Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΓΓΙΓΜΑ



ΕΚΕΙΝΗ τη στιγμή ο κόσμος έγινε από νύχτα. Από μια σπονδυλική στήλη, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς δάκτυλα. Αυτή η μετά ζωή φέρει πίσω της ένα γκρεμό. Σαν ρεμβασμός ήλιου, αφού το φως λείπει. Εμένα να κοιτάς. Ακόμα. Να λες θα περάσει. Τα δάκρυα των νεκρών φυτρώνουν στο χώμα, μιλούν με τις σκοτωμένες αλεπούδες. Αν ανοίξω τα μάτια μου θα τα πάρει η θάλασσα. Μπροστά σε άρρωστα κυπαρίσσια. Υγρασία. Και αν χαθώ; Αν πάψω να υπάρχω ανάμεσα στις καμπάνες; Οι καμπάνες κοροϊδεύουν τους νικητές, όχι τους αθώους. Έπαψα να ακούω όταν κούρσεψαν τις σειρήνες. Τότε έπεσαν όλοι οι δρόμοι στα πόδια μου και σηκώθηκαν πουλιά. Λαστιχένια και έμοιαζαν. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος ξαπλωμένο σάπιο κατάρτι, στα εντόσθια της, το φύλο της ήταν γεμάτο φυσαρμόνικες. Έτρεμε. Χύθηκαν έξω τα σημαντικότερα κύτταρα. Κάτι κίτρινα σάλια αδιαφανή, έμοιαζαν μακριά ποτάμια. Ο γυναικείος κόλπος παραμέρισε σαν πεθαμένη μελωδία.

Στήριξα στο λαιμό μου την φυσαρμόνικα και άρχισα να γερνάω. Θα γερνάω ζωές. Καθώς άνοιγαν τα χείλη, η μελωδία ζωντάνευε. Αποκτούσε κλαδιά. Χείλη πάνω στα χείλη. Μετά αίμα, ενωμένο. Αδιευκρίνιστο ποιάς ομάδας, ποιού δότη, ποιάς έξαρσης.

Σε ποια όραση ζω; Η γη έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει. Μου άφησε ένα σβησμένο πάρκο, είναι η μνήμη του σώματος. Την χρησιμοποιώ για να σκουπίζω το πρόσωπο – όλη η πόλη, κοίτα, όλη η πόλη έγινε μια πετσέτα από ξυραφάκια. Να σκουπίζεσαι με την πόλη. Να την κρεμάς στο λαιμό σου, κάθε που φεύγεις.

Πάλι πέθανα από ύψος. Πάλι τελεία.

Θυμάμαι ξανά τη μέρα να συνεχίζεται. Μέχρι να απογειωθεί η πτώση μου και να γίνει η φαντασία ζωή γυμνή κάτω απ’ τις κουρτίνες του δέρματος – αναδυόμενη. Όπως το αυγό του φιδιού που παλεύει να βγει έξω, ξημερώματα. Όλοι έχουμε ένα έξω που είναι μέσα και κάνει την πεταλούδα. Όλοι έχουμε ένα αυγό και λέγεται γέννηση του θανάτου.

Δεν ξέρω τι κάνει η λάμψη εκεί. Σ’ αυτό το έξω που είναι μέσα, σ’ αυτή την ανεμπόδιστη γέννηση του θανάτου που ρημάζει αγάλματα, καρπούς άστρων σε φυλλώματα φρίκης, απλώς μηχανεύομαι οξυγόνο. Τα φωνήεντα είναι λίγα. Δειλά. Δεν εγγυώμαι κανένα.

Τελικά αυτός ο κόσμος συναναστρέφεται φαντάσματα. Κανείς δεν στάθηκε ικανός να τον χωρίσει απ’ τη θάλασσα. Κανείς, ποτέ, δεν θα χωρίσει τη θάλασσα, δεν θα την κάνει να πάψει να τον σκέπτεται. Η θάλασσα είναι η γραφομηχανή της γης.

Και όμως: Έγιναν όλα όπως πριν την αρχή. Δες.

Ο κόσμος όλος αναιρέθηκε από τον έκλυτο βίο της.


Σταύρος Σταυρόπουλος

(από το βιβλίο μου ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ που ετοιμάζεται)


1 σχόλιο:

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ είπε...

Οι λέξεις σου προσευχητάρι στο μαξιλάρι μου.