Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΟΝΟΝ



ΤΟ νησί ήταν εξωραϊσμένο. Οι άνθρωποι περπατούσαν πάνω του ώς το τέλος του καλοκαιριού. Συνωστισμένοι, σχημάτιζαν μυτερές ουρές με τις πατούσες τους. Μία απ' αυτές ξεκινούσε σαν καραβάνι από την άκρη της νοτιότερης παραλίας και έμπαινε με τα γόνατα ώς το τελευταίο μπαρ.

Επαιζε κάτι που προσπαθούσε να γίνει μουσική. Ελειπαν όλα, αλλά κυρίως το φως. Είχαν μείνει μόνον οι αντανακλάσεις του για να κοροϊδεύουν τις κορδέλες του χρόνου.

ΔΙΕΣΧΙΣΑ αθόρυβα κάποια σώματα. Ηθελα να βρω αυτό που υπάρχει ανάμεσα. Ηταν έρωτας, αλλά χωρίς το θηλυκό να σκοτώνει μετά την ερωτική μάχη το ταίρι του. Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι η πραγματικότητα. Την πολεμάς, ενώ γνωρίζεις καλά ότι δεν υπάρχει. Και αυτό το πληρώνεις. Ολα όσα έχουν ενδιαφέρον σήμερα, κοστίζουν. Τα αδιάφορα είναι δωρεάν. Ηλιος. Πληρώνω σπάνιο μπλε στις αποθήκες των ματιών για να προχωρήσω.

Ο δρόμος μακραίνει συνεχώς και οι σκιές των ανθρώπων τρέχουν ανάποδα. Ο,τι περνάει σαν εικόνα μπροστά απ' τα μάτια μου γίνεται καρτ ποστάλ. Στην πρώτη στροφή, ένα ξωκλήσι. Κάθε πόρτα είναι το φυσικό μέρος ενός γκρεμού. Ακόμα και όταν είναι κλειδωμένη, αν πεις το σύνθημα, πέρασες. Αποφασίζω να ακουμπήσω στην άκρη μιας αγωνίας. Κοιτάζω εκείνο που τόσα χρόνια κανείς δεν έχει βρει. Μια ιδιωτική δύση περιμένει το βλέμμα μου. Την παίρνω απ' το χέρι και σωπαίνει.

Εκείνο που ορίζει την ανηφόρα είναι το πόσο μεγάλη είναι η αναστροφή της πορείας της. Στο μεταξύ που τις ενώνει, συναντιούνται όλα όσα ελπίζουν οι άνθρωποι. Αυτά που στην πρώτη δυσκολία θα αρνηθούν.

ΒΛΕΠΩ τα κτήρια βαλμένα προσεκτικά, σαν πάνω σε ράφι. Εκτίουν την ποινή της σιωπής. Μέσα από την υπερβολικά φορτωμένη βιτρίνα, αναγνωρίζω καθαρά τα ραγίσματα. Μοιάζουν με μέικ απ στο κατεστραμμένο πρόσωπο μιας γηραιάς σταρ. Μόνον η σιωπή υπάρχει σ' αυτό το μέρος, το γεμάτο με ομιλίες και μουσικές. Αφωνη, υποτιμημένη, ανώριμη. Κατέχει εκείνα τα διαμερίσματα της ομορφιάς που ζηλεύω.

Ο κόσμος είναι κλεισμένος απ' έξω και προσπαθεί με βία να τα ανοίξει. Ανοίγω, έχω το μοναδικό κλειδί. Ενα κοριτσάκι, σαν τελευταία απογραφή του είδους, στέκεται κοντά στο παράθυρο. Φοράει άσπρη, φαρδιά παντελόνα κι ένα ριχτό, άσπρο πουκάμισο. Με ρωτάει συνέχεια για την ηλικία του θανάτου του. Τα μάτια του, μικρές, άσπρες πέτρες, από πίσω η θάλασσα. Με το παράξενο όνομα Σαντορίνη. Αν βουτήξουμε παρέα, μπορεί να τα καταφέρουμε.

ΚΑΠΟΙΟΣ, εδώ και χιλιάδες χρόνια, σφράγισε τη νύχτα σ' ένα μπουκάλι και την άφησε σε κάτι σκοτεινά σκαλιά να μυρίζει. Ο,τι απέμεινε απ' το θρύμμα της είναι στολισμένο και σαν αρωματική βεντάλια φυσά.

Οι λέξεις έχουν βραχεί. Τα χέρια μου προσπαθούν να γράψουν το αρχαίο γράμμα, η ιστορία δεν τους κάνει τη χάρη. Αύριο, το απόγευμα θα είναι ατελείωτο, όπως η ζωή. Αυτό μοιάζει με κατάρα. Οταν δεν τρέχει αίμα, απλώς το αναπολείς. Μόνον.

Και μετά, τελείωσε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=206015

Δεν υπάρχουν σχόλια: