Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Η ΑΜΥΘΗΤΗ ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ





Μαρία Μήτσορα

Με λένε Λέξη

εκδόσεις Πατάκη, σ. 226, 17 ευρώ


Στην πλατεία Κολωνακίου ξεχωρίζουν άλλες μορφές. Η Μαρία είναι η θηλυκή εκδοχή του Mick Jagger, μοιάζουνε. Ντύνεται όπως στο Λονδίνο, σάπιο μήλο, σκονισμένο ροζ, δαμασκηνί ηφαιστειογενή βελούδινα μαντώ, σκούρα χείλη, δεν της αρέσουν τα λουλούδια, εκτός από τα αποξηραμένα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ, Ως εκ θαύματος


ΣΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ η Μαρία με κοιτάζει όπως θα 'πρεπε να κοιτάζει κάθε γυναίκα: σαν iron butterfly. Τα ανασηκωμένα ζυγωματικά και το Mick Jagger ύφος συμβάλλουν απ' την αρχή στη σημειολογία του κλειστού βλέμματος - ένα βλέμμα γεμάτο λίμνες από λέξεις, λάμψεις, λαγνότητες. Σκύβω κι εγώ, όπως ακριβώς σκύβει το λάμδα, όχι για να καθρεφτιστώ, αλλά για να αποφύγω τη σύγκρουση με την παιδική ηλικία. Η φωτογραφία είναι του Μήτσου Πουλικάκου - άλλη παιδική ηλικία εκεί. Τρακάρουμε. Με κοντά παντελονάκια στο live του Ζωγράφου, κι ύστερα, «Μεταφοραί - Εκδρομαί, ο Μήτσος», Εξαδάχτυλος και διάφοροι εκλεκτοί κύριοι: ηλεκτρική κιθάρα ο Νίκος Πολίτης, πιάνο ο Δημήτρης Πολύτιμος, ντραμς ο Γιώργος Τρανταλίδης, σαξόφωνο ο Λάκης Διακογιάννης, φυσαρμόνικα ο Αγγελος Μαστοράκης. Αχ, αγωνίες, ιδρώτες, δεν αντέχω άλλο ρε παιδιά, ψάχνω να βρω μια λύση ριζική... Ωραίες εποχές. Εμπύρετες.

Τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, υπήρχαν άνθρωποι που δεν ριγούσαν από εθνική υπερηφάνεια στους ήχους της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη, δεν ξεσηκώνονταν από τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, δεν θεωρούσαν ότι τα προβλήματα λύθηκαν με την έλευση Καραμανλή. Τους ενδιέφερε περισσότερο το εσωτερικό απ' το εξωτερικό τοπίο. Ηταν, συνήθως, ντυμένοι στα μαύρα. Συμπαθούσαν τον Διάβολο και τα δάχτυλα των χεριών τους ήταν όλα σκεπασμένα με δαχτυλίδια: για να αναγνωρίζονται. Τα απαραίτητα στέκια τότε, το «Jazz club» του Μπαράκου στη Ραγκαβά, ακριβώς πάνω από τα Αναφιώτικα, το «Trip» και το «Χρυσό κλειδί» στην Πλάκα: τα «κρυφά σχολειά» της Αθήνας.

Η παρέα των «μπίτνικς του Κολωνακίου» είχε ξεκινήσει δέκα χρόνια πριν από το «Ασυλο» στη Λουκιανού, μια υπόγεια γκαρσονιέρα κάποιας Ελληνοαμερικάνας, και την «Ακαδημία», τέρμα Δημοκρίτου, στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Στο «Καφέ Βυζάντιο» στου Μπόκολα και στη «Δεξαμενή», αλλά και στο «Pop Eleven», το θρυλικό δισκάδικο των αδελφών Φαληρέα στη Σκουφά, συζητούσαν για το σήμερα και το αύριο της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και του ροκ εν ρολ. Ήθελαν πρώτα να αλλάξουν τους εαυτούς τους και μετά τον κόσμο. Είχαν βρει τη σωστή σειρά. Δεν βιάζονταν βέβαια πολύ, ή μάλλον, δεν φαίνονταν να βιάζονται, αφού μπορούσαν να «βιάζονται και ακίνητοι». Η ζωή ήταν σίγουρο πως θα τους περίμενε.

Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν πάντα μια υπερβολικά πληκτική υπόθεση γι' αυτούς· η μετεξέλιξη της Αριστεράς τούς άφηνε παγερά αδιάφορους. Προτιμούσαν τις συναυλίες στους κινηματογράφους τις Κυριακές. Τα άφιλτρα βλέμματα. Τις φωλιές από άνθη. Του κακού. Η προσοχή τους ήταν στραμμένη στα νεωτερικά ρεύματα της εποχής και στις παγκόσμιες κοινωνικές εξεγέρσεις του δεύτερου μισού της δεκαετίας του '60. Η κουλτούρα των ναρκωτικών, τα τουριστικά και τα «άλλα» ταξίδια, αυτή η εκτός νόμου προοπτική για ελευθερία -που τελείωνε, όμως, με έναν απόλυτο σεβασμό, εκεί όπου άρχιζε η ελευθερία του άλλου- ήταν τα βασικά μοτίβα πάνω στα οποία πλεκόταν ο ιστός της αράχνης τους. Ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Πάνος Κουτρουμπούσης, ο Τάσος Δενέγρης (που πρόσφατα «έφυγε»), ο Τάσος Φαληρέας, ο Σπύρος Μεϊμάρης, και η άγνωστη τότε Μαρία Μήτσορα, ήταν το ελληνικό underground, η ομάδα «Σκηνή», στην οποία αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος του το περιοδικό «Σήμα» του Νίκου Παπαδάκη. Τότε στα λεξικά υπήρχε ακόμη η λέξη παρέα.

Δύο χρόνια αργότερα, η Μάνια Τεγοπούλου και ο Ευγένιος Αρανίτσης έπεισαν τη Μαρία να εκδώσει το πρώτο βιβλίο της, «Αννα, να ένα άλλο» (Ακμων, 1978, Πατάκης, 2007), μια συλλογή διηγημάτων όπου πρωταγωνιστούν ήρωες χαμένοι: στην πόλη, στους εαυτούς τους, στην κόλαση που είναι οι άλλοι. Για να φτάσουμε στο «Με λένε Λέξη» (Πατάκης, 2008) μεσολάβησαν ακόμα τέσσερα βήματα. Ολα μετέωρα: «Σκόρπια δύναμη» (Οδυσσέας, 1982), «Περίληψη του κόσμου» (Κέδρος, 1985), «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας, 1996) και «Καλός καιρός/ Μετακίνηση» (Πατάκης, 2005). Η διαδρομή έμοιαζε να κρεμόταν από μια κλωστή, η ισορροπία της γραφής αντλούσε από την ανισορροπία του περιβάλλοντος χώρου, τα μεγάλα διαστήματα σιωπής καλλιεργούσαν εθιστικά συμπτώματα. Ο κόσμος που διάβαζε τη Μαρία Μήτσορα ήταν δεμένος μαζί της όπως ο χρήστης με τον προμηθευτή του. Ένα φιξάκι οι ιστορίες της, μια επίδειξη σκόρπιας δύναμης στην πλάτη της Αθήνας, ένας αφαλός κεντημένος ταξίδια και μισοφέγγαρα με γαλάζια στρας, μια βόλτα στην προσωρινότητα μιας αθεράπευτης επιθυμίας.

Το «Με λένε Λέξη» είναι μια αυτοβιογραφία. Παράλληλα όμως, είναι και το πιο «ψυχεδελικό» κόλπο που σκάρωσε ποτέ η Μαρία στον εαυτό της και στους άλλους - η ιδέα φάνταζε, ούτως ή άλλως, μια μεγάλη παγίδα. Οι λέξεις είναι θραυσματικές, σκάνε σαν σφαίρες πάνω στις σελίδες, αν σε πάρει κατά λάθος καμιά, ξαναγίνεσαι δεκαοκτώ χρονώ και βγαίνεις με ινδικά φουλάρια στους δρόμους. Θυμάσαι τους Roxy Music: in every dreamhome a heartache. Τότε που το σπίτι κινδύνευε να γκρεμιστεί από μια βιόλα. Είναι μερικά μέρη στο βιβλίο που νομίζεις ότι τα έχει γράψει ο Keith Richards με την κιθάρα του· φωνάζουν if Ι don't get some shelter, Ι'm gonna fade away. Με μία διαφορά: Η κατακτημένη ωριμότητα του χρόνου φτιάχνει, δίπλα στο στυλ και τη μουσικότητα της γραφής, εικόνες υψηλού λογοτεχνικού «πυρετού». Εδώ χρειάζεσαι κομπρέσες. Τα μαύρα γράμματα, όχι μόνο κόβουν, αλλά αυτή τη φορά και καίνε - όπως και να το κάνεις, η βαρύτητα και το άχθος της ηλικίας έχουν να επιδείξουν, κι αυτά με τη σειρά τους, τα αόρατα πλεονεκτήματα των εποχών που παρήλθαν:

«Ολα τα σπίτια της παιδικής ηλικίας θα έπρεπε να ανοίγουν στη μνήμη σαν τριαντάφυλλα... όμως εκείνο το σπίτι έρχεται προς το μέρος μου, αφήνοντας μέσα σε μια λεπτή ομίχλη τους αρμούς του, έτοιμο να ανοίξει σαν ματωμένο τριαντάφυλλο όταν σκύβω άλλη μια φορά πάνω από το μυστικό του. Το σπίτι πλησιάζοντάς με μικραίνει. Και το ίδιο και το ανθρώπινο περιεχόμενό του μπαίνουν μπροστά στα μάτια μου σε μια διαδικασία σμίκρυνσης. Σε λίγο, σε πολύ λίγο, μου φτάνει μέχρι τα γόνατα».

Από τη Νέα Σμύρνη και τη Βομβάη ώς το Πεκίνο και τη Νικαράγουα των Σαντινίστας, και από την πλατεία Κολωνακίου ώς την Αϊτή και τον Πολικό Κύκλο, την Κούβα και τις Ινδίες, τα όρια του κόσμου της Μήτσορα είναι τα όρια της γλώσσας της - όπως μας λέει ο Wittgenstein. Σ' αυτόν τον πολυσύχναστο κόσμο ο κοινωνικός ιστός έχει καταλυθεί. Μέσα από τις στάχτες των χαρακτήρων και των συνοικιών, αναδύονται με μεγαλοπρέπεια, σαν αρχαία θαμμένα μυστικά, οι αρχές της συντροφικότητας, της αγάπης και της αυτογνωσίας, περισσότερο ως εσωτερικές λαχτάρες, παρά ως πραγματοποιήσιμες δυνατότητες.

Εκεί, τα πάντα έχουν κριθεί. Οι λέξεις βασιλεύουν. Αντικείμενα και μορφές -το παιδικό της καρότσι, η απαραίτητη γάτα, το μικρό ροζ κρεβατάκι με τα κάγκελα που πάνω τους κρεμόταν η ανάγκη της απόδρασης, η υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα επιβεβλημένη απ' τους γονείς, ο μυστηριώδης Αλέκος Χαρούβλης, η μανία καταδίωξης, το τρομερό μάτι του Θεού, ο πρώιμος βουδισμός, η Ελένα Μακάροβα, το ροκ εν ρολ, η βιβλιοθήκη του πατέρα, όλα, λες και φυτρώνουν από μέσα της, σαν ενθύμια φρίκης, όταν ακόμα ο κόσμος ήταν καινούριος, για να μετάσχουν μαζί στο αιώνιο παιχνίδι της φυγής, για να βρούν τη μοιραία εξίσωση.

Η Μαρία είναι ένας συλλεκτικός άνθρωπος. Με τους συλλεκτικούς φόβους του, που αντέχουν. Κάποια στιγμή, όταν φοβάσαι -τους ανθρώπους ή τους φόβους σου-, ανοίγεις μια καταπακτή και χώνεσαι μέσα. Εκεί σε περιμένει ο εαυτός σου. Οι λέξεις. Αρχίζεις να τις ξεφλουδίζεις σαν τρελός, να τους χαλάς το στρίφωμα. Είναι πολύ σκοτεινά, για να φτάσεις στο φως πρέπει πρώτα να καείς. Η Μαρία τα κατάφερε. Κάηκε για να ξαναγεννηθεί. Εγινε ο ήλιος δύω.

Οι ιστορίες της μακροημέρευσαν σαν τα καλά κρασιά στο κελάρι, πάλιωσαν ευεργετικά και συνεσταλμένα, αλλά όποτε τους δίνεται η ευκαιρία -και τους δίνεται συχνά- το σκάνε απ' την καταπακτή ή απ' το ανοιχτό παράθυρο και παίρνουν τους δρόμους. Για μια σκαστή βόλτα στο φως. Στα δισκάδικα της Ηφαίστου χειμώνα καιρό, σε αυλές με μαρμαρωμένες τριανταφυλλιές και βασιλικούς, κάτω απ' τη στέγη του κόσμου. Για να συναντήσουν αυτό που χάθηκε και δεν είναι άλλο από την εφήμερη γοητεία του παρελθόντος που επεμβαίνει στο παρόν, επηρεάζοντας το μέλλον. Εχουν το χάρισμα να εξαπλώνονται. Σαν φήμη, που διαδίδεται από στόμα σε στόμα στη σκοτεινή πλευρά της πόλης..

Μέσα τους τρέχει το κείμενο, άλλοτε δοκιμιακό, αυστηρά προσανατολισμένο στην αγωνία της συγγραφής, άλλοτε αδιόρατα μυθοπλαστικό, με κρεμασμένους και θανατερά ξόρκια, άλλοτε εξομολογητικό, με πονεμένα μέρη και βιωμένες στιγμές, όμως πάντα ποιητικό, στέρεο, εμπνευσμένο: «Έξω τώρα ψιλοβρέχει. Από το παράθυρο περνάνε τα περιπλανώμενα κομμάτια των ιστοριών μου. Περνάνε σαν ουράνια σώματα. Μας ενώνει και μ' αυτά, όπως με τη Μιράντα, μας ενώνει και μας χωρίζει μια μεγάλη έλξη... Η ζωή ερωτεύεται πάλι και πάλι τις πιο αρχαίες πληγές της, για να τις σβήσει σβήνοντας».

Το «Με λένε Λέξη» έρχεται, σαν από μηχανής επιστέγασμα μιας πορείας, να στρογγυλοκαθήσει στον θρόνο της ξανακερδισμένης λογοτεχνίας. Και να την αναποδογυρίσει με μια ματιά: αποτυπώνοντας το αστικό, κυρίως, τοπίο -σαν άλλη περίπτωση Χρήστου Βακαλόπουλου- και τον κοινό κώδικα μιας μερίδας ανθρώπων που έμειναν υποφωτισμένοι, παραβατικοί, να ξύνουν τις πληγές τους και να αιφνιδιάζουν, όποτε μπορούν, τη γλωσσική, και όχι μόνο, «έννομη τάξη».

Η Μήτσορα μπορεί, πλέον, να μεγαλώσει τον εαυτό της. Και να το κάνει υπέροχα, με γνώση των συνεπειών: σαν μια μοιραία, μυστική και τελεσίδικη χορογραφία. Είναι γεγονός ότι ο τρόπος που διαβάστηκε, αν και εφόσον διαβάστηκε, συνδεόταν πάντα με τον σκοτεινό μύθο που τη συνόδευε. Η καλτ σφραγίδα την ακολουθούσε παντού. Τώρα είναι καιρός να αρχίσει -και αυτό νομίζω άρχισε με το «Καλός καιρός / Μετακίνηση»- να τινάζει τη σκόνη του περιθωρίου απ' την παλιά καμπαρντίνα της. Ούτως ή άλλως, «όσοι εξασκούνται στη γοητεία δυσκολεύονται να μεγαλώσουν». Η αμιγώς λογοτεχνική αξία της είναι πολύ μεγάλη: σε βαθμό κακουργήματος.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

ΚΑΤΑΣΤΙΧΤΗ, ΠΕΛΕΚΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΣΠΑΘΙΑ

ΣΗΜΑΣΙΑ έχει ν' αγαπάς. Εχει; Τη στιγμή που το ρευστό της σώμα πάει να στερεοποιηθεί, καταρρέει. Μες στα χαλάσματα του πολέμου, τα μάτια ενός παιδιού. Θροΐζουν. Εγχρωμα μάτια, ασπρόμαυρο σκηνικό. Η Αλίκη στη χώρα των θανάτων. Ελα, δώσ' μου το χέρι σου. Λέει. Θέλω να μου δείξεις τον κόσμο. Δεν έχω χέρια. Δεν μου μείναν. Κι έπειτα, δεν υπάρχει κόσμος. Μωρό μου.

Φωτιές παντού. Θέλω να καις, να με καις. Ο ήλιος, γκρεμός. Και η θάλασσα να αγριεύει σε κάθε άγγιγμα. Στην Κίμωλο, στη Χαλκίδα, στο Χορευτό Πηλίου. Το φως της μένει πάνω στο σώμα σου σαν τατουάζ. Οπως η γοργόνα του Καββαδία. Στο αριστερό του μπράτσο. Η μόνη που δεν τον πρόδωσε ποτέ. Που δεν έφευγε απ' τα χέρια του. Την έλεγε χορεύτρια, απ' το Χονγκ Κονγκ, και τις νύχτες βιαζόταν να ξημερώσει, να δει αν είναι ακόμα πάνω του. Φοβόταν ότι θα το 'σκαγε με τον Ποσειδώνα. Η γοργόνα του. Ενα τρύπημα του βελονιού, ένας ανεξίτηλος πόνος, ένας πυρετός διαρκείας. Μια στάμπα. Γυναίκας. Με φύκια.

Νομίζεις πως αντέχω τον πυρετό; Δεν μπορώ να βλέπω άλλο τη σημαία να κατεβαίνει. Σιωπητήριο με Dylan - Ι want you. Άκου να δεις τώρα.

Στον γυρισμό απ' τη Σαντορίνη ήσουν αμήχανη. Ετσι όπως πρέπει να είναι αυτοί που πρόκειται να αγαπηθούν. Αγαπήθηκες. Αν γράψω άλλο βιβλίο, θα σου αφιερώσω το κεφάλαιο του χειμώνα. Με Λιβαδειά, Αράχοβα, Δελφούς, διπλά στρώματα, παγωμένες λίμνες, χιονοδρομικά κέντρα. Το κεφάλαιο του καλοκαιριού θα λείπει. Ετσι. Από σεβασμό στους νεκρούς.

Απόμεινε σε μια γωνιά το καλσόν σου, ξεκοιλιασμένο από τους έρωτες, κι ένα στρώμα δαπέδου με διπλανές ευχές. Σημείωναν στο ταξίδι τις νάρκες. Πόσες φορές θα αναβοσβήσουν μέσα μου τα χιλιόμετρά του; Πόσες χιλιάδες φορές θα τελειώσει; Μέχρι να πάψω να θυμάμαι. Ενα κάρο σιωπές. Ενα κάρο έρωτες. Ενα κάρο λύπες. Κι ένα ανθρωπάκι που μοιάζει με το φεγγάρι. Απίστευτο.

Λιγοστέψαμε. Γίναμε τόσοι δα. Κομμάτια.

Οσο ακόμα εφημερεύει η αθωότητα, να μπορέσουμε. Τι; Καλύτερα μην το μάθεις. Ποτέ. Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

ΤΟ ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΒΑΚΑΛΟ



Το δημιουργικό τμήμα της Σχολής Βακαλό, που επί 50 χρόνια καλλιεργεί σε υψηλό επίπεδο τις καλές και τις εφαρμοσμένες τέχνες, υπό την επίβλεψη των καθηγητών Έκτωρα Χαραλάμπους και Δημήτρη Κριτσωτάκη και την επιμέλεια της Βάσως Κακούλα, διάλεξε για το έτος 2009, να τυπώσει εικονογραφημένα δύο βιβλία: Το "selected poems" του Ζακ Πρεβέρ και "Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου". Η συλλεκτική αυτή έκδοση εκτίθεται στο περίπτερο 91 της έκθεσης βιβλίου στον Κεραμεικό που διαρκεί μέχρι και την Δευτέρα.

Ευχαριστώ θερμά.

http://vasodelirium।blogspot.com/search/label/black%20white%20red

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Η ΣΚΟΥΡΙΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


ΣΕ ΛΙΓΟ νυχτώνει. Η Αίγινα απομακρύνεται σιγά σιγά απ' τα μάτια μας σαν βρεγμένη γάτα. Η μέρα λιγοστεύει. Αποσύρεται. Ποτέ μου δεν ήμουν καλός με τα πράγματα που χάνονταν. Με την αριθμητική των γεγονότων. Κοντεύει να βγει ο Μάιος και τα φιλιά μυρίζουν ακόμα. Μαζί με τις νεραντζιές, τα νυχτολούλουδα, το αγιόκλημα. Υπάρχουν ακόμα οι παραλίες. Η θάλασσα σκορπίζει τα βαρύτιμα νοήματά τους στα πόδια μας. Μια φώκια ιδρώνει απ' το παιχνίδι με τα νερά, γελάνε και τα μουστάκια της. Περνάει ένας γέρος ποιητής, ένας ανθοπώλης, ένας ψαράς που είναι συγχρόνως και μανάβης.

Στο σκοτάδι, τα σώματα που κινούνται μοιάζουν με ερωτικές χειροβομβίδες. Αν τα αγγίξεις, θα εκραγούν. Η σκουριά που βρίσκεται κάτω απ' το δέρμα τους απελευθερώνεται. Η σκουριά ποτέ δεν κοιμάται - θυμάμαι το τραγούδι του Neil Young.

Καμιά φορά πρέπει να παραδέχεσαι την ήττα σου. Και στο μηδέν μηδέν. Είναι η αναπόφευκτη αναγνώριση της αξίας του αντιπάλου. Ο σεβασμός στον ισάξιο που ξαφνικά εμφανίστηκε. Μακάρι να υπάρχουν τέτοιοι. Μακάρι.

Στο πανδοχείο τα υδραυλικά είχαν πρόβλημα. Τα φαντάσματα των νεκρών εραστών κυκλοφορούσαν στις ξύλινες σκάλες κάνοντας τη νύχτα να τρίζει: όπως φρενάρει ξαφνικά ένα τρένο σε αφύλαχτη διάβαση. Μίλησα με κάποια απ' αυτά, ένα μάλιστα ζήτησε τη βοήθειά μου. Δεν του την έδωσα, δεν είχα τι να πω. Τι ήξερα εγώ από έρωτα;

Το φως λυσσομανούσε κι απ' τις καταπακτές των σεντονιών εισέρχονταν λευκοί στον αγωνιστικό χώρο οι αντίπαλοι. Η δική μου ενδεκάδα, από τερματοφύλακες. Με γυάλινα γάντια. Μέχρι να λήξει το ματς είχαν αποσοβηθεί πάνω από δέκα σίγουρα θαύματα. Δεν τα άφηνα να συμβούν.

Στα αποδυτήρια, μια Κατερίνα μού είπε για την πρώτη της εγχείρηση. Σε ηλικία επτά ετών, στη Βιέννη. Μίλαγε με σιωπές, αντί για παύσεις. Ο χειρουργός άκουγε κλασική μουσική και η μητέρα της τής διάβαζε ένα ποίημα του Καβάφη: «Οσο μπορείς». Προσπαθώ να μην την εκθέτω. Να μην την εξευτελίζω. «Μες τες πολλές κινήσεις κι ομιλίες». Οσο μπορώ.

Και να σέβομαι την περισπωμένη τού μπορείς.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ

πίνακας του Χάρη Τουφεξίδη

ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ περπατούσε αργά ο άνθρωπος απ' τη Γαλιλαία. Βήματα μιας μανίας που καταλάγιασε μες στους θορύβους. Δεν ήξερε τι να την κάνει. Ετσι σβησμένη. Ηταν αργά. Μοναδικοί επιζώντες η σιωπή και ο θάνατος .* Γέμισε τα ποτήρια με Jameson και τους έριξε μέσα αστεράκια. Οι κινήσεις του ήταν θεατρικές. Είχε έρθει να μου πάρει τη νύχτα. Του είπα ότι μου ανήκει και απογοητεύτηκε. Δεν είχα άλλες λέξεις, αναγκάστηκα να πετάω προς το μέρος του κάτι πορτοκαλί στρατιωτάκια. Εκείνος τα έπιανε στον αέρα και τα κατάπινε. Ηταν ήδη χορτασμένος, όμως ήθελε κι άλλο. Κι άλλο. Ο πιο δυνατός μυς είναι η καρδιά. Οσο περισσότερο την τρομοκρατείς τόσο αντέχει.

Μετά, με αργές κινήσεις, τοποθέτησε μια καρέκλα απέναντι σ' ένα παιδί. Το παιδί λαγοκοιμόταν, ο Bowie μουρμούριζε κάτι προσευχές για τον έρωτα. Αρχισε να διαβάζει. Τα όνειρα πετούσαν στον χώρο. Χάρτινες σαΐτες. Οσο προχωρούσε το παραμύθι, άλλαζαν και οι ηλικίες. Οι ρόλοι. Τα πρόσωπα.

Εκείνος μίκραινε, το παιδί μεγάλωνε. Είπε τη λέξη σαράκι. Οταν τα χρόνια τους συναντήθηκαν, το παιδί έκλεισε τα μάτια. Πάνω στον υφασμάτινο καναπέ υπήρχε τώρα ένα νεκρό σώμα. Σκέφτηκα ότι έτσι νανουρίζεται ο θάνατος.

Στην άλλη άκρη του δωματίου, κάτω από ένα άσκοπο φως, άστραφτε κατακόκκινη η Σύλβια Πλαθ. Απ' το αιδοίο της τρέχαν ποτάμια. Μιλούσε σαν ποίημα του Λόρκα ενώ ετοιμαζόταν να ανοίξει τον φούρνο. Πεινάγαμε. Σε λίγο θα τρώγαμε το σώμα της. Εκείνο το υπέροχο κόσμημα βυζαντινής περιόδου με το αέτωμα στη συμβολή των δύο ποδιών ξελόγιαζε τη λύπη. Πληροφορούσε για όλες τις συγκινήσεις. Δύο πράσινες λίμνες κύλησαν απ' τα μάτια της και μου έβρεξαν τα πόδια. Ηταν αμνιακό υγρό. Ιερό. Του έρωτα. Ο άλλος πνίγηκε.

Το παιδί σηκώθηκε απ' το στρώμα, περπάτησε επί των υδάτων και κούρνιασε νυσταγμένο μέσα σ' ένα βιβλίο. Παλιά έκδοση. Κιτρινισμένη. Λίγο πριν αποσυρθούμε είχε προλάβει να κολλήσει το χαμόγελό του στα μάτια μου.

Η ζωή ήταν ακόμα μπροστά. Μας περίμενε.

*Νάντια Γαβαλά, Rien

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

ΜΑΚΙΓΙΑΖ



Η ΝΥΧΤΑ γίνεται η κρούστα της πόλης. Περιμένει να απλωθεί για να περιγράψει τους ανθρώπους. Μέσα από το παραβάν της φεγγίζουν τα πρόσωπα: νοικιασμένα χαμόγελα, λερωμένα κοστούμια, καλλυντικά που έληξαν. Μακιγιάζ. Λένε τα παραμύθια τους ώς το πρωί και μετά φεύγουν. Οταν τελειώνει αυτό το πράγμα που υποδύεται τη μουσική. Το σκοτάδι κάνει τον θόρυβο να αποκτά ένα νόημα. Προσωρινό. Οσο κρατάει ένα φιλί.

Στη Σκουφά οι βιτρίνες είναι ακόμα σπασμένες. Απαλλοτριωμένες. Πλατεία Κολωνακίου, πέντε γνωστοί, ένα τάλιρο. Η παρέλαση των επισήμων. Περιμένω το ελικόπτερο για να αποδράσω. Αλλά αργεί.

Ενα μικρό παιδί περνάει τον δρόμο απέναντι. Νομίζεις ότι πάει να παραδοθεί. Μετράει με τα δαχτυλά του αυτούς που βλέπει, μπερδεύεται. Από το τρία πετάγεται στο οκτώ. Για να αφήσει χώρο στη φαντασία. Το μπαλόνι που κυνηγάει κατεβαίνει την Ομήρου. Διστακτικά. Καθώς φυσάει ο άνεμος, είναι σαν να απογειώνεται.

Αυτό το ξανά παιδί/ αραιώνει στο φως/ πυκνώνει στο σκοτάδι/ διαλύεται στο νερό/ στις δεξιώσεις/ γίνεται ανθοδέσμη/ to whom it may concern/ τις προάλλες/ ζωγράφισε στις παλάμες του/ τους τύπους των ήλων/ κάρφωσε στις πατούσες του/ πέταλα λουλουδιών/ και κάλπαζε στο καλντερίμι.(1)

Η υστερία είναι καρφιτσωμένη στο πέτο αυτής της δύσθυμης πόλης. Αόρατο παράσημο ενός πολέμου. Αδικου. Καθημερινού. Θυμίζει ξεκούρδιστο πιάνο. Λάθος αγάπη, λάθος στροφή.
Εξω βρέχει, ο ουρανός είναι σαν μαύρη μπογιά. Οταν βρέχει, βρέχει ακριβώς.(2)

Ενα σκυλί στήνεται για φωτογραφία ανάμεσα σε δυο κοπέλες. Το φλας ανάβει, το σκυλί αποχωρεί καμαρωτό· όπως του αρμόζει. Η δουλειά έχει τελειώσει.

Η πλατεία Μαβίλη εξαφανίστηκε. Κάποιος περαστικός που του άρεσε, πρόλαβε και την έριξε στην τσέπη του. Ενα ζευγάρι παραγγέλνει λουκάνικα μπροστά στην καντίνα. Θέλετε κέτσαπ; Τα τραπεζάκια είναι μαζεμένα, οι καρέκλες κλειστές. Λείπουμε. Στο διπλανό μπαρ τα χαμόγελα έσπασαν τις πόρτες και βγήκαν. Η Παρασκευή πια αόρατη - την κατάπιε η άνοιξη.

Στον δρόμο έμειναν δέκα άνθρωποι. Λες κι έχει αποβληθεί ένας παίκτης.


(1) Βασίλης Πολύζος, acceleration, αδημοσίευτο ποίημα

(2) Κώστας Καναβούρης, Η Μήδεια δεν βλέπει εφιάλτες, εκδ. Ηλέκτρα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=42355