Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ





Έσείς πού βρήκατε τόν άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι νά σάς σφίγγει τρυφερά,
κι έναν ώμο ν' άκουμπάτε τήν πίκρα σας,
ένα κορμί νά ύπερασπίζει τήν έξαψή σας,


κοκκινίσατε άραγε γιά τήν τόση εύτυχία σας ,
έστω καί μιά φορά ;
 

είπατε νά κρατήσετε ένός λεπτού σιγή
γιά τούς άπεγνωσμένους ;



Ντίνος Χριστιανόπουλος



Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΑΚΡΙΒΟ ΘΗΛΥ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ σημαίνει folie a deux – η τρέλα των παθιασμένων. Σημαίνει το κρηπίδωμα των λέξεων που αντέχει διά της κατάρρευσης. Είναι η σιωπή πριν καν εφευρεθεί. Είναι η εγγύτητα που αποδιώχνει και η άρνηση που λάμπει με την οικειότητα μιας κατάφασης. Ολομόναχοι μαζί σημαίνει να στέλνεις ανεπίδοτα γράμματα/λέξεις/στίχους/μνημονικά και μνημόσυνα ημερών και γραπτών σε εκείνο το ακριβό θήλυ –το πιο σκοτεινό και μακρινό και θελκτικό μέσω της εξαπάτησης-, τη γυναίκα ποίηση, την ποίηση που στιγμιαία εκλογικεύεται σε ένα σώμα, σε ένα περίγραμμα γυναίκας. Μα, επιδεικνύοντας την άφατη ομορφιά της, σχεδόν κολασμένη, να γίνεται απροσμέτρητη και δια τούτο απόμακρη και μηδέποτε προσεγγίσιμη με τα μέτρα ενός δανδή ερωτευμένου που επιθυμεί με την καρδιά και το νου να την κατακτήσει.

ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ είναι να χρειάζεται να περάσει ο ποιητής όλη την έρημο των λέξεων που μπορούν να σκεπάσουν ένα στήθος, να γίνει η κατιούσα του εαυτού του, να επινοεί ακαταπαύστως τον πυρήνα του με την αφή των στίχων, να μην είναι ζήτημα καίριο ο χρόνος, αλλά η σφοδρή επιθυμία μιας άλλης τάξης ρυθμού: του απόλυτα ποιητικού.

Ο ποιητής δεν είναι τα διαβάσματά του, δεν είναι τα δημιουργήματά του: είναι εκείνο που κάποτε είδε και δεν έπιασε. Εκείνη η διαλάμπουσα ιδιότητα ενός άλλου κόσμου, σχεδόν οραματικού, που μέσα του καλλιέργησε –σε παρελθόντα και μέλλοντα (ά)χρονο-, την ανάγκη να περιγράψει μια μικρή φλόγα. Αν η ποίηση είναι αυτό το φως, ο ποιητής είναι ο φορέας μόλις μιας μικρής λάμψης. Δεν είναι κατακτητής διότι δεν υπάρχει κάτι κατακτήσιμο. Κι όμως είναι ένα προνομιακό υποκείμενο – είναι σε θέση (κάποιες φορές, όχι πάντα) να συνομιλήσει με το ακατόρθωτο του λόγου που συνιστά ποίηση. Εντέλει να γράψει σε μια κάποια γλώσσα για τη λατρεία του ωραίου (Schöngeisterei).

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος κλείνει την τετραλογία μύησης σε αυτή την τέχνη της θωπείας, της έλξης, της άπωσης, του σιγάν της ποίησης και της λάλουσας ύπαρξής της, με τη συλλογή «Ολομόναχοι μαζί» που μοιάζει με παθιασμένα, φλογερά billet doux: ραβασάκια ενός πλανημένου ερωτιδέα, ενός αθεράπευτου γητεμένου, μιας ψυχής που δεν βρίσκει άκρη να κατασιγάσει τα πάθη της, που αναφλέγεται εξωλεκτικά.

Η συλλογή διαβάζεται με τις δύο όψεις της: με την ακραιφνώς ερωτική φωτεινότητα που την περιβάλλει (αφού προηγουμένως έχει χρειαστεί να αναμετρηθεί με σκότη καταχθόνια και αποκαρδιωτικά), αλλά και με τη ζέση του θεράποντα της ποίησης. Και στις δύο εκφάνσεις η θηλυκή πλευρά επελαύνει, κρούει, διαμελίζει, προσεγγίζει, αφίσταται και αντιστέκεται, προσδένεται και αφαιμάσσει, δονεί και συνάμα παρηγορεί. Πάνω από όλα στηρίζει έναν κόσμο, φτιάχνει έναν κόσμο εκεί που δεν υπάρχει και δίχως αυτήν ποτέ δεν θα γινόταν απτός αλλά και συνάμα αφαιρετικός.

Η ποίηση του Σταυρόπουλου είναι ενεργητική, γεμάτη εξάρσεις και ξεπετάγματα, οξύηχα μηνύματα και λεκτικές οκτάβες έκπληξης. Δεν συνομιλεί μόνο με το ποιητικό σώμα των προηγούμενων, κατέχεται από τον σκοπό να συνομιλήσει με το ίδιο το κινούν αίτιο: την ποίηση των ποιητών ή, αλλιώς, με εκείνο το τυφλό σημείο ακαριαίας (ακραίας) ταύτισης των λέξεων με το ασχημάτιστο της ποίησης. Μια τέτοια ποίηση δεν μπορεί παρά να ρέει με ένα τέμπο ελεύθερης τζαζ (τζαμαρίσματος στα όρια του αυτοσχεδιασμού). Δεν απευθύνεται σε μια οποιαδήποτε μορφή, αλλά σε ένα σώμα μεταφυσικό. Ο ποιητής δεν είναι ζηλωτής της δύναμής του, αλλά η αντήχηση μιας θαυμαστής αδυναμίας. Δεν κουβαλάει ποίηση, δεν γεννάει ποίηση, αποζητάει από εκείνη να τον φέρει στο φως. 

ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ σημαίνει θα είμαστε για πάντα μαζί σε σημείο που μπορεί να μην γνωριστούμε ποτέ. Διότι το πάντα και το ποτέ είναι τα δύο άλυτα αινίγματα της ζωής, άρα και της δημιουργίας.

Την ποίηση του Σταυρόπουλου πρέπει να την αφουγκραστείς πριν την διαβάσεις. Να επαγρυπνείς καθώς την μελετάς, να την τραγουδάς σαν να είναι συριστική καταιγίδα και τελικά να την αφήνεις να δράσει μέσα του σαν μια διαπερατή μεμβράνη μέσα από την οποία σε τρυπάει η μικρή φλόγα του ποιητή. Το μόνο κέρδος του από το ολόλαμπρο κρύσταλλο της ποίησης.


Διονύσης Μαρίνος
Fractal, 21 Ιανουαρίου 2015


*Ευχαριστώ τον Διονύση Μαρίνο και το περιοδικό Fractal για την δημοσίευση αυτής της κριτικής ματιάς. 



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ
http://fractalart.gr/stavros-stavropoulos/



Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

ΣΤΟΜΑ ΓΕΜΑΤΟ ΑΠΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ: ΕΝΑ ΜΟΝΟ ΣΑΛΙΟ





Σου αγγίζω το στόμα, μ' ένα δάχτυλο αγγίζω την άκρη απ' το στόμα σου, τη σχεδιάζω λίγο λίγο, σαν να πρόβαλε από το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισάνοιγε για πρώτη φορά, και μου φτάνει να κλείσω το μάτια για να τα σβήσω όλα και να ξαναρχίσω, κάνω να γεννηθεί κάθε φορά το στόμα που θέλω, το στόμα που το χέρι μου διαλέγει και σου σχεδιάζει στο πρόσωπο, ένα στόμα διαλεγμένο ανάμεσα σε άλλα, με κυρίαρχη ελευθερία διαλεγμένη από μένα για να το σχεδιάσω με το χέρι μου στο πρόσωπό σου, και από μια τύχη που δεν ψάχνω να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από αυτό που το χέρι μου σου σχεδιάζει. Με κοιτάς, από κοντά με κοιτάς, κάθε φορά από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε από κάθε φορά και πιο κοντά και τα μάτια μας μεγεθύνονται, πλησιάζουν μεταξύ τους, σωφιλιάζονται και οι κύκλωπες κοιτάζονται, ανασαίνοντας μπερδεμένοι, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν χλιαρά, δαγκώνονται με τα χείλη, αφήνοντας μόλις τη γλώσσα στα δόντια, παίζοντας στις φραγές τους όπου ένας αέρας βαρύς πηγαινοέρχεται με ένα άρωμα παλιό και μια σιωπή. Τότε τα χέρια μου ψάχνουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να θωπεύσουν αργά τη βαθύτητα των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν να είχαμε το στόμα γεμάτο από λουλούδια, από ψάρια, από κινήσεις ζωηρές, από μυρωδιά σκοτεινή. Κι αν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός, κι αν πνιγόμαστε σε μια σύντομη και τρομερή απορρόφηση ταυτόχρονη της ανάσας, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι ωραίος. Και υπάρχει ένα μόνο σάλιο και μια γεύση μόνο από φρούτα ώριμα , κι εγώ σε νιώθω να τρέμεις πάνω μου σαν μια σελήνη στο νερό.


JULIO CORTAZAR (1914 - 1984)
Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

ΜΙΑ ΖΩΗ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ







Ρόναλντ Χέυμαν: Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβια Πλάθ,

Βιογραφία, Εκδόσεις Μελάνι 2005, σελ 451

Μετάφραση:Έφη Φρυδά



Ένας αγώνας μέχρι θανάτου


Ο Τέντ Χιούζ (1930-1998) κι η Σύλβια Πλάθ (1932-1963) υπήρξαν το διασημότερο ζευγάρι ποιητών στη δυτική λογοτεχνία. Δεν έχασαν ποτέ το πάθος και τον ερασιτεχνισμό τους, έγραψαν γι’ αυτούς τους ίδιους, για ανάγκες και καταστάσεις που φλέγονταν, διατήρησαν την τελετουργικότητα των πρώιμων ποιημάτων τους ως το τέλος, είδαν τον κόσμο μέσα απ’ τη νεύρωσή τους και αποτύπωσαν στο έργο τους μια νοσηρότητα που ήταν ευγενικά προσωπική, αναπόφευκτη και πεισματώδης. Ειδωλολάτρης ο Χιουζ και παγανιστής, σημάδεψε την αγριότητα, για να την αναδείξει μεταπολεμικά σε στοιχείο της ηθικής και φυσικής προσέγγισης της ζωής. Η Πλάθ άντλησε απ’ τον «άρρωστο» εαυτό μας, εξωτερίκευσε το μοιραίο χαρακτήρα των πράξεών μας, επέμεινε ότι η ζωή είναι θάνατος και έρωτας, και περιέγραψε τους φόβους με τους οποίους φτιάχνεται η ανθρώπινη ταυτότητα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ζευγάρι αυτό ήταν αδύνατο να είναι εραστές. Κι όμως, ήταν μοιραίο να μην μπορούν να ζήσουν χώρια, αφού ο ίδιος ο Χιουζ είπε ότι: «Αν θέλει να μας καταλάβει κάποιος, πρέπει να μας δει σαν δύο λύκους που συναντήθηκαν στο δάσος». Τόσο αρχετυπικά και πρωτόγονα, τόσο μοιραία αντιθετικά λειτούργησε το ζευγάρι και η ποίησή του, για να αντλήσουν κι οι δύο απ’ τη σχέση τους, σχέση εξαιρετικά και θανατηφόρα δημιουργική, όλα τα στοιχεία που δυναμοποίησαν το σημαντικό τους ταλέντο. Φευγάτη και χαμένη απ’ την πτώση της, η Σύλβια Πλαθ διωγμένη απ’ τον πατρικό παραδείσιο κήπο της προστασίας, της ασφάλειας, της παντοδυναμίας, έζησε στη λογοτεχνία και το γάμο την έλλειψη. Έκαναν παρέα ζώντας στο τέλος του κόσμου, του προσωπικού και του ίδιου του μεταπολεμικού κόσμου. Και είναι ακριβής η σύνταξη του τίτλου της βιογραφίας της Πλαθ απ΄ τον Ρόναλντ Χέυμαν, Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ, αφού τα στοιχεία του θανάτου ορίζουν και καθορίζουν, υπερτερούν, εξηγούν και ερμηνεύουν τους λόγους της ύπαρξής της. Υπήρξε αρχικά μη ζωντανή για να ζήσει τα λίγα χρόνια που έζησε μ’ ένα τρόπο εντυπωσιακό: ξεκίνησε με το θάνατό της, το θάνατο των ονείρων της και γεννήθηκε ως γυναίκα και ποιήτρια, βιώνοντας το διχασμό.

Και η Σύλβια, αλλά και ο Χιουζ με την Άσια, την αντίζηλο της Σύλβια στο τρίγωνο όπου ζούσε ο Χιουζ, λειτούργησαν πολύ σαν γνωστικό αντικείμενο της ίδιας τους της ζωής, υπνοβατώντας, ακροβατώντας, σαν θύματα του πεπρωμένου. Η αντίζηλος της Σύλβια ήταν για τον Χιουζ η Λαίδη-Θάνατος. Όμως και η Σύλβια έζησε φλερτάροντας με το θάνατο από νωρίς. Ο Τεντ Χιουζ είχε έρωτα για τις «άρρωστες και διαταραγμένες γυναίκες». Και δεν είναι τυχαίο που η Άσια μέσα στη συνεχιζόμενη επιτυχία της νεκρής Πλαθ, θα αυτοκτονήσει λίγα χρόνια μετά, σκοτώνοντας το δίχρονο παιδί της. Τόσο φως μες στο μαύρο. Λες και όλα έγιναν από γινάτι και καπρίτσιο. Μέσα σ΄ ένα ατέλειωτο παιχνίδι όπου οι χαρακτήρες όσο περισσότερο ατελείς παρουσιάζονται, τόσο αποτελεσματικότερη είναι η δημιουργικότητα τους.

Η Σύλβια Πλαθ έζησε μια ζωή μες στην αποθάρρυνση και την εξάντληση, τις στερήσεις και τα αδιέξοδα. Προσαρμοσμένη στα παθητικά γυναικεία στερεότυπα μιας πατριαρχικής κοινωνίας, την οποία η μητέρα της υπηρέτησε συμβιβαστικά, λάτρεψε τον πατέρα και τον άντρα με τρόπο που την κατέστρεψε. Ένιωθε τραγικά γεννημένη γυναίκα και έζησε μέσα σ΄ αυτόν τον ασφυκτικό κλοιό.
Ανάμεσα σ’ αυτό το δίπολο, της υπακοής και της ανυπακοής, του συμβιβασμού και της άρνησης, η «εσωτερικότητά της» αγκάλιασε την κατάθλιψη. Αυτός ο «υγιής και τεράστιος» Χιουζ, με τα «ανδροπρεπή ποιήματα που σε χτυπούν βαθιά μες στην ψυχή σου» (γράμματα στη μητέρα της), έγινε η ελπίδα της. Ο παντοδύναμος και ευνουχισμένος πατέρας, η φαλλική μητέρα, ο άστατος και αρσενικός Χιουζ την ανέδειξαν σε μεγάλη τελετάρχισα μιας περσόνας γυναικείας που ενώ προετοίμαζε τη θηλυκή αναγέννηση, θυσίασε όλα τα γυναικεία αξιώματα σε μια γυναίκα-κούκλα (ποίημα Φερετζές, 1962), σ’ ένα παθητικό αντικείμενο της αρσενικής επιθυμίας. Η κρυμμένη βία του να είσαι γυναίκα, στράφηκε εναντίον της. Φαίνεται ότι η Πλάθ κι ο Χιούζ, είχαν το χάρισμα, αλλά και την αδυναμία να επικεντρώνονται στις πολωτικές δυνάμεις. Έτσι , η Σύλβια, μέσα στην αφόρητη δεκαετία του ’50, με τον ψυχρό πόλεμο, το Άουσβιτς, τη Χιροσίμα , τα στρατόπεδα , τον φόβο μιας παγκόσμιας καταστροφής, τη σεξουαλική επανάσταση, εκφράζει με την ποίηση της τη γυναίκα Μέδουσα, την Ηλέκτρα , τη Μήδεια ,αλλά και τον υπέρτατο πόνο, τη θυσία.

Η εξομολογητική της ποίηση αν και είναι άμεσα βιωματική και προσωπική είναι προϊόν της κοινωνίας που ζει. Οι αυτοκαταστροφικές τάσεις της είναι και τάσεις της εποχής. Ο μηδενισμός επίσης. Ωστόσο, καταφέρνει και έχει το χάρισμα της αισιοδοξίας και χρησιμοποιεί τους μύθους στο έργο της σαν δρόμους που αναγεννούν το ίδιο το ποίημα και το κάνουν να ξεφεύγει από προσωπικά περιστατικά , να γίνεται καθολικό. Η Confessional ποιητική σχολή, στην οποία ανήκαν ο Robert Lowell,η Anne Sexton κ.α. εκφράζει την ανάγκη ο ποιητής να σηκώσει στην πλάτη του όλα τα βάρη της ανθρωπότητας, να εκφράσει και να ενσαρκώσει τον υπέρτατο πόνο, τόσο, ώστε στο τέλος να γίνει ο ίδιος το εξιλαστήριο θύμα , ανήμπορος να αντέξει τόσο βάρος . Έτσι, ο θάνατος της Πλάθ δεν είναι λύτρωση, αλλά υπέρβαση της ζωής.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η βιογραφία της Πλάθ είναι ένα εργαλείο για να ερμηνευτεί η ποίηση της, δεν απεικονίζει όμως την πραγματικότητα της ποιητικής της. Η Πλάθ ήταν αυτοκαταστροφική πολύ πριν γράψει και ίσως ενθάρρυνε την δραματοποίηση των συναισθημάτων και των σκέψεων της. Όμως πολλοί ποιητές ασχολήθηκαν με το θέμα της αυτοκτονίας ή τον θάνατο, και είτε αυτοκτόνησαν είτε όχι, δεν έγραψαν την ποίηση της Πλάθ.

Παρόλα αυτά , το βιβλίο του Ρόναλντ Χέυμαν ,είναι μια μυθιστορηματική (όχι επινοημένη) βιογραφία ,και διαβάζεται σαν ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που κυκλοφορούν αυτή την εποχή, καλώντας τους αναγνώστες, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα τους , να ερμηνεύσουν εκ νέου την προκλητική ζωή και ποίηση της σαγηνευτικής και αθώας Σύλβια Πλάθ. Η μετάφραση της Έφης Φρυδά ολοκληρώνει τη μυθιστορηματική αυτή μεταγραφή και βοηθάει να διαβαστεί απολαυστικά το βιβλίο ακόμα κι από όσους δεν ενδιαφέρονται για την ποίηση, σαν μια ενδιαφέρουσα εκδραμάτιση της μοιραίας συνάντησης δυο μεγάλων ποιητικών χαρακτήρων.


Κώστας Καλημέρης