Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

ΠΩΣ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΝΕΥΣΕΙΣ


ΥΣΤΕΡΑ από 39 συνεχόμενα βράδια ξημέρωσε. Ξημέρωσε ένα βράδυ, σκέτο καλώδιο. Φυγαδευμένη νύχτα, και υγρασίες, τα σαλιγκάρια στους τοίχους. Αρωματική παρέλαση. Των φόβων, πληθυντικός αριθμός. Σαπουνίζαμε τις ζωές μας στο πάτωμα. Μ' ένα μπουκάλι κρασί. Αντε, να πιεις τον πόνο σου. Αντε, να πιω τον δικό μου. Είναι καιρός, ήρθε.
Ο χρόνος και η σκιά του. Επεφτε κάθετα. Ο ημιτελής, δίδυμος πόνος. Των ανθρώπων. Εκείνο το μπρούντζινο ποίημα του Παπατσώνη.

Τα μαλλιά σου ήταν γεμάτα ελιές. Ετσι όπως φυσούσε ο αέρας μέσα, από τη μια σκούρο πράσινο, από την άλλη ασημί της θάλασσας με φεγγάρι, άλλαζαν διαρκώς πρόσωπο, αφήνοντας τα αβγά τους παντού. Ενα δάσος μαλλιών γεμάτο άγριο λάδι κάρπιζε μπροστά στα μάτια μου. Ο,τι μπορούσα να αφήσω τον εαυτό μου να δει ήταν ελιές. Αρχαίες ελιές που τρυπούσαν το ταβάνι και γίνονταν κουρτίνες αυλαίας.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ μούσκευε τα κόκαλα. Επέστρεφε τα νερά της με γενναιοδωρία. Πέταξα τα δάχτυλά μου στα σκουπίδια. Είχανε πάρει φως. Τα δίπλωσα προσεκτικά σε μια χαρτοπετσέτα· για την επόμενη ανακύκλωση ζωών που είχαν βαρεθεί να πεθαίνουν και ανέπνεαν. Είχες τη λίμνη με τα νούφαρα, του Μονέ, μέσα σου. Επρεπε κάπου να τη δώσω. Θα πλημμυρίζαμε. Στάθηκα μπροστά στο παγκόσμιο τραύμα, το κοίταξα. Είδα τη λύπη να κατεβαίνει. Αργά. Πρώτη φορά κάτω απ' τα δάχτυλά μου, ο όλεθρος -ένας διακοσμητικός θάνατος. Πρώτη φορά να μην ξέρω για τις αλχημείες της νύχτας.

ΤΕΛΙΚΑ βλέπεις μόνο τον εαυτό σου στον άλλο: Ενα εγώ ανάμεσα σε στάχυα που έχασε το οπτικό του πεδίο. Αποδέχομαι αυτόν τον θρίαμβο της ήττας. Αυτή την άψογη ματαίωση. Πόσο δύσκολο είναι να δεις αυτό που βρίσκεται κάτω απ' τα μάτια σου; Πόσο δύσκολα το αναγνωρίζεις; Φυσάς και περνάει. Μετά λες, το ήξερα. Και μετράς σταυρούς.

Δεν μπορεί σε κανένα αντίο να μην κρύβεται μια σπίθα καλωσορίσματος. Αρκεί να τελειώνουμε με τους ορισμούς και τις βεβαιότητες. Να τελειώνουμε. Το λέει η νύχτα που ξέρει. Που έχει καλύτερη θέα στις ερμηνείες.

ΠΑΜΕ μια εκδρομή, πάμε. Σαν εκείνες τις σχολικές ετήσιες με τα πουλμανάκια και τους δασκάλους. Με κείνα τα εκ προμελέτης χαμόγελα που σημάδευαν βαθιά μέσα. Να τρέχουνε βράδια κλειδωμένα πάνω μας κι εμείς στη μηχανή, αναμμένα βλέμματα. Να μην ξημερώνει ποτέ. Να βαραίνει η αγρύπνια στα βλέφαρα, αγέρωχο κόσμημα. Και να βρέχει. Χωρίς διάλειμμα. Και να κυλάει η βροχή πάνω μας, αρχαίο ποτάμι -άλλος Ηριδανός. Και να φιλάω τη βροχή. Στα ρυάκια των ματιών σου.

Να μ' αναπνέεις. Μέχρι το τέλος της βροχής. Το τέλος τής επιτέλους νύχτας.

Να μ' αναπνέεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=135485

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

ΟΙ ΤΑΦΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΕΔΩ


Η ΨΥΧΗ είχε γίνει Τιτανικός. Βυθιζόταν σ' ένα αρχαίο κατρακύλισμα, που δεν είχε καμία σχέση με το μετά. Επαιζε μια μελαχρινή μουσική, του Τάσου Μελετόπουλου από τη «Διάφανη Πεταλούδα». Δεν υπήρχε κιβωτός, ούτε Νώε. Χειμώνας πάλι. Οχι βαρύς. Σιωπηλός μάρτυρας της αιώνιας πράξης.
Ο Θεός είχε καθήσει σε μια γωνία και προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο. Ο αναπτήρας το μετάνιωνε. Οι σπόροι που έπεφταν στο χώμα φύτρωναν έλατα που παλιά ήταν κυπαρίσσια. Τρυπούσαν το ύφασμα με τα κλαδιά τους και ανέβαιναν. Μια θάλασσα έμπαινε με φόρα. Μια θάλασσα στα παράθυρα. Μια φωτιά.

ΚΑΠΟΙΑ στιγμή άνοιξαν τα κύματα και πέρασε από μέσα τους ο Μωυσής. Δίπλα του στεκόταν η Παρθένος Μαρία, τον κοιτούσε έως το μέσα. Φορούσε ένα μαύρο νυχτερινό σατέν, το ένα της στήθος έκθετο. Ελαιώνες οι κόμποι των γονάτων της. Από πίσω, μια ολόκληρη Παλαιστίνη. Ενα δίδυμο όνειρο που καιγόταν. Κρατούσε τις δέκα εντολές - ανάποδα. Να φονεύεις. Να μοιχεύεις. Να κλέβεις. Να ψευδομαρτυρείς μαρτυρίαν ψευδή. Να επιθυμείς πάντα όσα τω πλησίον σου εστί. Και άλλες: Να καις. Να κρατάς. Να θυμάσαι.

ΗΡΘΕ ο Ελβις Πρίσλεϊ. Ο Φεντερίκο Φελίνι. Ο Νιλ Γιανγκ. Θέλω να ζήσω, θέλω να δώσω. Θέλω να διασχίσω τους ωκεανούς ψάχνοντας για μια καρδιά από χρυσάφι. Το Δευτερονόμιο μπερδεύτηκε με το «Ι-ching», το Λευιτικό με τον «Φύλακα στη σίκαλη». Η μουσική ανέβαινε σκάλες, συγκολλούσε μικρά κομμάτια από ανεπίκαιρες μελωδίες και τα έκανε αγγίγματα. Προέκυπτε μια άβυσσος εποχών. Μετά, φυσαρμόνικα. Τα Ευαγγέλια έπρεπε να ξαναγραφούν.

ΣΤΟ ΦΩΣ του κεριού είδα ξαφνικά τα νεκρά σώματα των χρόνων μου που περνούσαν. Αναγνώρισα τη γριά επιδερμίδα. Χλομή, ένα γυαλί βλέμμα. Ισχυαν όλες οι απαγορεύσεις μαζί. Η κηδεία τους πέρασε από μπροστά μου, σαν τελετή ενηλικίωσης. Αφησα ένα λουλούδι σε κάθε έναν από τους εαυτούς μου και έφυγα. Ενα άοσμο λουλούδι. Από απόσταση.

ΕΞΩ ΠΗΡΕ να ξημερώνει. Το φως επίμονο, αληθινό, περίσσευε μέσα στην αγκαλιά μου. Τροφοδοτούσε τις αρχές των απαλών άκρων. Αυτή η ομορφιά είναι γκρεμός, πονάει το σώμα. Το τρυπάει σαν στίχος του Λέοναρντ Κοέν. Ξεπερνάει τις ελάχιστες δυνατότητες του μυαλού. Μέσα η θάλασσα είχε ησυχάσει. Ημουν ένας απλός περιπλανητής που είχε κουραστεί να ξαναρχίζει.

Χειμώνας πάλι. Οχι βαρύς. Τελειώνουν τα μάτια μου. Πάνω στο μεταξωτό πρωινό του. Αφήνουν έναν άσπρο λεκέ χλωρίνης, λες και το νέο προετοίμαζε την εξαφάνιση του παλιού μέσα απ' τη διάνοιξη των ορίων του. Η γεωγραφία αυτού του άσπρου είναι το μέλλον. Που έρχεται.

Μετράω ξανά τα ευαγγέλια, πνίγονται μες στα χέρια μου. Δεν συμφωνούν ούτε με τα γνωστά ούτε με τα κρυμένα. Είναι πολύ περισσότερα - αλλά θυσιασμένα: Ενα άγνωστο ολοκαύτωμα ομορφιάς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=133389

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΗΤΡΑΣ - ΜΗΧΑΝΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ


Αύριο, Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου, στον Ιανό (Σταδίου 24) στις 6μμ, ο συγγραφέας Μιχάλης Μήτρας παρουσιάζει το βιβλίο του Μηχανή αναζήτησης (εκδ. Νεφέλη) και συνομιλεί με τον Σταύρο Σταυρόπουλο, για την "περιορισμένη" λογοτεχνία, την γραφή που διαβάζεται αλλά και βλέπεται, την συγκεκριμένη ή οπτική ποίηση και όλα όσα διαμόρφωσαν την στάση του απέναντι στα κυρίαρχα ρεύματα της ελληνικής πεζογραφίας τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Από χρόνια η κριτική έχει επισημάνει ότι ο Μ.Μ. υιοθετώντας μια εικονοκλαστική γραφή δεν ακολουθεί τις συμβατικές μορφές αφήγησης, επειδή προφανώς θεωρεί ότι αυτές δεν μπορούν να αποδώσουν την σύγχρονη πολυδιάστατη πραγματικότητα. Πατώντας πάνω στα πιο ριζοσπαστικά κινήματα του 20ου αιώνα ( υπερρεαλισμός, νταντά, λετρισμός, νουβώ ρομάν ) και με ελληνικές του αναφορές τον Καχτίτση, τον Γονατά, τον Πεντζίκη και ίσως τον Χειμωνά, ο Μ.Μ. με αδιάλλακτους και αμετανόητους πειραματισμούς προσπαθεί, αν και πιστεύει ακράδαντα στη μορφή, να επιτύχει μια παρωδία της μορφής.
Οι εκδοχές που κατατίθενται σ’ αυτό το βιβλίο, υπενθυμίζοντας την μακρά λογοτεχνική του πορεία, είναι κυρίως από την συγκέντρωση τριών προηγούμενων βιβλίων του:

-Φανταστική νουβέλα, ιδιωτική έκδοση, 1972
-Αστική τοπιογραφία, εκδ. Αιγόκερως, 1982
-Αόριστες λεπτομέρειες, εκδ. Απόπειρα. 1990

συν την τελευταία ενότητα Μηχανή αναζήτησης που αποτελείται από κείμενα ανέκδοτα ή δημοσιευμένα σε περιοδικά κατά την περίοδο 1992-2006.

Η πρόζα του βιβλίου είναι, νομίζει κανείς, ένα καταιγιστικό μοντάζ πλάνων από το σινεμά της νουβέλ βάγκ, και κυρίως, την αποδομητική κινηματογραφική μηχανή του Ζαν Λυκ Γκοντάρ. Υπάρχουν εικόνες από το Δυο ή τρία πράγματα που ξέρω γι αυτήν, απ’ το Αρσενικό – Θηλυκό, από τον Τρελό Πιερό, από το Γουήκ Έντ, απ’ το La Passion.
Παρουσιάζεται ένας κόσμος σε διάλυση, που απώτερος σκοπός του είναι να επικοινωνήσει, ή καλύτερα, να κινηθεί προς την προσπάθεια της επικοινωνίας. Υπάρχει ένα ζευγάρι καθ’ όλο το μήκος και το πλάτος του βιβλίου που προσπαθεί να αγγιχτεί. Μέσα στην απουσία τους, που είναι η παρουσία του περιβάλλοντος χώρου. Υπάρχουν κινήσεις που σημαίνουν ή δεν σημαίνουν. Υπάρχουν εγγραφές που τις παρακολουθείς περισσότερο με την αναπνοή σου και λιγότερο με το βλέμμα – αν και παραδόξως πρόκειται για οπτική ποίηση.
Ο λόγος του Μ.Μ. ελλειπτικός, υβριδικός, αποσπασματικός, θραυσματικός και πάνω απ’ όλα μοναχικός, σου παρέχει την δυνατότητα να πας πέρα από τις τυπωμένες λέξεις για να συναντήσεις το ανέγγιχτο, το ανείδωτο, το ανείπωτο και να δημιουργήσεις το δικό σου ονειρικό σύμπαν, το δικό σου καταφύγιο γραφής, το οποίο εν τέλει και καλείσαι να συμπληρώσεις, αναιρώντας το. Κυρίως όμως σε προκαλεί να το φανταστείς.

Σταύρος Σταυρόπουλος, Ιανός, 17-2-10

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Ο ΠΑΦΛΑΣΜΟΣ της ήταν αδιόρατος· σχεδόν βουβός. Οταν αντίκρισε αυτό το βαθύ κόκκινο, του ήρθε στον νου ο ιριδισμός που κάνει το φως καθώς πέφτει σε μια σκοτεινή τρύπα. Το περίεργο ήταν ότι αυτό το χρώμα είχε τη δική του αναπνοή. Αδύνατη στην αρχή, επιταχυνόμενη μετά, αιώνια στο τέλος. Η ταχυπαλμία του κόκκινου διέσωζε μια περιοδικότητα που τον ξάφνιαζε.

Οταν βούτηξε το δάχτυλό του μέσα στη ζεστή μπογιά, αισθάνθηκε σαν ζωγράφος που προετοίμαζε πυρετωδώς το μεγαλύτερο έργο του. Δοκίμασε λίγο το χρώμα στη γλώσσα του - ή ήταν αίμα; Αγγιξε τις πτυχώσεις του μια μια, ακούμπησε κάθε ζωή του ξεχωριστά, είδε μια ασυνήθιστη παλίρροια να παρασύρει τα μάτια του. Αναγκάστηκε να τα βγάλει. Χωρίς μάτια θα μπορούσε να το κοιτάξει καλύτερα.

ΑΦΗΣΕ αυτή τη μικρή θάλασσα να τρέξει πάνω στα χέρια του. Και να τα βάψει. Μύρισε το ιώδιό της που διέφευγε, άνοιξε και έκλεισε πολλές φορές τη σιωπηλή σπηλιά, όπου κατέφευγαν πειρατές, παράνομοι ήρωες και θαυμάσιοι εαυτοί.

Εκεί υπήρχαν όλα τα είδη ψαριών - για τη διαιώνιση του είδους. Ολα τα τροπικά κοράλλια. Ενα μαλακό πλαγκτόν σκέπαζε σαν κουρτίνα την επιφάνειά της, από κάτω γυάλιζε το νερό. Παραμέρισε με τους δείκτες των χεριών του τους διαφανείς ρόζους για να δει τον πυθμένα. Βρήκε μερικά βιβλία του Σαίξπηρ. Το τελευταίο άλμπουμ τού Ιγκι Ποπ. Κάποια γράμματα του Κάφκα. Τις ερωτικές επιστολές του Χένρι Μίλερ στην Αναΐς Νιν. Εναν πίνακα του Σαγκάλ. Το σενάριο μιας παλιάς ταινίας του Βέντερς.

Η ΠΟΙΗΣΗ ήταν σχεδόν συνυφασμένη με το δέρμα της. Κάποιοι κόκκοι της θύμιζαν Λόρκα. Πήρε μερικούς στα δόντια του και τότε πρόβαλε το φεγγάρι. Ζήτησε αίμα γιατί οι άνθρωποι το άφησαν έξω απ' το σπίτι τους. Γιατί θέλησαν να βγάλουν το φως απ' τη ζωή τους. Ζήτησε ένα ματωμένο νυφικό, έναν ματωμένο γάμο. Μια κόκκινη απόδειξη έρωτα. Αυτό, που έβγαινε μέσα απ' τη θάλασσα, σαν οιωνός αρχαίος.

ΠΗΡΕ τη θάλασσα και την έφερε σπίτι. Την ακούμπησε στο σαλόνι του, της έβαλε να ακούσει Σοπέν για να ηρεμήσει, την κοίμισε μέσα στα χέρια του σαν μωρό. Ηπιε κάποιες γουλιές της. Χανόταν και μούλιαζε σε αλμυρά νερά. Πνιγόταν σ' ένα βαθύ κόκκινο. Κάθε που έβγαζε το κεφάλι του έξω να αναπνεύσει, έπρεπε να κολλήσει το στόμα του στο δικό της· για να σωθεί. Ο αέρας που ερχόταν απ' τα νερά της ήταν ζωής.

Θα έμενε διασωληνωμένος μαζί της. Το ήξερε. Θα έμενε στον βυθό της για να βγουν στην επιφάνεια. Θα τη σκέπαζε με το κόκκινο σώμα του. Θα άκουγε το φεγγάρι που ζήτησε αίμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=131101

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣΜΟΥΣ;


ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ η μέρα ήταν γιορταστική. Η μηχανή πάρκαρε μόνη της κάτω από το μοναδικό δέντρο. Οι αναβάτες της ήταν αόρατοι. Μπορούσες να τους διακρίνεις μόνο μέσα απ' το φως, που χαλασμένο σκορπιζόταν τριγύρω. Μύριζε κέικ σοκολάτα με καβουρντισμένα αμύγδαλα.

Μια παλιά βάρκα ξεφλούδιζε άδικα κάτω από τον λιγοστό ήλιο. Στα πλάγια το όνομα ήταν μισοσβησμένο. Υπήρχαν τα κεφαλαία γράμματα μι και άλφα, αν ήσουν τυχερός εμφανιζόταν μπροστά σου το μαύρο σχήμα ενός γυναικείου ονόματος. Ενα λούτρινο αρκουδάκι κοιτούσε προς τα εκεί που ευνοούνταν οι γραμμές του ορίζοντα. Στο στήθος του ήταν καρφιτσωμένη μια κονκάρδα. Ελεγε: Don't worry, Ι' m happy. Ενα χοντρό σκοινί έσφιγγε δυνατά τον λαιμό του, τα νεύρα είχαν παραλύσει. Το βλέμμα του είχε αυτή την άγονη απόγνωση του μελλοθάνατου.

Ψηλά στον ουρανό, μέσα από τα καρφιτσωμένα σύννεφα, σχηματιζόταν μια λίμνη φωτός: Ενα μεγάλο όμικρον - από το ρήμα ουρλιάζω.

ΜΕΤΑ ΣΚΕΠΑΣΤΗΚΑΝ όλα από μια διάρκεια. Επεσε μια σιωπή -δύο μέρη- βγαλμένη από τα σπλάχνα των ματιών. Η θάλασσα βούλιαξε, βυθίστηκε κάτω από τα έγκατά της. Αρχισαν να εμφανίζονται γράμματα. Ενα ένα και όλα μαζί. Ολα όφειλαν τον θάνατό τους σε κάτι που δεν είχε υπάρξει πριν.

Εκείνος είπε: Δεν είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.

Εκείνη είπε: Σημασία έχει να αισθάνεσαι.

Εκείνος είπε: Υπάρχουν ρινίσματα σελήνης, δεν μπορώ να δω πέρα.

Εκείνη είπε: Αν κοιτάξεις προς το μέρος μου, θα πετάξω.

Εκείνος είπε: Δεν έχω άλλη δύναμη, με λήστεψαν τα φαντάσματα.

Εκείνη είπε: Ο φόβος περιμένει στους δειλούς.

Εκείνος είπε: Θέλω, αλλά δεν θέλω. Δεν μπορώ να μπορώ.

Εκείνη είπε: Μόνο τα μάτια μπορούν. Να βγάλουν κραυγή.

Εκείνος είπε: Πρέπει να στεγνώσω το σώμα μου μέσα σου. Εχω γεμίσει φονιάδες. Κυνηγημένους.

Εκείνη είπε: Θα μπορούσα να σε χαράξω. Εως τη στάχτη.

Εκείνος είπε: Κι αν με άτιμο πεθάνουμε θάνατο;

Εκείνη είπε: Θα ακουστεί η κρυμμένη μας δύναμη. Στις αυλές των σπιτιών.

Εκείνος είπε: Κι αν κατεβούμε τις σκάλες και δούμε τους πεθαμένους;

Εκείνη είπε: Ασ' τους. Κοιμούνται χωρίς λύπη.

Εκείνος είπε: Πες μου, πες μου, πιστεύεις στους χωρισμούς;

Εκείνη είπε: Ακράδαντα.

ΑΡΧΙΣΑΝ τότε να γεννιούνται όλα απ' την αρχή. Εφάνηκεν η θάλασσα. Η αφρώδης συμπεριφορά της σαμπάνιας. Χειμών βαρύς, του Παπαδιαμάντη. Διελύθη πάνω στο φως. Εξεριζώθη η λύπη και έφυγεν. Εχάθη.

Η μηχανή ξεκίνησε μόνη της. Οι αναβάτες της ήρθαν αόρατοι. Το δέντρο είχε αφαιρεθεί. Στη ρίζα του φύτρωνε πια η ανάγκη.

Από κάπου μακριά μύριζε κέικ σοκολάτα με καβουρντισμένα αμύγδαλα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=128718

ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ Η ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ: ΜΙΑ ΑΣΕΒΗΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Γ.Κακουλίδης

Τον βρήκα στον σταθμό, είχα καθυστερήσει. Κυριακή απόγευμα, ο Ολυμπιακός νίκησε. Από το αμάξι έτρεχαν λάδια. Και απ' τη ζωή μου. Κάποια τσιμούχα είχε φύγει από τη θέση της. Σταματήσαμε στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς για μελομακάρονα. Τα ποιήματα μπορούσαν να περιμένουν. Ηταν γεμάτος ενθουσιασμό, αλλά μιλούσε μάλλον θυμωμένα. Αυτά που πονάνε, βγάζουν θυμό. Δικαίως. Κάτω από τη μασχάλη του κρυβόταν μια ακουαρέλα. Μου την πρόσφερε. Ηταν δώρο. Φιλίας. Για μένα. Εφτιαξα έναν καφέ. Μου ζήτησε το The Coln concert του Κιθ Τζάρετ. Το είχα. Το βινίλιο έκανε αυτή τη μαγική περιστροφή του πριν ακουστεί. Το πιάνο ήταν θανάσιμο. Επεσε μια σιωπή. Σε δύο μέρη. Μετά πήραμε μπρος. Αρχισαν να γλιστράνε οι λέξεις.

Γιώργος Κακουλίδης: Μεγάλωσα μέσα στο ατελιέ ζωγραφικής του πατέρα μου με θηρία, όπως ο Νίκος Καρούζος, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Αλέξης Ακριθάκης, ο Μάριος Χάκκας. Είμαστε μια οικογένεια εικαστικών: ο παππούς μου, ο γλύπτης Γιώργος Κακουλίδης, το 1934, διαμόρφωσε την πλατεία Ομονοίας, που λεγόταν τότε πλατεία Μουσών. Ο πατέρας μου, Δημήτρης Κακουλίδης, ήταν ζωγράφος διεθνούς ακτινοβολίας, από τους σημαντικότερους της γενιάς του και κατά έναν παράξενο τρόπο είχε το τέλος που του έδωσε ο Μάριος Χάκκας στο βιβλίο του «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες». Εγραψε ο Χάκκας: Ο Μήτσος κλάταρε νωρίς. Πράγματι, ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος. Μόλις 53 ετών. Του οφείλω τα πάντα.

Σταύρος Σταυρόπουλος: Εχω ακούσει πολλές ιστορίες για την εφηβεία σου. Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας. Αλητεία να φάν' κι οι κότες...

Γ.Κ.: Μπάρκαρα στα δεκάξι μου, γύρισα όλο τον κόσμο, ήταν επιλογή ζωής. Φυσικά, αλήτεψα. Από το '76 και μετά συνδέθηκα με την αντεργκράουντ σκηνή των Εξαρχείων, γνώρισα τον Τάσο Φαληρέα, τον Γιώργο Κούνδουρο, τυπώσαμε καταπληκτικά πράγματα, περιοδικά, βιβλία, εφημερίδες. Κι έπειτα έπεσα πάνω στον Μοσκώφ. Νιώθω γεμάτος. Εκανα τα πάντα στην ώρα τους. Κατέβηκα στην Κόλαση, έριξα μια ματιά τριγύρω και επέστρεψα. Συνεχίζω.

Σ.Σ.: Ο Κέρουακ έγραφε γι' αυτούς που λιώνουν τις νύχτες «σαν κίτρινα ρωμαϊκά κεριά»... Οι μπίτνικς ήταν μια γοητευτική ιστορία. Ολους μάς συνεπήραν. Γέμισαν τα μάτια μας ανοιχτούς δρόμους. Στην Ελλάδα το πήραμε χαμπάρι λίγο αργά. Ευτυχώς, υπήρχαν η Μήτσορα, ο Κουτρουμπούσης, ο Πουλικάκος.

Γ.Κ.: Ωραίοι τύποι. Μποέμ...

Σ.Σ.: Ο μύθος τού μποέμ λειτουργεί σήμερα;

Γ.Κ.: Να σου πω πώς λειτουργεί: σαν σάκος του μποξ. Τελευταία επίθεση που δέχτηκα, ήταν από μια δημοσιογράφο-κριτικό λογοτεχνίας. Δεν φτάνει που με κριτίκαρε στο κείμενό της, έψαξε και συγγενείς μου να μάθει ποιος είμαι, πώς διάγω. Οσα άκουσε πήγε και τα μετέφερε στους συναδέλφους της, της συντακτικής επιτροπής του εντύπου που δούλευε, «κριτικούς λογοτεχνίας» κατά τ' άλλα.

Σ.Σ.: Η «κριτική», όταν δεν μπορεί να δει το προς κρίσιν έργο, γιατί πιθανότατα δεν το καταλαβαίνει, βλέπει και κρίνει τον τρόπο ζωής τού δημιουργού του. Είναι πολύ πιο εύκολο, πολύ πιο βολικό, από το να σκύψει πάνω από το έργο με τιμιότητα. Ο σωστός κριτικός πρέπει να παραμερίσει, για να περάσει το έργο. Αντιθέτως, το εγώ του τού φράζει τον δρόμο. Το παρεμποδίζει, το παρενοχλεί, το ζηλεύει. Και αρκετές φορές το ιδιοποιείται. Την ίδια στιγμή που αποκεφαλίζει τον δημιουργό του. Παράξενο, δεν είναι;

Γ.Κ.: Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για το πώς ο κριτικός από αλογόμυγα εξελίχτηκε σε επικίνδυνη αρσακειάδα. Εγώ έχω υποστεί πολλές πράξεις βαρβαρότητας από δαύτους. Τώρα πια, με όλα όσα βλέπω, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να φτύνω και να γελάω. Και φυσικά, το πληρώνω, όπως και κάθε τι στη ζωή μου. Κριτική μπορεί να γράψει μόνο ποιητής για ποιητή. Οπως έκανε ο Λάγιος για μένα.

Σ.Σ.: Ο κριτικός όταν γράφει είναι σε διατεταγμένη υπηρεσία; Κι επειδή προεξοφλώ την απάντησή σου, στο θέτω αλλιώς: Σε ποιες συνθήκες επωάζεται, πώς μπορεί να λειτουργήσει και με ποιον τρόπο οφείλει να διαβαστεί μια κριτική;

Γ.Κ.: Η μόνη κατάσταση που μπορεί να λειτουργήσει η κριτική είναι αυτή της τυφλότητας. Οπως αυτή της δικαιοσύνης. Ο κριτικός πρέπει πρώτα να ψηλαφήσει την αλήθεια του, έπειτα να συγχρωτιστεί με το αντικείμενο εκείνο που έχει άμεση σχέση με την προσωπική του ζωή. Μια αρσακειάδα δεν μπορεί να κάνει κριτική στο έργο του Φρανσουά Βιγιόν. Γιατί θέλει να αποκτήσει στάτους κοινωνικό, τη στιγμή που ο πραγματικός ποιητής απλώς αδιαφορεί.

Σ.Σ.: Το παράδειγμα που ανέφερες προηγουμένως, με την προσωπική σου ζωή, είναι και δείγμα ρατσισμού. Οι συγγραφείς δεν χωρίζονται σε αλήτες, τρελούς ή μεθύστακες. Χωρίζονται σε καλούς και κακούς. Και γι' αυτό, μόνο το έργο τους μπορεί να μιλήσει.

Γ.Κ.: Η κριτική καταστράφηκε από τη δημοσιογραφία. Και από τους αμόρφωτους πτυχιούχους. Από ανθρώπους δίχως βιώματα, που έκαναν ομάδες και οι στολές τους μυρίζουν χειρουργείο. Μοναδική τους φιλοδοξία είναι μια πλούσια ζωή κι ένα εξοχικό σπιτάκι στην Τήνο. Να, τι τους απαντώ εγώ.

Σ.Σ.: Οι γενιές και οι ομάδες ευνοούν το διαίρει και βασίλευε. Ο ένας βλογάει τα γένια του άλλου και είναι όλοι σπανοί... Παίζουν πολλοί σ' αυτή την αλλοπρόσαλλη σχέση, που βασίζεται στην ανταποδοτικότητα και στην αλλαξοκωλιά. Δεν ξέρεις πώς να το αντιμετωπίσεις.

Γ.Κ.: Ξέρεις, μια φορά πέταξα έξω από το «Φίλιον» με τις κλοτσιές μια «κριτικό» που εξαπάτησε εμένα, τον Ηλία τον Λάγιο και τον Σωτήρη Τριβιζά...

Σ.Σ.: Η κριτική που έκανε δειλά δειλά την εμφάνισή της μετά τη Μεταπολίτευση, ήταν εξαιρετικά «προσεκτική». Ομως, χωρίς να το καταλάβει, διολίσθησε σιγά σιγά σ' έναν στείρο ακαδημαϊσμό...

Γ.Κ.: ...ταυτίστηκε με την κυρίαρχη χυδαιολογία και ξέπεσε σε ομάδες. Που τη χρησιμοποιούν για ίδιον όφελος. Πρόκειται για φασόν που το αναπαράγουν και το αναπαράγουν, χωρίς να τους ενδιαφέρει η ιδιαιτερότητα του συγγραφέα ή του έργου.

Σ.Σ.: Σε αυτό τον χώρο όσα αποσιωπούνται είναι ακριβώς αυτά που αξίζει να μάθουμε. Λες και υπάρχει μια αόρατη συμφωνία σιωπής. Μια συμφωνία μαφιόζων. Γνωρίζουμε όσους δεν θα έπρεπε να γνωρίζουμε και δεν γνωρίζουμε αυτούς που αξίζει να γνωρίζουμε. Τα ίδια πρόσωπα παντού.

Γ.Κ.: Μας τους επιβάλλουν. Τους ασήμαντους και τους μέτριους. Και τους αόρατους. Γιατί δεν θεωρούνται «επικίνδυνοι». Δεν τους χαλάνε τη σούπα.

Σ.Σ.: Γιώργο, έγινες σαφής. Αρκεί. Θέλω να κλείσουμε με κάτι από Γιώργο Κούνδουρο, τον αδελφό τού σκηνοθέτη, γνωστή περσόνα της πλατείας Κολωνακίου και ιδιοκτήτη τού «ΕΝΑ», όπου μαζευόταν όλη η αντεργκράουντ σκηνή κατά τη δεκαετία του '70. Κάτι συμπιεστικό. Πες μου μια ιστορία. Πώς γνωριστήκατε;

Γ.Κ.: Ηταν 1976, στο μαγαζί του, και μιλούσαμε με την παρέα μου πολύ δυνατά. Ο Γιώργος έρχεται και λέει κάντε ησυχία, εμείς, παλιόπαιδα, συνεχίζουμε τον σαματά. Χαμπάρι. Πλησιάζει τότε και λέει επιδεικτικά: «Τώρα παίρνω τηλέφωνο το 100». Και το παίρνει μπροστά μας. «Ελάτε, γιατί κάποιοι αλήτες πάνε να μου χαλάσουν το μαγαζί». Σηκώνομαι απ' τη θέση μου, του λέω κοίτα να δεις τώρα. Παίρνω κι εγώ την αστυνομία και λέω: «Ελάτε, γιατί ο ιδιοκτήτης μάς ενοχλεί». Κάποτε, έρχεται η αστυνομία και ο Κούνδουρος αγέρωχος τους ρωτάει: «Χαίρετε. Είστε το δικό μου το 100 ή του κυρίου;».

Σ.Σ.: Τελικά ποιανού ήταν το 100;

Γ.Κ.: Της αστυνομίας...

Σ.Σ.: Γιώργο, σ' ευχαριστώ.

Γ.Κ.: Εγώ σ' ευχαριστώ. Με δύο μέρη σιωπή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=128714

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ...

Τυχαία εντελώς χθες, καθώς χάζευα κάποια πράγματα στο διαδίκτυο, έπεσα πάνω στο μπλογκ ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ που αναφέρεται στα βιβλία μου. Το έχουν ο Πάνος και ο Σπύρος. Μ' αρέσουν αυτές οι τυχαίες - εκτός λογοτεχνικών κύκλων - συναντήσεις. Αυτές οι επικοινωνίες με αγνώστους. Οι εν θερμώ.

Τους ευχαριστώ.

http://ixnilasies.blogspot.com/2010/01/blog-post_31.html

Ακόμα, σε ένα μπλογκ με τίτλο Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΦΟΙΒΗΣ συνάντησα μια νύχτα μου στην Ελευθεροτυπία. Να είσαι καλά Φοίβη.

http://foivh.wordpress.com/2009/10/18/%ce%bd%cf%85%cf%87%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%ce%b8%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%ac%cf%83%ce%b5%ce%b9/

Στα μπλογκ ΣΤΑΥΡΟΒΕΛΟΝΙΑ και ΚΑΡΑΒΑΚΙ 69 βρήκα και άλλες νύχτες μου. Και σε άλλα πολλά, πολλές. Πραγματικά, η ανταπόκριση του κόσμου γι αυτή τη στήλη στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ είναι πολύ συγκινητική. Τους ευχαριστώ όλους θερμά.

http://stavrochoros.pblogs.gr/tags/logotechnia-gr.html
http://karavaki69.blogspot.com/2009/10/blog-post_6422.html

Ο Σπύρος Δόικας είναι ένας άνθρωπος που με παρακολουθεί. Έχει στο διαδίκτυο ένα από τα δημοφιλέστερα site ποίησης (greekpoems.gr), αλλά και άλλα πολλά. Αγαπάει πραγματικά και απολαμβάνει τις λέξεις. Τον ευχαριστώ.

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=108409.0