Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

ΙΟΥΛΙΟΣ



ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ την Ακαδημίας προς την Κάνιγγος ένιωθα σαν να διέσχιζα κάποια παραλία της Μεσογείου. Η ακτή έφτανε ώς τα παπούτσια μου, που βούλιαζαν μέσα στην άμμο. Στο πολιτιστικό κέντρο του δήμου σταμάτησα. Τα κύματα έσπαζαν πάνω στα μαρμάρινα σκαλιά, έκαναν έναν θόρυβο σαν να γκρεμιζόταν η πόλη. Σουέλ. Κρατήθηκα από ένα γλυπτό. Κοίταξα απέναντι. Η σχολή δημοσιογραφίας δεν υπήρχε.

Πιο κάτω η Μπενάκη, μια στενή λωρίδα γης που βρεχόταν από δύο παράλληλες φέτες θάλασσας, αγωνιζόταν να επιπλεύσει. Μου ήρθε στο μυαλό η Κολώνα στην Κύθνο, η μουσική που έλουζε το πρόσωπό σου. Ηταν η «Ποιμενική» του Beethoven. Από τη συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης.

Την ανέβηκα κολυμπώντας. Κτήρια τραγικά παραμορφωμένα, από τσαλακωμένο υλικό. Η θέση του νερού επισφαλής. Η αγωνία της θάλασσας παντού. Περπατούσα επί των υδάτων με μια αβέβαιη ελαφρότητα. Ενας πίνακας του Νικόλαου Γύζη ήταν απλωμένος στον ουρανό. Νομίζω, η «Εαρινή Συμφωνία». Λάδι σε καμβά.

Οι άγγελοι μάζευαν λουλούδια και μου τα έδιναν. Ηταν απαγορευμένο να σου δίνουν λουλούδια, όμως εκείνοι το έκαναν. Τα έπαιρνα και τα πέταγα στο νερό. Νούφαρα.

Μερικά πράγματα «ανεβαίνουν» μόνο πάνω στο χαρτί. Οποιαδήποτε άλλη παράσταση ή μεταφορά τους τα θίγει. Σκοτώνει την απεραντοσύνη τους. Εγραψα τη λέξη φεγγάρι και την άφησα να πέσει πάνω στο λευκό τμήμα ενός τοίχου. Εμοιαζε με σελίδα. Σε λίγο μεσουράνησε. Ηταν ένα φεγγάρι κόκκινο, του Ιουλίου, απ' αυτά που μόλις πας να τα ακουμπήσεις για να δεις αν είναι αληθινά, λιώνουν στο χέρι σου σαν παλιές καραμέλες βουτύρου. Από κάτω ο δρόμος, χαντάκι.

Στη Ζωοδόχου Πηγής το άγαλμα ενός εκδότη με χαιρέτησε. Εκανα πως δεν είδα τη Σόλωνος, ήταν καταστροφή. Χιλιάδες τίτλοι βιβλίων είχαν γίνει χάρτινα καραβάκια. Η πόλη προσπαθούσε μάταια να αγκιστρωθεί στις σελίδες τους, να επιζήσει αυτού του καλοκαιριού. Η Θεμιστοκλέους ήταν έρημη. Και ο κόσμος. Ηλπιζα να συναντήσω σε κάποιο πλωτό καφέ τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ να κρεμάει την καμπαρντίνα του ή τουλάχιστον τη Νάταλι Γουντ να καπνίζει. Ομως η νύχτα τούς είχε καταπιεί.

Σε λίγο ξημέρωσε. Ξαφνικά. Σαν κάποιος να είχε πυροβολήσει τον ήλιο στα μάτια.

Είδα το σώμα σου μακριά να βουτά και να εξαφανίζεται. Να χάνεται κάτω απ' το νερό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=60127

Δεν υπάρχουν σχόλια: