Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΟΥΛΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ





We must have died alone, a long long time ago


ΠΗΡΑ χαρτί και άρχισα να ζωγραφίζω ξανά. Για να συμπληρώσω τους ανθρώπους. Στην αρχή πάνω σε ξύλο - σχεδίασα με μανία τα περιθώρια. Ανοιξα παράθυρα και σκάλισα τα πρώτα ενιαία πορτρέτα. Να αναπνέουν τα πρόσωπα.
Ο ήλιος τα έκαιγε, τα έκανε να μοιάζουν ακόμη πιο σκούρα. Τράβαγε τα χαρακτηριστικά τους και είχαν μια τεράστια ομορφιά που εξείχε. Ενα νέο γένος σχηματίστηκε τότε σαν ατελείωτη δικαιολογία και ασυνήθιστο. Που θα συνέχιζε τον κόσμο και θα γινόταν κόσμος στη θέση του.

Ηταν λοιπόν όλα απλώς ένα ζήτημα ζωγραφικής;

Ανέτρεξα στις σημειώσεις από τη μνήμη του σώματος. Στις ακραίες κινήσεις των χειλιών όταν τρέμουν. Στον τρόμο μιας αγκαλιάς που πεθαίνει, στις αδιόρατες γωνίες όπου συχνάζει η λύπη. Την αφαίρεσα. Μουντζούρωσα με κόκκινο το περίγραμμά της· τώρα η λύπη ήταν φωτιά. Και έκαιγε σαν ηφαίστειο. Ευτυχώς η θάλασσα χάνεται τελευταία. Ετσι αναγκασμένη να βλέπει τα πάντα και την κοιτάζω. Με τρόπο καταστρεπτικό και δυσοίωνο κοιτάζω τα επικίνδυνα όπλα της, όλα έγιναν νερό μπλε. Και τη ρωτάω.

Ο Μπάουι ήρθε ξεβαμμένος Χριστούγεννα, χωρίς λωρίδες, και είχε ένα βερολινέζικο σακάκι ριγμένο στον ώμο. Του λέω σε έψαχνα να πάρεις τη θέση μου. Να κοιτάζεις με το γυάλινο μάτι σου που αντέχει, εγώ δακρύζω. Θα χάσουμε τη συνέχεια του κόσμου. Μετά πού; Πού; Γίναμε διακοσμητές της ζωής και δεν μπορούμε να ζήσουμε, γιατί ήταν μια φορά η ζωή και έφυγε μακριά, σαν ιστορία.

Είχα βγει έξω και τον έβλεπα να του μιλάει, τον παρακαλεί. Ημουν δυο, αυτός που έβλεπε αυτόν που μιλούσε και αυτός που μιλούσε. «Μπροστά μου επήγαινε ένα πλήθος χωρισμένο σε επτά χορούς, τόσο φυσικά σκαλισμένο, ώστε εξαπατήθηκαν δύο από τις αισθήσεις μου, η όρασή μου ενόμιζε ότι έβλεπε και η ακοή μου ότι άκουε εκείνο το πλήθος να ψάλλει».(*)

Τότε μια λάμψη υπερφυσική έσβησε τα πρόσωπα, με ένα φύσημα, σαν κεριά και έμεινε τίποτε. «Είσαι μια ροκ εντ ρολ αυτοκτονία», ακούστηκε η φωνή του αόρατου τραγουδιστή, από ένα βάθος, και έφυγε από τον πίνακα. Η ζωγραφική είχε τελειώσει.

Τα πρόσωπα είναι ανομολόγητοι εαυτοί. Δεν έχουν υπάρξει ποτέ πριν και είπε γεννηθήτω. Αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να γεννηθεί, είχαν γεννηθεί όλα με έναν κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο. Ολα ξεκινούσαν από έναν ήλιο που κατέληγε. Ηταν πάλι νύχτα που τύφλωνε τα μάτια μου, εδώ κάτω στη γη είναι μεσάνυχτα. Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;

Μετά έβγαλα τα ακουστικά μου και ο ήχος χάθηκε. Επανήλθε εκείνο το απέραντο κενό, αλλά σαν έκσταση. Οι ψυχές λερωμένες στάθηκαν όρθιες, σε στάση αποχαιρετισμού. Ηταν σαν τελετή δακρύων. Εκλαιγαν κάτω από τη γη.

Ενιωσα ότι για να αντικρίσεις ξανά τον ήλιο πρέπει να τον καρφώσεις στα δάχτυλά σου.

Και να καείς.


(*) Δάντης, Θεία Κωμωδία, μτφρ. Ε. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα, 1962

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/10/2011&id=319451

2 σχόλια:

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ είπε...

Κάθε φορά, κάθε κείμενο και μία απίστευτη δημιουργία, τόσο αναντίρρητα αποδεκτή.

Λέξεις - σπόροι που θα ανθίσουν, σε εκείνο το έδαφος που αντέχει να δει. Κείμενα πλήρως βιβλικά και προφητικά, που μου αφήνουν την αίσθηση οτι ακούω συμφωνική ορχήστρα να παίζει. Σκοπό, μελωδία, που δεν μπορεί να συνθεθεί από άλλο δημιουργό.

Το νέο γένος - είδος των ανθρώπων που θα προκύψει, μόνο εσύ κι ο Γιώργος Χειμωνάς στο βιβλίο του "Ο Γιατρός Ινεότης", μπορείτε να το δείτε με τόση ακρίβεια.

Μόνο που εσύ, εκτινάσσεις τα νοήματα εκεί που ο Χειμωνάς δεν θα μπορούσε να τα φτάσει, γιατί υπάρχει μία βασική ειδοποιός διαφορά: Εσύ είσαι υπέρ της ζωής. Αδιαμφισβήτητα. Κι όχι μόνο γι' αυτό. Εσύ, προχωράς τους χρόνους των ρημάτων εκεί που η γλώσσα συναντά την αναγέννησή της.

Ανοίγεις τον δρόμο για μία απόλυτα νέα γραφή. Απόλυτα δική σου. Το στίγμα σου είναι αναγνωρίσιμο, άμεσο και πλήρως στοχευμένο. Του Χειμωνά δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Κι ακόμη και στα πιο "σκοτεινά" σου κείμενα, αυτό είναι σαφές και ξεκάθαρο.

Συνέχισε να μας τροφοδοτείς με όλα εκείνα που συνθέτουν ζωή. Το έχουμε ανάγκη.

Σταύρο, να είσαι καλά. Σε ευχαριστώ.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

Μαρία,

Το τραγικό σε έναν άνθρωπο δεν είναι να μην "βλέπει". Είναι να καταφέρει να "δει". Αν δε, αυτός ο άνθρωπος είναι και συγγραφέας, τότε, τόσο το χειρότερο.

Φτάσαμε - δυστυχώς - στο σημείο μηδέν. Στο σημείο όπου τα πάντα "οφείλουν" να επαναπροκύψουν, να ξαναγεννηθούν καινούργια.

Προσπαθώ να γράψω αυτά που - δυστυχώς - βλέπω. Η "περίπτωση Χειμωνά" είναι από μόνη της η μισή ελληνική λογοτεχνία. Το σχόλιο σου, σχόλιο που τελευταία ακούω και από άλλους, εξαιρετικά τιμητικό.

Ναι, είμαι υπέρ της ζωής. Με όλα τα πόδια. Άρα: Και κατά της λογοτεχνίας. Με όλα τα χέρια.

Τότε γιατί γράφω; Δεν ξέρω. Πραγματικά, δεν ξέρω να απαντήσω.

Να είσαι καλά, Μαρία. Και τα δικά σου κείμενα προχωρούν. Πολύ.
Να προσέχεις λοιπόν το χρώμα στους τοίχους.
Όταν είναι φρέσκο κολλάει.

Σ' ευχαριστώ για την δύναμη που μου δίνετε.