Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ΜΙΑ ΖΩΗ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ







Ρόναλντ Χέυμαν: Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβια Πλάθ,

Βιογραφία, Εκδόσεις Μελάνι 2005, σελ 451

Μετάφραση:Έφη Φρυδά



Ένας αγώνας μέχρι θανάτου


Ο Τέντ Χιούζ (1930-1998) κι η Σύλβια Πλάθ (1932-1963) υπήρξαν το διασημότερο ζευγάρι ποιητών στη δυτική λογοτεχνία. Δεν έχασαν ποτέ το πάθος και τον ερασιτεχνισμό τους, έγραψαν γι’ αυτούς τους ίδιους, για ανάγκες και καταστάσεις που φλέγονταν, διατήρησαν την τελετουργικότητα των πρώιμων ποιημάτων τους ως το τέλος, είδαν τον κόσμο μέσα απ’ τη νεύρωσή τους και αποτύπωσαν στο έργο τους μια νοσηρότητα που ήταν ευγενικά προσωπική, αναπόφευκτη και πεισματώδης. Ειδωλολάτρης ο Χιουζ και παγανιστής, σημάδεψε την αγριότητα, για να την αναδείξει μεταπολεμικά σε στοιχείο της ηθικής και φυσικής προσέγγισης της ζωής. Η Πλάθ άντλησε απ’ τον «άρρωστο» εαυτό μας, εξωτερίκευσε το μοιραίο χαρακτήρα των πράξεών μας, επέμεινε ότι η ζωή είναι θάνατος και έρωτας, και περιέγραψε τους φόβους με τους οποίους φτιάχνεται η ανθρώπινη ταυτότητα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ζευγάρι αυτό ήταν αδύνατο να είναι εραστές. Κι όμως, ήταν μοιραίο να μην μπορούν να ζήσουν χώρια, αφού ο ίδιος ο Χιουζ είπε ότι: «Αν θέλει να μας καταλάβει κάποιος, πρέπει να μας δει σαν δύο λύκους που συναντήθηκαν στο δάσος». Τόσο αρχετυπικά και πρωτόγονα, τόσο μοιραία αντιθετικά λειτούργησε το ζευγάρι και η ποίησή του, για να αντλήσουν κι οι δύο απ’ τη σχέση τους, σχέση εξαιρετικά και θανατηφόρα δημιουργική, όλα τα στοιχεία που δυναμοποίησαν το σημαντικό τους ταλέντο. Φευγάτη και χαμένη απ’ την πτώση της, η Σύλβια Πλαθ διωγμένη απ’ τον πατρικό παραδείσιο κήπο της προστασίας, της ασφάλειας, της παντοδυναμίας, έζησε στη λογοτεχνία και το γάμο την έλλειψη. Έκαναν παρέα ζώντας στο τέλος του κόσμου, του προσωπικού και του ίδιου του μεταπολεμικού κόσμου. Και είναι ακριβής η σύνταξη του τίτλου της βιογραφίας της Πλαθ απ΄ τον Ρόναλντ Χέυμαν, Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ, αφού τα στοιχεία του θανάτου ορίζουν και καθορίζουν, υπερτερούν, εξηγούν και ερμηνεύουν τους λόγους της ύπαρξής της. Υπήρξε αρχικά μη ζωντανή για να ζήσει τα λίγα χρόνια που έζησε μ’ ένα τρόπο εντυπωσιακό: ξεκίνησε με το θάνατό της, το θάνατο των ονείρων της και γεννήθηκε ως γυναίκα και ποιήτρια, βιώνοντας το διχασμό.

Και η Σύλβια, αλλά και ο Χιουζ με την Άσια, την αντίζηλο της Σύλβια στο τρίγωνο όπου ζούσε ο Χιουζ, λειτούργησαν πολύ σαν γνωστικό αντικείμενο της ίδιας τους της ζωής, υπνοβατώντας, ακροβατώντας, σαν θύματα του πεπρωμένου. Η αντίζηλος της Σύλβια ήταν για τον Χιουζ η Λαίδη-Θάνατος. Όμως και η Σύλβια έζησε φλερτάροντας με το θάνατο από νωρίς. Ο Τεντ Χιουζ είχε έρωτα για τις «άρρωστες και διαταραγμένες γυναίκες». Και δεν είναι τυχαίο που η Άσια μέσα στη συνεχιζόμενη επιτυχία της νεκρής Πλαθ, θα αυτοκτονήσει λίγα χρόνια μετά, σκοτώνοντας το δίχρονο παιδί της. Τόσο φως μες στο μαύρο. Λες και όλα έγιναν από γινάτι και καπρίτσιο. Μέσα σ΄ ένα ατέλειωτο παιχνίδι όπου οι χαρακτήρες όσο περισσότερο ατελείς παρουσιάζονται, τόσο αποτελεσματικότερη είναι η δημιουργικότητα τους.

Η Σύλβια Πλαθ έζησε μια ζωή μες στην αποθάρρυνση και την εξάντληση, τις στερήσεις και τα αδιέξοδα. Προσαρμοσμένη στα παθητικά γυναικεία στερεότυπα μιας πατριαρχικής κοινωνίας, την οποία η μητέρα της υπηρέτησε συμβιβαστικά, λάτρεψε τον πατέρα και τον άντρα με τρόπο που την κατέστρεψε. Ένιωθε τραγικά γεννημένη γυναίκα και έζησε μέσα σ΄ αυτόν τον ασφυκτικό κλοιό.
Ανάμεσα σ’ αυτό το δίπολο, της υπακοής και της ανυπακοής, του συμβιβασμού και της άρνησης, η «εσωτερικότητά της» αγκάλιασε την κατάθλιψη. Αυτός ο «υγιής και τεράστιος» Χιουζ, με τα «ανδροπρεπή ποιήματα που σε χτυπούν βαθιά μες στην ψυχή σου» (γράμματα στη μητέρα της), έγινε η ελπίδα της. Ο παντοδύναμος και ευνουχισμένος πατέρας, η φαλλική μητέρα, ο άστατος και αρσενικός Χιουζ την ανέδειξαν σε μεγάλη τελετάρχισα μιας περσόνας γυναικείας που ενώ προετοίμαζε τη θηλυκή αναγέννηση, θυσίασε όλα τα γυναικεία αξιώματα σε μια γυναίκα-κούκλα (ποίημα Φερετζές, 1962), σ’ ένα παθητικό αντικείμενο της αρσενικής επιθυμίας. Η κρυμμένη βία του να είσαι γυναίκα, στράφηκε εναντίον της. Φαίνεται ότι η Πλάθ κι ο Χιούζ, είχαν το χάρισμα, αλλά και την αδυναμία να επικεντρώνονται στις πολωτικές δυνάμεις. Έτσι , η Σύλβια, μέσα στην αφόρητη δεκαετία του ’50, με τον ψυχρό πόλεμο, το Άουσβιτς, τη Χιροσίμα , τα στρατόπεδα , τον φόβο μιας παγκόσμιας καταστροφής, τη σεξουαλική επανάσταση, εκφράζει με την ποίηση της τη γυναίκα Μέδουσα, την Ηλέκτρα , τη Μήδεια ,αλλά και τον υπέρτατο πόνο, τη θυσία.

Η εξομολογητική της ποίηση αν και είναι άμεσα βιωματική και προσωπική είναι προϊόν της κοινωνίας που ζει. Οι αυτοκαταστροφικές τάσεις της είναι και τάσεις της εποχής. Ο μηδενισμός επίσης. Ωστόσο, καταφέρνει και έχει το χάρισμα της αισιοδοξίας και χρησιμοποιεί τους μύθους στο έργο της σαν δρόμους που αναγεννούν το ίδιο το ποίημα και το κάνουν να ξεφεύγει από προσωπικά περιστατικά , να γίνεται καθολικό. Η Confessional ποιητική σχολή, στην οποία ανήκαν ο Robert Lowell,η Anne Sexton κ.α. εκφράζει την ανάγκη ο ποιητής να σηκώσει στην πλάτη του όλα τα βάρη της ανθρωπότητας, να εκφράσει και να ενσαρκώσει τον υπέρτατο πόνο, τόσο, ώστε στο τέλος να γίνει ο ίδιος το εξιλαστήριο θύμα , ανήμπορος να αντέξει τόσο βάρος . Έτσι, ο θάνατος της Πλάθ δεν είναι λύτρωση, αλλά υπέρβαση της ζωής.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η βιογραφία της Πλάθ είναι ένα εργαλείο για να ερμηνευτεί η ποίηση της, δεν απεικονίζει όμως την πραγματικότητα της ποιητικής της. Η Πλάθ ήταν αυτοκαταστροφική πολύ πριν γράψει και ίσως ενθάρρυνε την δραματοποίηση των συναισθημάτων και των σκέψεων της. Όμως πολλοί ποιητές ασχολήθηκαν με το θέμα της αυτοκτονίας ή τον θάνατο, και είτε αυτοκτόνησαν είτε όχι, δεν έγραψαν την ποίηση της Πλάθ.

Παρόλα αυτά , το βιβλίο του Ρόναλντ Χέυμαν ,είναι μια μυθιστορηματική (όχι επινοημένη) βιογραφία ,και διαβάζεται σαν ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που κυκλοφορούν αυτή την εποχή, καλώντας τους αναγνώστες, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα τους , να ερμηνεύσουν εκ νέου την προκλητική ζωή και ποίηση της σαγηνευτικής και αθώας Σύλβια Πλάθ. Η μετάφραση της Έφης Φρυδά ολοκληρώνει τη μυθιστορηματική αυτή μεταγραφή και βοηθάει να διαβαστεί απολαυστικά το βιβλίο ακόμα κι από όσους δεν ενδιαφέρονται για την ποίηση, σαν μια ενδιαφέρουσα εκδραμάτιση της μοιραίας συνάντησης δυο μεγάλων ποιητικών χαρακτήρων.


Κώστας Καλημέρης







Δεν υπάρχουν σχόλια: