Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

ΟΡΑΤΟΣ ΑΟΡΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ




(ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗ ΝΑΞΟ)


Μια μεταφυσική σκιά πλανιέται πάνω από τα κείμενα της «νύχτας». Και τα βαραίνει. Σας εσμός ανυπόφορος από μια αδιόρατη στίξη. Και όμως. Αυτή η μεταφυσική σκιά έχει έναν απολύτως φυσικό και ανυποχώρητο πρόγονο: Το τέλος.

Ομιλούμε για το τέλος του καιρού, το τέλος των πραγμάτων, το τέλος του ανθρώπινου μύθου; Για όποιο τέλος και να ομιλούμε, έχουμε ήδη μπει στη διαδικασία. Έχουμε ήδη αρχίσει, δειλά, να αρθρώνουμε σε λέξεις μια αρχή.

Υπάρχουν δύο ειδών κόσμοι: Ο ορατός και ο α-όρατος. Ο ορατός είναι φθαρτός, λυσιτελής, επαληθευμένος, α-νόητος. Ο α-όρατος είναι η περιοχή εκείνη που μπορεί να μας εξασφαλίσει μια θέση στους ναούς του μέλλοντος. Να καταστήσει δηλ. αισθητό το υπερβατικό και να το ακεραιώσει. Να δώσει διάρκεια στο ελάχιστο της στιγμής. Σ’ αυτόν τον κόσμο ανήκει η τέχνη.

Χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να ονομάσουμε τα πράγματα; Όχι. Τις χρησιμοποιούμε για να τα αντικαταστήσουμε, για να έχουμε μια εικόνα μόνο των πραγμάτων αντί για τα ίδια τα πράγματα, ένα ανεπαίσθητο ίχνος τους, μια πατημασιά, μια αντίληψη του πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα. Άρα, χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να τοποθετήσουμε πάνω τους νέα πράγματα, αφού τα παλιά δεν μας είναι αρεστά. Τις γράφουμε για να ιδρύσουμε τον κόσμο, στα περιθώρια των γεγονότων που πεθαίνουν. Τις γράφουμε πάνω στις στάχτες για να ξαναγεννήσουμε τη φλόγα του χρόνου, για να τον εξευμενίσουμε, να τονώσουμε το ανοσοποιητικό του σύστημα και να γίνει ανθεκτικός στο μικρόβιο της ζωής.

Μόλις αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε την αναγκαιότητα της λογοτεχνίας και να μπαίνουμε σε μια περιοχή υψηλής επικινδυνότητας.

Αυτός ο προφανής κίνδυνος, το ρίσκο της όρασης του αόρατου, παρέχει, παρόλο το θάμβος του ζόφου που περικλείει, αναπάντεχες εγγυήσεις: Αν επιχειρούσα να σταχυολογήσω μερικές απ’ αυτές, θα στεκόμουν περισσότερο στις εσωτερικές – τέτοια είναι η εγγύηση του ραγδαίου φωτός, ένα φως σε βαθμό τυφλότητας. Τι σημαίνει όμως αυτό;

Γνωρίζεις καλύτερα το τούνελ, όταν εισέρχεσαι σε αυτό με όλες σου τις ζωές αναμμένες. Ο βαθμός ετοιμότητάς σου αγγίζει το ζενίθ. Αρχίζεις και ψηλαφίζεις τα τοιχώματά του, αισθάνεσαι την υγρασία του στα κόκκαλα σου, μπορείς να διαπιστώσεις τα δομικά υλικά του να πικρίζουν στη γλώσσα σου. Μέσα στον ασφυκτικά οριοθετημένο διάδρομο ενός τούνελ αντιλαμβάνεσαι καλύτερα την αξία της αναπνοής. Μικρές κοφτές ανάσες – για την οικονομία οξυγόνου – ρυθμικές, περίοπτες, όσο οι αδιευκρίνιστες φράσεις που ηχούν.

Το οργανικό σώμα ενός κειμένου μοιάζει με σάλπιγγα. Υποδέχεται το νόημα, αλλά το αποσιωπά. Το κρύβει από τον εαυτό του πεισματικά. Για λόγους επιβίωσης.

Πιστεύω ότι για να επιζήσει η φράση έχει ανάγκη τη σιωπή. Μια αδιαπραγμάτευτη, αφοσιωμένη σιωπή, σφηνωμένη εκεί, στους ψευδότιτλους των λέξεων και στα κενά διαστήματα ανάμεσά τους. Εκεί, που πνίγονται αγέννητα, τα μεγάλα νοήματα.

Χρειάζεται κανείς να αλλοιώσει το νόημα, να σκιάσει το περίγραμμά του, να το θολώσει – σαν βροχή στο τζάμι – για να το απελευθερώσει από το αβάσταχτο βάρος της σημασίας του. Έτσι, θα αφεθεί ακατέργαστο, στις προοπτικές του.

Η λογοτεχνία μπορεί αυτό να το κάνει καλύτερα απ’ όλες τις τέχνες. Αρκεί να αφουγκραστεί τον ρυθμό ανάποδα, να δει όλες τις εικόνες σαν παρά φύσιν τεκμήρια ενός αφανέρωτου κόσμου. Φανταστείτε τι μπορεί να αποκαλύψει ένας ευρυγώνιος φακός, σε τι αόρατες λεπτομέρειες μπορεί να οδηγήσει ένα συμβατικό κάδρο, έναντι του κανονικού. Η αποκάλυψη που προξενεί ένα κείμενο είναι εξ ίσου τρομακτική.

Ό,τι η λογοτεχνία δημιουργεί σαν μετείκασμα της πραγματικότητας, μόνο η ζωή μπορεί να το αντιγράψει και να το χρίσει πραγματικό. Εντολοδόχος αυτής της ασύλληπτης δυναμικής ο συγγραφέας, καλείται να δημιουργήσει εκ του μηδενός, σαν τίποτε να μην είχε προηγηθεί, σαν θεός που εντέλλεται να ποιήσει το α-φύσικο. Υπάρχει ένας κόσμος που οφείλει να καταστραφεί για να γεννηθεί ο καινούργιος και θα καταστραφεί μόνον απ’ αυτόν.

Είμαστε κάτοικοι ενός σύμπαντος που αποτελείται από λέξεις. Λέξεις που δεν του ανήκουν. Δεν τις δημιούργησε αυτό, δεν μπορεί να ταυτιστεί με την ακατασκεύαστη πλευρά τους, δεν όρισε αυτό τον νόμο που τις διέπει. Απλώς, τις χρησιμοποιεί, για να νοηματοδοτήσει και να νοηματοδοτηθεί. Χρησιμοποιεί αυτήν την απολύτως καθορισμένη συνθήκη των λέξεων, αρκούμενο στα γεγονότα και στην περιγραφή τους.

Εδώ έρχεται η λογοτεχνία – και μιλώ για μια λογοτεχνία απόκρημνη, οριακή, ένα μάγμα όλων των τεχνών μαζί, για να αλλάξει την όψη των πραγμάτων, να ανασηκώσει το δέρμα τους. Μια λογοτεχνία της αφανέρωτης μορφής, όχι των ιδεών.

Τι υπάρχει από κάτω; Δεν έχει τόσο σημασία να το βρούμε, όσο η απόφαση να το αναζητάμε διαρκώς. Αυτή η αχόρταστη πράξη της εκθεμελίωσης, της ταλάντευσης ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο, παραμένει πάντα ο μεγάλος στόχος.

Το βιβλίο αυτό είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Πιστεύει – αυτό που πιστεύουν τα βιβλία ως ακραία περιστατικά της ζωής των ανθρώπων – στο εποίησεν της Γένεσις.

Δηλαδή, στην αρχή, που αφετηρία της είναι το σημείο μηδέν.


Κάθε συγγραφέας είναι ένας θεός που αναιρείται.


Σταύρος Σταυρόπουλος

Ενετικό Κάστρο Νάξου

Σάββατο 10।09।2011


Δεν υπάρχουν σχόλια: