Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΤΙΠΟΤΑ



Με ρωτάν από που να ήρθες
δεν θα πω ποτέ σε κανέναν τίποτα

ΞΥΛΙΝΑ ΣΠΑΘΙΑ, Ατλαντίς



Όταν έχεις ένα μυστικό, είναι σαν ένας βαθύς, βαρύς πόνος. Σαν βράχος που έσκασε από ψηλά. Σαν νύχτα που βαραίνει την θλίψη σου ακόμη πιο πολύ. Ύστερα, έρχεται ένα τραγούδι και βλέπεις πως το μυστικό σου, υπάρχει εκεί έξω, με άλλο όνομα, άλλο πρόσωπο, αλλά με τον ίδιο ήχο. Και τότε νιώθεις ένα παράξενο μαζί, μα συνάμα κι ένα μεγάλο μόνος.

Μόνος, γιατί όλα όσα είναι το μυστικό, ακόμη κι αν το ξέρει και κάποιος άλλος, το δικό σου μυστικό εξακολουθεί να είναι τέτοιο, που δεν μπορείς να το μοιραστείς. Υφαίνει τα πέπλα του γύρω σου. Απλώνει τα νύχια του ακόμη πιο μέσα σου. Βρίσκει την πληγή και γραντζουνάει ό, τι έχεις ορίσει ως απροσπέλαστο.

Κι εσύ, θες να τα πεις όλα, μα δεν γίνεται. Δεν έχουν όλοι την ίδια αντοχή στην ακουστική του πόνου. Στις νότες της θλίψης, η μελωδία σου ανήκει εξ' ολοκλήρου. Μια μεταφυσική αύρα τρέχει γύρω απ' τη μνήμη σου. Από εκείνα που ξέρεις πως είδες, από αυτά που είσαι σίγουρος πως κάποτε ήρθαν. Κι έφυγαν. Αναίτια οικειοθελώς. Μονότονα ύπουλα.

Κοιτάζω έξω τον δρόμο. Έχει γεμίσει με βάλτους. Στα χέρια μου φυτρώνουν νούφαρα. Περιμένω την βροχή που θα στεγνώσει το οδόστρωμα. Τη στιγμή που θα φοβάμαι ακόμη πιο πολύ την ώρα που θα πάψω να φοβάμαι. Θέλω αυτό που δεν υπάρχει πουθενά. Θέλω να φωσφορίζει το βλέμμα σου από ένα έπειτα. Από το μετά του θανάτου. Το κατόπιν του κόσμου που χάλασε. Που πήρε την ουσία μέσα απ' τα μάτια σου.

Να μπορώ να σου πω: Κοίτα, πονάνε κι οι βράχοι. Κι εσύ να νιώθεις τη γεύση απ' τα κύματα να ρέει απ' τα χείλη μου, σαν μέλι. Αστείρευτα χαλάσματα ομορφιάς. Η αγάπη φτιάχνεται από αίμα. Όσο το σκουπίζεις, τόσο περισσότερο απλώνει. Μες στα ερείπια της νύχτας, χαλασμένες φωνές επενθοστολούν λιωμένα όνειρα. Μην τα κοιτάς. Δεν σε αντέχουν.

Μείνε όσο μπορείς μακριά. Τρέξε να φύγεις απ' την άκρη των δαχτύλων μου. Δεν χωράς σε αυτό τον κόσμο. Ξωτικό που έχασε το μονοπάτι για το πίσω του. Τιμωρία για το μυστικό που έμαθε. Ξέχασε όλα όσα είπα. Δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα παραλήρημα αλήθειας που μου ξέφυγε. Γιατί οι άνθρωποι δεν λένε ποτέ αλήθεια. Οι αλήθειες, τους ξεφεύγουν σαν σπίθα που το σκάει απ' τη φωτιά.

Κι εγώ, αερικό, που έτυχε να με φέρει ο άνεμος κοντά σου. Ατλαντίδα που ανέβηκε στην επιφάνεια της θάλασσας μόνο για να χαθεί πάλι. Ξανά και ξανά και ξανά. Για εκείνες τις ώρες. Τις στιγμές, που όσο πλησιάζουν, απομακρύνονται.

Μην πας μαζί τους. Δεν αναπνέουν αύριο.

Μαρία Χρονιάρη
http://mchroniari.blogspot.com/2011/10/blog-post_30.html


Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

ΛΕΞΕΙΣ



Από την παρουσίαση του βιβλίου ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ, εκδ. Μεταίχμιο

Ιανός, 15 Ιανουαρίου 2008

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΟΥΛΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ





We must have died alone, a long long time ago


ΠΗΡΑ χαρτί και άρχισα να ζωγραφίζω ξανά. Για να συμπληρώσω τους ανθρώπους. Στην αρχή πάνω σε ξύλο - σχεδίασα με μανία τα περιθώρια. Ανοιξα παράθυρα και σκάλισα τα πρώτα ενιαία πορτρέτα. Να αναπνέουν τα πρόσωπα.
Ο ήλιος τα έκαιγε, τα έκανε να μοιάζουν ακόμη πιο σκούρα. Τράβαγε τα χαρακτηριστικά τους και είχαν μια τεράστια ομορφιά που εξείχε. Ενα νέο γένος σχηματίστηκε τότε σαν ατελείωτη δικαιολογία και ασυνήθιστο. Που θα συνέχιζε τον κόσμο και θα γινόταν κόσμος στη θέση του.

Ηταν λοιπόν όλα απλώς ένα ζήτημα ζωγραφικής;

Ανέτρεξα στις σημειώσεις από τη μνήμη του σώματος. Στις ακραίες κινήσεις των χειλιών όταν τρέμουν. Στον τρόμο μιας αγκαλιάς που πεθαίνει, στις αδιόρατες γωνίες όπου συχνάζει η λύπη. Την αφαίρεσα. Μουντζούρωσα με κόκκινο το περίγραμμά της· τώρα η λύπη ήταν φωτιά. Και έκαιγε σαν ηφαίστειο. Ευτυχώς η θάλασσα χάνεται τελευταία. Ετσι αναγκασμένη να βλέπει τα πάντα και την κοιτάζω. Με τρόπο καταστρεπτικό και δυσοίωνο κοιτάζω τα επικίνδυνα όπλα της, όλα έγιναν νερό μπλε. Και τη ρωτάω.

Ο Μπάουι ήρθε ξεβαμμένος Χριστούγεννα, χωρίς λωρίδες, και είχε ένα βερολινέζικο σακάκι ριγμένο στον ώμο. Του λέω σε έψαχνα να πάρεις τη θέση μου. Να κοιτάζεις με το γυάλινο μάτι σου που αντέχει, εγώ δακρύζω. Θα χάσουμε τη συνέχεια του κόσμου. Μετά πού; Πού; Γίναμε διακοσμητές της ζωής και δεν μπορούμε να ζήσουμε, γιατί ήταν μια φορά η ζωή και έφυγε μακριά, σαν ιστορία.

Είχα βγει έξω και τον έβλεπα να του μιλάει, τον παρακαλεί. Ημουν δυο, αυτός που έβλεπε αυτόν που μιλούσε και αυτός που μιλούσε. «Μπροστά μου επήγαινε ένα πλήθος χωρισμένο σε επτά χορούς, τόσο φυσικά σκαλισμένο, ώστε εξαπατήθηκαν δύο από τις αισθήσεις μου, η όρασή μου ενόμιζε ότι έβλεπε και η ακοή μου ότι άκουε εκείνο το πλήθος να ψάλλει».(*)

Τότε μια λάμψη υπερφυσική έσβησε τα πρόσωπα, με ένα φύσημα, σαν κεριά και έμεινε τίποτε. «Είσαι μια ροκ εντ ρολ αυτοκτονία», ακούστηκε η φωνή του αόρατου τραγουδιστή, από ένα βάθος, και έφυγε από τον πίνακα. Η ζωγραφική είχε τελειώσει.

Τα πρόσωπα είναι ανομολόγητοι εαυτοί. Δεν έχουν υπάρξει ποτέ πριν και είπε γεννηθήτω. Αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να γεννηθεί, είχαν γεννηθεί όλα με έναν κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο. Ολα ξεκινούσαν από έναν ήλιο που κατέληγε. Ηταν πάλι νύχτα που τύφλωνε τα μάτια μου, εδώ κάτω στη γη είναι μεσάνυχτα. Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;

Μετά έβγαλα τα ακουστικά μου και ο ήχος χάθηκε. Επανήλθε εκείνο το απέραντο κενό, αλλά σαν έκσταση. Οι ψυχές λερωμένες στάθηκαν όρθιες, σε στάση αποχαιρετισμού. Ηταν σαν τελετή δακρύων. Εκλαιγαν κάτω από τη γη.

Ενιωσα ότι για να αντικρίσεις ξανά τον ήλιο πρέπει να τον καρφώσεις στα δάχτυλά σου.

Και να καείς.


(*) Δάντης, Θεία Κωμωδία, μτφρ. Ε. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα, 1962

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/10/2011&id=319451

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

ΘΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ. ΠΑΡ' ΟΛΑ ΑΥΤΑ, ΜΑΡΙΑ









Οκτώβριος 1993 – Οκτώβριος 2011.
Δεκαοκτώ χρόνια.
Χωρίς.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΡΟΚ


Αν προσπαθούσα να θυμηθώ τα βήματα, τη διαδρομή που διανύθηκε από εκείνο το πρώτο mail της Έλενας και την συνάντησή μου με τα παιδιά των IlluminArti στο καφέ του Ιανού, έως την καταληκτική ημερομηνία της 19ης Μαίου – έμπαινε καλοκαίρι, κι όμως, εκείνη τη νύχτα στον Κεραμεικό έκανε μια παράξενη ψύχρα, ήταν το κρύο μέσα μας που διαδεχόταν, αντικαθιστούσε, εκταμίευε τον Ιούνιο που ερχόταν και τον έβαζε στην άκρη; - θα είχα πολλά να πω: Για τις χειμωνιάτικες πρόβες, ατέλειωτες και καταλυτικές. Τη φλόγα των περισσότερων παιδιών που έκαιγε σαν κερί στα μάτια τους. Τον ερασιτεχνισμό που θα ζήλευαν πολλοί επαγγελματίες. Την αγωνία του Βαγγέλη που ήταν ο καλύτερος – οι καλύτεροι έχουν πάντα αγωνία. Τις απίστευτες κινήσεις της Αντιγόνης. Το άγχος της Νικολέτας, πρώτη φορά. Τις διορθώσεις, τις οδηγίες, τα σκηνικά. Τις φωνές και τα γέλια. Την μεγάλη επιστροφή της Λυδίας. Το βλέμμα της Χριστίνας το πρώτο βράδυ. Την αμηχανία της Τατιάνας. Την τρελή αγάπη του κόσμου - σαν ποτάμι ήταν που μαζευόταν γύρω απ’ τα πόδια μας. Την μεγάλη συγκίνηση της Αλίκης που ήρθε απ’ τη Λάρισα. Τις πρώτες κριτικές στο «Αθηνόραμα». Τον Γιώργο που ήθελε την αφίσα της παράστασης για το δωμάτιό του – ο Γιώργος είναι 54 ετών. Τον Σαράντη που έφυγε. Την πλημμύρα που ήρθε. Τον Χάρη, τον Δημήτρη, τα όνειρα.

Γεννιόταν κάτι μεγάλο, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, σαν να δικαιωνόταν αυτό που έλεγε συνέχεια ο Νίτσε, «χωρίς τη μουσική η ζωή θα ήταν ένα λάθος», ήταν μια διάδραση που μας ξεπερνούσε, μια σταυροφορία υπέρ της αθωότητας. Λειτουργούσε σαν ύμνος στη Νύχτα - ένας ακόμα ύμνος του Novalis με προφανή αυτοβιογραφικό πυρήνα που γινόταν δημόσιος. Η πρώτη ελληνική ροκ όπερα έγραψε ένα βαθύ ίχνος στα σανίδια του Altera Pars και τελείωσε. Σαν μια πρωτοφανής διαδήλωση που ο κόσμος αποχωρεί αγκαλιασμένος.

Θέλω να πω κάτι για την Μαρία. Για το πάθος της Μαρίας Χρονιάρη, αυτό το έντιμο πάθος για το βιβλίο και την παράσταση: Ο μεταφραστής μεταγράφει έναν συγγραφέα, μιλώντας για τον εαυτό του. Ο κριτικός αναλύει ένα έργο, μιλώντας για τον εαυτό του. Ο καθηγητής εξηγεί ένα φαινόμενο, μιλώντας για τον εαυτό του. Η Μαρία συνέδραμε σε μια παράσταση, μιλώντας για το βιβλίο που είχε αγαπήσει. Για το βιβλίο που έγινε παράσταση, για την παράσταση που έγινε νόημα, για την ζωή που έγινε παράσταση. Άφησε στην άκρη τον εαυτό της και έκανε το προφανές. Αυτό που δεν κάνει κανείς.

Δεν της το είπα: Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ γιατί το ξανάρχισες εσύ.

Μαρία, σ’ ευχαριστώ.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ



http://www.wix.com/theatroarti/illuminarti#!__illuminarti

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

TAINIA


Ο χώρος ήταν γεμάτος πτώματα. Με τα δόντια ξερίζωνε τα φτερά της και τα έριχνε στο πάτωμα. Ύστερα με τις ακρονυχίδες της έγραφε πάνω στα κομμάτια. Εμβατήρια σιωπής. Στους τοίχους καμένες λέξεις μιας άγνωστης γεωμετρίας, πλαίσιο για τα αποτυπώματα. Μέσα στο σπίτι. Κανένα σπίτι. Τίποτε που να μοιάζει με αυτό. Εκείνου που κάποτε χτίστηκε άστεγο.

Το κορμί της πνιγμένο από αναπνοές. Ξεβιδώνει τα χείλη να χυθεί κάθε ξένο. Πεταμένες φωνές σε σακούλες σκουπιδιών. Εκνεφώματα αλήθειας. Σε ποτήρια κρυστάλλινα. Της αφάνειας.
Η Αλίκη κουράστηκε απ΄ τα θαύματα. Πήδηξε απ΄ τον φωταγωγό. Κίνησε για τη χώρα όπου όλοι πεθαίνουν. Και κανείς νεκρός. Ά-γνωστος. Πόσες φορές μεγαλώνει και μικραίνει ο χρόνος; Στα βιβλία που διάβασε όλα ήτανε λάθος. Τίποτε δεν κρατάει. Μένει μόνο. Το πάντα. Το ποτέ.

Καβάλησε τη μηχανή ντυμένη προτάσεις. Που ποτέ δεν θα πει. Φωτογραφίζει τη μνήμη σε ξένα δωμάτια. Τακτοποιεί τις ζωές που δεν ξέρουν να έχουν. Όλα τα κυβερνά μια σιγή. Σ΄ ένα άγγιγμα επουλώνει φωτιές. Ξαπλώνει στο μάρμαρο με διαμπερείς πόθους. Στην αρχή των πραγμάτων, φοβάσαι για το τέλος τους. Στη γραμμή της λήξης, λυπάσαι για την αρχή τους. Πού βρίσκεται τελικά το ανάμεσα;

Περπατά ακολουθώντας τη σκιά της στο δρόμο. Με βήμα υπόλογο. Μιας συνομωσίας. Πιάστηκε όμηρος της ανάγκης. Να υπάρχει. Πάνω στην παλάμη της καμία γραμμή. Μόνο οχυρωμένες βεβαιότητες. Γι΄ αυτό που θα έρθει. Και για ό, τι ως τώρα μάκρυνε.
Στον καθρέφτη το πρόσωπό της. Βάφει τις βλεφαρίδες της με ασετόν. Κάτι γερασμένα ποιήματα τρέχουν απ΄ τα μάτια της. Λες κι άνοιξε μια καταπακτή από φως. Ξεφυλλίζει το χαμόγελό του και πάει.

Κάθε γιορτή, κρυφτό επιθυμίας. Η δική της είναι μόνο γιορτή. Μόνο επιθυμία. Ανοίγει τα χέρια της να υποδεχτεί. Ο αέρας βαπτίζει τη φωνή της να πει. Στα μαλλιά της κορδέλες. Γαϊτανάκι ζωής. Στα δωμάτια της λήθης νοικιάζει εποχές. Σε όλα τα δάχτυλα περνά δαχτυλίδια. Ό, τι περίμενε, μάγια που πιασαν.

Σε τριανταπέντε χρόνια από σήμερα θα ανέβει στο τρένο. Σε εκείνο το τρένο που να κατέβει νωρίς κανείς δεν μπορεί. Οι αποσκευές της γεμάτες κρασί και κομμάτια από μήλο. Θα μετράει τις μέρες αχόρταγη. Η προσμονή της εστίας, μόνιμη επιλογή.
Ποτέ μόνοι. Ποτέ πριν. Ποτέ τόσο φως πουθενά. Θα πει το σύνθημα και θα περάσει.

Να ταξιδεύεις το μέλλον σου μέσα μου.

Μόνο έτσι ζωγραφίζει το βλέμμα ζωή.




Μαρία Χρονιάρη
 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ
http://mchroniari.blogspot.com/2011/10/blog-post_18.html


Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

ΑΚΟΥ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

(ΟΣΑ ΠΑΝΕ ΚΙ ΟΣΑ ΕΡΘΟΥΝ)

Έλεγες, «όσα πάνε κι όσα έρθουν»
Τώρα δεν είσαι και τόσο ξέγνοιαστη.
Συνάντησες το αγκάθι πίσω απ’ το τριαντάφυλλο και σε πλήγωσε άσχημα.

Χάθηκες μέσα σου
Πρέπει σύντομα ν’ αποδράσεις.
Πρέπει να ξαναπροσπαθήσεις, άκουσε ένα καινούργιο τραγούδι.

Κάποτε έλεγες «όσα έρθουν κι όσα πάνε»
Τώρα τελευταία ακούς όλο θλιμμένα τραγούδια.
Πέταγες και κυνηγούσες τον άνεμο.
Δεν σε αναγνωρίζω πια.

Μην το παίρνεις κατάκαρδα
Θα αλλάξουν τα πράγματα
Δεν είναι τόσο χάλια
Ο ήλιος θα λάμψει ξανά.

Σε παρακαλώ, μην με κλειδώνεις απ’ έξω
Έχεις καταλάβει τι γίνεται;
Θα τ’ αλλάξω όλα εντελώς.
Θα μ’ αφήσεις να μπω;
Δεν χρειάζεσαι έναν φίλο;
Αν μπορώ να βοηθήσω, φώναξέ με.

Κάποτε έλεγες, « όσα έρθουν κι όσα πάνε»
Μην τα βάφεις μαύρα
Πριν το καταλάβεις θα ξαναβγείς στο φως
Δεν έχουν χαθεί όλα.

Κλείστηκες στον εαυτό σου
Πρέπει να αποδράσεις σύντομα
Έλα, προσπάθησε ξανά

Άκου ένα καινούργιο τραγούδι.

Rory Gallagher (1948 – 1995)
Easy come easy go

Από τον δίσκο Jinx (1982)

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

ΔΗΛΑΔΗ ΜΟΥΣΙΚΗ





Φωτογραφίες: Μαρία Χρονιάρη

Έσβησαν τα φώτα. Μπήκε ο Πήτερ Γρήν. Κιθάρες. Αγάπη που καίει. Το σαξόφωνο του Μάκη, καθηλωμένο στη βάση του, έλαμπε σαν μικρός θεός στο κέντρο της σκηνής του Ιανού. Μετά το σήκωσε για να συνοδεύσει τον Σούρμαν. Οι εικόνες έπεφταν σα χαλάζι ασπρόμαυρο και ήταν οι σφαίρες της μουσικής. Των λέξεων. Τελευταία ζωή. Η φυσαρμόνικα και η φωνή του Βασίλη. Ένα πιάνο παίζει Γουέιτς. Το κοριτσάκι γύρισε τη πλάτη του στο μέλλον. Τζαζ.

Όλα, για να ξαναγεννήσουν τη φλόγα του κόσμου, για να τον κάνουν ανθεκτικό στο μικρόβιο της ζωής.
Η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι ο τόπος όπου μπορείς να διακρίνεις το σημάδι του ανθρώπου που το έγραψε.

Η παρουσίαση διήρκεσε δυόμιση χρόνια. Ή επτά ζωές. Ή έξι μήνες και μια νύχτα.

Τα υπόλοιπα είναι σιωπή.

Δηλαδή μουσική.
Δηλαδή Θεός.

Ευχαριστώ.

ΣΣ



ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠ' ΤΙΣ ΦΩΤΟ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΗΘΗΚΑΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΣΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥ
http://www.facebook.com/media/set/?set=a.261062187272449.69114.100001060106404&type=1

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ






Παρακολουθείστε την εκπομπή της Εύης Κυριακοπούλου Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ με την συνέντευξή μου.

Μεταδόθηκε από την τηλεόραση της ΕΤ1 στις 3 Αυγούστου 2011 και επαναπροβλήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ




ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ & Friends

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Πιο νύχτα δεν γίνεται – Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου

Το βιβλιοπωλείο Ιανός και οι εκδόσεις Οξύ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου, Πιο νύχτα δεν γίνεται, την Τρίτη 11 Οκτωβρίου, στις 20.30 στο χώρο του βιβλιοπωλείου.

Ο συγγραφέας θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο του.

Την ανάγνωση θα περιβάλλουν, με το σαξόφωνο, τη φυσαρμόνικα, το πιάνο και την κιθάρα, οι μουσικοί Βασίλης Τζαβάρας και Μάκης Αναστασόπουλος, σ’ ένα μοναδικό σετ jazz + blues ρυθμών, με τους ήχους των λέξεων της νύχτας.

Γιατί η μουσική είναι σαν άγγελμα. Και τίποτε άλλο.


ΙΑΝ ΟΣ | Σταδίου 24, Αθήνα | 210 3217917