Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

ΠΡΩΙΝΟ ΙΟΥΛΙΟΥ

Νάξος, Η στροφή των Αγίων, Ιούλιος 2013
(τελευταία φορά)

Νάξος: Οι τέσσερις εποχές του έρωτα

Χθες


ΑΠΛΑΝΗ ΠΑΝΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ, ακόμα ορφανά, στη σκιά των αιολικών ήχων αυτού του άσπρου νησιού, ακόμα επιμένουν να γεννοβολούν αδιάκοπα λέξεις πειρατές, με σημαίες και χρώματα ναρκωτικά οραμάτων, στις ταβέρνες των φίλων και στα καπηλειά της παλιάς Χώρας, κι ύστερα ψαράδες, λαχανιασμένα γέρικα σκαριά, να διηγούνται θαλάσσιες ιστορίες ζωντανών θρύλων και κει κάτω, πλατεία Αγίου Αρσενίου, εσύ, ντυμένη λευκή πεταλούδα με κρίνους φιλιά, να με κοιτάζεις στα μάτια σαν σε όνειρο που χλόμιασε, ξεβάφοντας πάνω στο τζιν μας κόκκινα χρώματα, ενθύμια της φωτιάς.

Και να επανέρχεται, κάθε φως φεγγαριού, εκείνη η αρχαία οσμή ελευθερίας που όποτε ήθελε το γύριζε σε σκλαβιά. Και να’ ναι η μουσική, μουσική παράφορη, ανακατεμένα ρεφρέν, ολιγόλεκτη, καμπή στην απουσία του χρόνου που έγινε ξαφνικά αιώνιος ή μια τόσο δα στιγμούλα – πώς να είσαι σίγουρος; - του χρόνου που άπλωνε ξαφνικά στρώμα ελαστικό και μεγάλωνε και ξάπλωνε τα σώματά μας και μέτραγε μπύρες κουτάκια αγκαλιές και μέθαγε στο Μάλαμα, μαλαματένιες νύχτες μεταμφιεσμένος σε έρωτα.

Κι ύστερα πάλι ψαράδες, έρωτας, και παραλίες λευκές, και πάλι οι λέξεις ανάπηρες, άνυδρες, ματάκια στην άμμο που κόλλησαν και χρυσίζουν καθώς τα βρέχει το κύμα. Κι ακόμα, ένα δελφίνι αφημένο στον καιρό, μια παρτίδα σκάκι παρατημένη στη μέση, ένα ζευγάρι αιώνιων Γερμανών, ένα ηλιοβασίλεμα καρφωμένο με δύναμη στη μέση του κάμπου της Γλυφάδας. Κι ένα τσουβάλι χαρές. 

Παρόλα αυτά, - άκουσες σήμερα τα νέα; - στο Φιλότι εκσυγχρόνισαν τις καρέκλες κι έμεινε το πλατάνι μας μια παράταιρη μουτζούρα στον ουρανό, μια φράντζα πάθους να επιμένει μέσα στον εκμηδενισμό που ερχόταν. Κι έμεινε το λιμάνι τρεις καφετιές λωρίδες κομμένο και σβήστηκαν –  άκου να δεις – τα χνάρια μας μέσα στα έργα ανακατασκευής.

Απλανή πάντα βλέμματα, ακόμα θολά, και μουσικές εκείνου του άσπρου νησιού που έκαιγαν τις νύχτες, τσιγάρα αναμμένα φωτιές και ξοδεύαμε τα κορμιά μας παράφορα, Καστράκι – Τρίποδες ένα λεπτό ελάχιστο, απόγευμα Ιουλίου. Ραντεβού συνωμοτικά, ανταλλάσσοντας σώματα στις γωνίες, τα ανοιχτά χαμόγελα ενός παρελθόντος που είναι τόσο παρόν, όσο μέλλον μπορεί να είναι και η αναφορά σε χρόνια παρελθόντα.

Εκεί πρώτη φορά ένας κόκκος δέρματος ξύπνησε τόσες επιθυμίες. Τόσες επιπλέον οσμές. Τόσα διαφορετικά χρώματα. Μόνο μέσα σε τόση αρμονία μπορεί να παρεισφρήσει τόση αρρώστια σαρκική, μόνο μέσα σε τέτοια γενεσιουργό χημεία μπορεί να ξεπορτίσουν όλοι οι μαθηματικοί τύποι και να το βάλουν στα πόδια έντρομοι. Κι ακόμα, φως και σιωπές και δειλινά, τόσα όσα ποτέ, και φωνές, ενδείξεις ζωντανές μιας ζωής που βρέθηκε κάποτε να ακροβατεί στη μέση του Αιγαίου.

Τόσα αγέννητα παιδιά που τώρα θα ‘χαν γίνει κέδροι, ψηλώνοντας μαζί με τον χρόνο πάνω στην άμμο στο Πυργάκι, πλάκα στην Πλάκα τα πρωινά και μαύρο πίσσα κατράμι, διαγωνισμός, ποιος απ ‘τους δυο θα ‘ναι στο τέλος ο πιο σκούρος. Ανάμεσα στους αγίους, η πιο άγια Παρασκευή των ημερών της εβδομάδας, μια χούφτα ασβέστης, εκκλησιά και μια σκισμένη εικόνα από πίσω, σημείωμα.

Νάξος, μερικά χρόνια πριν, της Νικολέτας, γενέθλια νήσος των ποιητών, Ινδιάνικο φυλαχτό κρεμασμένο στο στήθος και μουσική των ματιών ισόβια, χωρίς φτιασίδια, χωρίς εμάς, συνεχίζει σήμερα να αιωρείται στη μέση του Αιγαίου, χορεύει ροκ πάνω στο φτερό του καρχαρία, φορώντας κάτασπρο νυφικό στολισμένο από κιθάρες. 

 
( Νάξος blues)
από το βιβλίο μου ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ, Απόπειρα, 2005



Σήμερα


ΖΕΙ ΑΚΟΜΗ. Μαζί μου. Μικρή βασίλισσα που στερήθηκε άδικα το ινδιάνικο στέμμα της. Την καθαίρεσαν γιατί ερωτεύτηκε ένα μπλε σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς που το μάτι μπορεί. Συνέχισε να το αγκαλιάζει σα μωρό, να διασώζει το νερό μέσα του. Να το ανακατεύει με το μαγικό κουταλάκι της. Μεγαλώνοντάς το.Είναι σημαντικό να μπορείς να αποδέχεσαι κάτι που δεν σου αξίζει, για να καταφέρεις να πλησιάσεις κι άλλο αυτό που είσαι.

Την είδα ξανά και ήταν στολισμένη. Στο λιμάνι. Αμμώδης θεότητα με φως επιδερμίδα κολλημένη πάνω της. Κάπως λευκή από την ιστορία που έμενε. Διάβασα τα χείλη της από μακριά, έλεγε σ’ ευχαριστώ, ακούστηκε μέσα μου σαν πάντα. Ένα δερμάτινο βραχιολάκι ζωής που αντί να χαλαρώνει, έσφιγγε. Πάντα.

Είχε ψηλώσει πολύ, τα μαλλιά της τρυπούσαν τα σύννεφα. Τα μακριά πόδια της, αυτά τα ατέλειωτα, αγαπημένα χιλιόμετρα με τις παραλίες στο κέντρο, με έκαναν να φοβάμαι. Το βλέμμα της με ησύχαζε. Να γυρίσεις, μου έλεγε. Γύριζα. Άλλες φορές για να θυμηθώ, άλλες για να ξεχάσω.
Σκαλωμένη εκεί, στη μεγάλη πόρτα. Σε ό,τι έμεινε απ’ το ιερό του Απόλλωνα. Κοιτάζοντας την Πάρο με το βλέμμα που ένας ποιητής κοιτάζει ένα μυθιστοριογράφο: Υπεροπτικά, σαν ανώτερη μνήμη.

Τα μοναστήρια των Καπουτσίνων και των Ουρσουλινών. Η ομορφιά της οφείλεται. Την παίρνω στα χέρια μου. Τη στριφογυρίζω, πάμε για μπάνιο; Πάμε. Θα κρυφτούμε στους αμμόλοφους και μετά μακαρονάδες στο φούρνο. Πατάτες τηγανιτές, ιδρωμένα χαμόγελα, κρυμμένα μάτια. Ανεμόμυλοι. Χώρα. Καφές. Μη πας στο πλοίο, μη.

Τα αγέννητα παιδιά μας, τα σωσμένα. Στους αγίους που τη βρέχουν από παντού. Στα καλοκαίρια που σιδερώθηκαν σαν στάμπα πάνω της και έγιναν κέδροι. Μια γενναία Καρυάτιδα που αγνόησαν προκλητικά οι αρχαιολόγοι. Η λύπη που στεφανώθηκε τη χαρά και έγινε νησί. Θα με θέλεις πάντα; Θα σε θέλω.

Στο Χαλκί, κλειδωμένα σπίτια. Βενετσιάνικα κάστρα. Μιλάει η ερημιά. Το ιερό της Δήμητρας στο Σαγκρί. Ένας κούρος κοιμάται στους Μέλανες. Από τον Άι Γιώργη στην Αγιασσό, μια παραλία: Είκοσι δύο ξελιγωμένα χιλιόμετρα. Άμμος.Η Γαλλική Επανάσταση ξεκίνησε από την Πλάκα. Ο Μαρά πάνω σε μια χελώνα σχεδίασε εδώ τα βήματα. Η φωτιά καίει δυνατά δίπλα στις καλαμιές. Κιθάρες. Το τραγούδι των America - ένα άλογο χωρίς όνομα.

Κεραμωτή - Κόρωνος, χωριά βουλιαγμένα στο πράσινο. Αχνίζει ζωή. Κατάγεται. Χώμα. Αμίλητο. Τα σμυριδωρυχεία. Φιλούν το μάρμαρο. Αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο, η «Ναξία σκόνη». Στο Φιλότι οι γειτονιές ενώνονται με μπαλκόνια και με πλατάνια. Ερωτεύονται με θυμαρίσιο μέλι.Δίπλα, η Απείρανθος. Καρπούζι με φέτα. Μια παλιά ιστορία στο καφενείο. Χρόνος τεντωμένος στον 17ο αιώνα. Ένα αγαλματάκι, δώρο. Θα σε ξαναδώ;

Πριν το πλοίο, ορθάνοιχτες αγκαλιές. Τόξο. Μια ζωή χωρίς ζωή. Με. Το καλοκαίρι χοροπηδάει σαν αρπακτικό. Παίζει με τις ακρίδες του στην προβλήτα.Ντοκ. Βραδινή τουαλέτα αποφοίτησης. Η Μικρή και η Μεγάλη Άρκτος, πούλιες κομμένες. Ένα άγριο φύσημα αποχαιρετισμού.
Την άλλη φορά να με περιμένεις στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Εκεί, πάνω απ’ το Αλικό.

Στον αιώνιο τοίχο.


( Νάξος έως εκεί)
από το βιβλίο μου ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, Οξύ, 2011



Αύριο


Με το πρωινό φως
Μπαίνει ακόμα η Νάξος
Απ’ το παράθυρο
Σαν ακτινογραφία θώρακα
Πρώην καπνιστή

Η νότια πλευρά
Έχει σχεδόν καθαρίσει

Βλέπεις μόνο
Κάτι μικρές σκιές
Κίτρινες
Ανάμεσα σε Βίγλα και Αλυκό
Που γεμίζουν υγρό τους πνεύμονες

Τα τσιγάρα ανάμεσα στους κέδρους
Τους κέδρους ανάμεσα στην άμμο
Την άμμο ανάμεσα στη θάλασσα
Την θάλασσα ανάμεσά μας

Ζω ανάμεσά μου
Από  τη μεριά
Που χρειάζεται επειγόντως παρακέντηση
Ή ουρανό

Κάθε μου βήμα
Γέρνει και γερνάει νοήματα
Στρογγυλά από έρωτα

Εδώ όλα είναι νερό
Δικό σου
Στην πιθανότερη εκδοχή του αγίου

Και το νησί
Μια πετσέτα στη πόρτα
Επίσημη
Που περιμένει με αγωνία
Το πρωινό

Ενός έξαλλου ήλιου

(Ακόμα η Νάξος)
από την συλλογή ΑΥΡΙΟ, ΟΛΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΡΟ που θα κυκλοφορήσει προσεχώς



Πάντα


You're obsolete my baby
My poor old-fashioned baby
I said baby, baby, baby you're out of time
Well, baby, baby, baby, you're out of time
I said, baby, baby, baby, you're out of time
Yes, you are left out
Out of there without a doubt
Cause baby, baby, baby, you're out of time

(Rolling Stones, Out of Time, 1967)




Δεν υπάρχουν σχόλια: