πολιτική κατάσταση, η τόσο επίκαιρη Αμερική, η τόσο επίκαιρη Παλαιστίνη και η εξίσου επίκαιρη τρομοκρατία: κάποια κείμενα του βιβλίου γίνονται πράγματι ζωή, πριν καλά-καλά μεγαλώσουν. Για το κακό και το χειρότερο όμως.

Ας ελπίσουμε ότι με τα ίδια ακριβώς μαγικά θα έρθει σύντομα η «μέρα που θα γεννηθούν οι νέοι σπόροι. Θα βλαστήσουν ανάμεσα στις ρωγμές του σήμερα και θα αναρριχηθούν, κουβαλώντας τον νέο λόγο. Θα είναι ήρεμοι, σχεδόν απαθείς και δεν θα μιλούν για πρωτοπορία. Το βλέμμα τους θα μοιάζει λίγο με το δικό μας, αλλά θα είναι πιο διάφανο, πιο καθαρό. Θα καθρεφτίζει μέσα του λίγη απ’ τη μαγεία και την αρμονία του σύμπαντος», όπως λέει ο συγγραφέας, προτρέποντάς μας να τους φοβηθούμε, να φοβηθούμε προφανώς την ανατροπή που θα φέρουν και την οποία όμως προσδοκούμε.

Αφήνω για το τέλος τα κείμενα περί του νεοελληνικού λογοτεχνικού θεσμού, περί συγγραφέων, εκδοτών και κριτικών, με την αναμενόμενη δριμεία καταδίκη όλων των κακώς κειμένων του χώρου – οι αφορισμοί όμως έχουν ένα χαρακτηριστικό, που συχνά παραγνωρίζεται, αναπαράγουν ως εκ της φύσεώς τους τα σχήματα που ψέγουν, για πολλούς και ποικίλους λόγους.
Ανάμεσα στις καταγγελίες και τις διαμαρτυρίες όμως, που συχνά δεν είναι αβάσιμες, συγγραφείς και βιβλία ως οδόσημα: στην πραγματικότητα το βιβλίο του Σταυρόπουλου είναι σαν τους κύκλους που κάνει μια πέτρα όταν πέφτει στα γαλανά νερά των νησιών του, στα καθάρια πέλαγα των ανέμελων ή οδυνηρών καλοκαιριών: ο μικρότερος κύκλος, το κόκκινο, έπειτα το πορτοκαλί, μετά το κίτρινο, μεγαλύτεροι οι κύκλοι που σχηματίζει το μπλε και το πράσινο, και τέλος το μωβ.

Το μωβ, η σκοτεινιά της φοβερής εποχής που έχει προ πολλού ανατείλει και την κοιτάζουμε έκθαμβοι και ανήμποροι, η φρίκη του πολέμου, η ανατροπή των ισορροπιών, το δίκαιο του ισχυροτέρου, η σκλήρυνση της αριστερής σκέψης και οι εκτροπές της, το εκρηκτικό κοκτέιλ που σήμερα πια στεφανώνεται από το επικείμενο κραχ και παράγει βία. Στοιχεία μιας πολιτικής που αναζητά το πρόσωπό της, όπως τα νέα παιδιά το Δεκέμβρη που μας πέρασε. Το μπλε και το πράσινο, οι σταθερές, οι αναφορές, οι ακρογωνιαίοι λίθοι μιας αισθητικής. Το κίτρινο, η επικαιρότητα και η εντοπιότητα. Το πορτοκαλί, η πόλη, οι άλλοι, το κέντρο και το περιθώριο, η σύμβαση, ο κομφορισμός, το νησί ως ουτοπία συγκερασμού της διαμελισμένης αστικής ύπαρξης, ψευδαίσθηση του φυσικού ανθρώπου. Το κόκκινο, ο ατμός, ο καπνός, η πυρκαγιά, το πάθος, το φουσκωμένο ποτάμι της πίκρας, του αδιέξοδου, της μνήμης, της επιθυμίας, του αιτήματος για ουρανό.

Διότι όλα τα κείμενα του Σταυρόπουλου καταθέτουν, όπως και τα ποιήματά του, αυτό το αίτημα για ουρανό, για το γαλάζιο που λείπει, από τη δική του ζωή και τις δικές μας, παρά την παραμυθία των ήχων και των στίχων: «ας μην το κρύβουμε/διψάμε για ουρανό», λέει ο Σαχτούρης στο «Ψωμί». Κι ο ουρανός είναι όλα τα ακριβά, τα πολύτιμα, τα καλά, η ελευθερία που ασμένως αυτοθυσιάζεται στον τρελό έρωτα, η συντροφικότητα, η φύση στην καλή της ώρα και όχι δηλωμένη και κατακαμμένη, η πόλη ως ιστός συνδετικός και όχι της αράχνης, η τέχνη ως συστατικό της ζωής και της καθημερινότητας και όχι ως συμπλήρωμα ή, το χείρον, ως ναρκισσιστικός αυτοσκοπός, η ειρήνη, η καλή σιωπή, αυτή που γεννά και όχι εκείνη που σκοτώνει.

Σας ευχαριστώ

Τιτίκα Δημητρούλια