Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΑ ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΗ


ΣΙΩΠΗ. Τη στιγμή ακριβώς που η ψυχή των αισθημάτων απαιτεί. Κανένα σημάδι. Καμία λέξη. Σιωπή. Απέραντη. Απόλυτη. Διαλυτική. Σιωπηλοί και μόνοι οι κτύποι της καρδιάς. Να μην ακουστούν, να μην προδώσουν την ταχυπαλμία. Η καρδιά χτυπά δυνατά. Το αίμα παγώνει. Ο νους ακινητοποιείται. Και το σκοτάδι πέφτει.
Αρχίζει η μάχη. Η λογική και το θυμικό - εχθροί θανάσιμοι. Η μάχη μαίνεται. Η ζωή χάνει. Τα νεύρα τρέμουν βαθιά μες στο σώμα. Και το πρόσωπο, μάσκα.

Οι χαραμάδες να κλείσουν προσεκτικά. Είναι επικίνδυνες. Αν ξεχυθεί από κει η αλήθεια, θα τρομάξει. Αλλωστε η αλήθεια δεν αφορά κανέναν. Ούτε εμένα - γιατί δεν την αντέχω.

Σκληρότητα. Αδιαφορία. Απόφαση;

Σιωπή.

Ποτέ το όλον; Δύσκολο και να το νιώσει και να το προσφέρει και να το δεχτεί κανείς. Μόνος ο άνθρωπος συγκρούεται με τα αισθήματά του. Στην καλύτερη εκδοχή ο άλλος αντιλαμβάνεται αυτή τη σύγκρουση και την παρατηρεί, τη ζυγίζει. Στη χειρότερη απλώς αδιαφορεί. Είτε από αδυναμία είτε από πρόθεση.


ΦΩΝΗ. Οι λέξεις δεν βλέπουν παρά μόνο τριγύρω. Εχουν ένα ξαπλωμένο πέπλο στα μάτια τους. Δεμένο μαντίλι. Είναι οι υπνοβάτες της ψυχής. Από τις χαραμάδες μπαίνουν τα γεγονότα στον κόσμο. Τα συναισθήματα. Σπάνια διασώζονται. Συμβαίνει εντός. Η μάχη. Η εσωτερική σύγκρουση. Οχι, δεν αφορά τη ζωή. Η ζωή ποτέ δεν χάνει, αν η αλήθεια της δεν τρομάζει.

Ερωτεύονται την κατάσταση του έρωτα. Την ιδέα του. Εχουν ανάγκη τον έρωτα - όχι τον άλλον. Ο άλλος μόνο μεσολαβεί. Διευκολύνει το έργο. Είναι το soundtrack. Ενας κάθε φορά. Το ίδιο volume. Τερματισμένο. Η ίδια ματιά. Τους νοικιάζουν. Μετά φοβούνται.

Μουσική με λέξεις. Χωρίς λέξεις. Κοιτάχτηκαν και αγκαλιάστηκαν. Σαν τελευταία ζωή. Επί πόσες φορές; Επί τριάντα;

ΑΥΛΑΙΑ. Κλείνουν κουρτίνες. Απότομα. Αναγγέλλω τα μάτια σου. Δεν υπάρχει πρόσωπο, όλο μάτια είναι. Μάτια α-πρόσωπα. Γκρεμισμένες σπηλιές. Η αρχή της παράστασης ήταν το τέλος της.

Θα σε δακρύσω. Να βγεις. Από τις χαραμάδες. Οι δικές μου ήταν ανοιχτές. Ετρεχαν. Δύσκολο δεν είναι να προσφέρεις, αλλά να μπορείς να δεχτείς.

Εβγαλα το δέρμα μου και το άφησα στο καμαρίνι του θεάτρου. Δίπλα σε μια φωτογραφία. Και δυο ποτήρια κρασί. Αμέσως κοκκίνισε. Η καταγωγή του αίματος είναι η καταγωγή του πόθου. Δεν το δέχτηκες. Δεν το φόρεσες ποτέ. Είναι μεγάλο. Μου πλέει. Φοβάμαι.

Ηταν το νούμερό σου. Ακριβώς. Λες και κάποιος το είχε ράψει στα μέτρα σου. Λες και κάποιος ορκίστηκε να κάνει ύφασμα το κορμί σου.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=171499

Δεν υπάρχουν σχόλια: