Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΝ ΤΗ ΓΡΑΦΟΥΝ ΟΙ ΠΑΡΕΕΣ. ΤΗ ΓΡΑΦΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ


Οι λέξεις δίνουν ενέργεια και κάνουν τον κόσμο να κινείται. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος τις ψάχνει με κόπο. Συνήθως βρίσκονται στο σκοτάδι κι εκεί έχει μάθει να κινείται. Ο πολυδιάστατος συγγραφέας μιλάει στην Ελευθεροτυπία για το νέο του βιβλίο Πιο νύχτα δεν γίνεται (εκδ. Οξύ, σελ. 241 ). Κείμενα που αναζητούν το φως σ' ένα βαθιά ριζωμένο σκοτάδι. Η πρώτη τους κατάθεση - αναπνοή έγινε στη "Βιβλιοθήκη".


-Το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» είναι εκλάμψεις του ανθρώπινου μυαλού στο σκοτάδι;

-Τα βιβλία, είναι, ή θα όφειλαν να είναι, ούτως ή άλλως, εκλάμψεις του ανθρώπινου μυαλού στο σκοτάδι. Εδώ, όμως, πρόκειται για μια αναγγελία τέλους, μια απαγόρευση χρόνου. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, μετά την αμφισβήτηση, μετά την διερώτηση, μετά τον αναστοχασμό, που θα πρέπει, νομίζω, να περάσουμε σε μια διαχείριση του τέλους. Θα πρέπει να σκεφτούμε το επόμενο σημείο στίξης, μετά το κλείσιμο της παρένθεσης. Είναι ένα οριακό ζήτημα αυτό – και όχι μόνο για την λογοτεχνία. Κάποτε είχαμε απαντήσεις για όλα. Σιγά σιγά ενηλικιώθηκαν σε ερωτήσεις και τώρα κενό. Η μετάβαση είναι στον αέρα. Τα κείμενα αυτού του βιβλίου αναζητούν το φως μέσα σ’ ένα βαθιά ριζωμένο σκοτάδι: κοινωνικό, πνευματικό, συναισθηματικό, ανθρώπινο, εθνικό και εν τέλει υπαρξιακό. Αυτή είναι η εκδοχή: Ξαναρχίζεις το τέλος.

-Διαβάζοντας το βιβλίο, ένιωσα ότι ο αναγνώστης βαδίζει προς το φως ψηλαφίζοντας μες τη νύχτα. Αθόρυβα και με οδηγό το συναίσθημα.

-Είναι αυτό που σας είπα και πριν. Δεν βλέπεις το φως, απλώς το επιβάλλεις στον εαυτό σου. Το επινοείς, για να συνεχιστεί η πορεία. Εσύ ο ίδιος αποφασίζεις να το προσθέσεις. Είναι η τελευταία λύση. Η καταγωγή του ανθρώπου τον φέρνει αντιμέτωπο με τον προορισμό του. Με το ρήμα φοβάμαι, το ρήμα πιστεύω, το ρήμα αγαπώ. Λέει κάτι πάρα πολύ ωραίο ο Μπέκετ στον Ακατανόμαστο, κάτι αξιοθαύμαστα ανθεκτικό, που προτάσσεται και ως μότο στο βιβλίο: «Θα είμαι εγώ, θα είναι η σιωπή, εκεί που είμαι, δεν ξέρω, δεν θα μάθω ποτέ, μέσα στη σιωπή δεν ξέρεις, πρέπει να συνεχίζεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω».

-Σε ποιους απευθύνεται αυτή η μεγάλη ποιητική νύχτα σας;

-Σε αυτούς που απευθύνονται τα βιβλία: Στους αναγνώστες.

-Οι λέξεις είναι νησίδες αισιοδοξίας;

-Οι λέξεις είναι οι ανοιγμένες αποσκευές ενός ταξιδιού που αναβλήθηκε. Η αφοσιωμένη τυπογραφία μιας συμμετρίας που καταρρέει. Η μουσική που αφουγκράζεται τον καημό της μοναδικότητας. Και πολύ περισσότερα απ’ αυτά. Κάποτε, θα χρειαστεί να τις σεβαστούμε και να μην τις τυλίγουμε σε εύκολες συσκευασίες της μιας χρήσης. Γιατί θα μας εκδικηθούν για την βιασύνη μας. Και για την προχειρότητα με την οποία τις αντιμετωπίζουμε.

-Ποιος είναι ο δικός σας τρόπος να τις γράφετε;

-Καταρχάς, αισθάνομαι κατώτερός τους. Οι λέξεις δημιουργούν ανεξέλεγκτες πραγματικότητες, εκτός του οργανικού σώματος του κειμένου, που δεν αντιλαμβανόμαστε. Είναι πρίσματα. Μέσα στο φάσμα τους βλέπουμε, σαν καθρέφτης, τους διαφορετικούς εαυτούς μας. Φοβάμαι πως δεν θα προλάβουμε να μάθουμε τίποτε απ’ αυτές. Εγώ προσπαθώ να γράφω καταστρέφοντας την φροντίδα του εγώ. Με το δέος απέναντί μου.

Άλλωστε, η δουλειά του συγγραφέα δεν είναι να εκθέτει την άποψή του, με κάποιο στυλ. Είναι να οργανώνει και τα ταξιθετεί τις απόψεις των άλλων.

-Η νύχτα μας κάνει να θυμόμαστε ή να ξεχνάμε;

-Η νύχτα μας κάνει εμάς, μας φανερώνει. Ξεκουμπώνει τους ανομολόγητους εαυτούς μας και τους εγκαταλείπει γυμνούς. Αν κρυώνεις είναι καλύτερα να μην ασχοληθείς με το γράψιμο. Είναι σίγουρο ότι δεν θα αντέξεις.

-Σε κάποιο σημείο γράφετε: «Όταν πεθαίνει μια χώρα, αυτοί που συνήθως την κλαίνε είναι αυτοί που την έχουν σκοτώσει». Μήπως το ζούμε σήμερα;

-Δεν περιμένετε, φαντάζομαι, να σας επιβεβαιώσω αυτό το μικρό απόσπασμα. Είναι πασίδηλο. Θα σας πω μόνο, ότι δεν αναφέρομαι στο πολιτικό ζήτημα, στο πρόβλημα διαχείρισης της πολιτικής εξουσίας. Με ενδιαφέρει το θέμα της ευθύνης και της ανάληψής της, στα κέντρα αποφάσεων που σχετίζονται με τον πολιτισμό. Εκεί έχει συντελεστεί ένα άλλο μνημόνιο, εξ ίσου ατιμωτικό. Έχει στηθεί ολόκληρη βιομηχανία παραγωγής κενού λόγου. Που επιβραβεύεται. Όμως, την ιστορία δεν την γράφουν οι παρέες. Την γράφουν οι λέξεις.

-Ο ανθρώπινος μύθος θα ζωντανέψει ξανά μέσα στη νύχτα;

-Στο βιβλίο ο ανθρώπινος μύθος τελειώνει. Νομίζω αυτό γίνεται και εκτός βιβλίου. Ο παρατηρητής, που παίζει τον ρόλο του αφηγητή, ενσωματώνεται σιγά σιγά στο τοπίο, αποτελεί μέρος του πίνακα, τον κερδίζει. Κοιτάζοντας ξανά αυτά τα κείμενα έχω την αίσθηση ότι μιλούν οι λέξεις και όχι ο αφηγητής. Υπάρχει μια εικαστική ιδιαιτερότητα σε αυτά. Έχουν μια πρωτογενή αμεσότητα και μια σιωπή. Η σιωπή, ξέρετε, δεν ενέχει θέση αντιθέτου της λογοτεχνίας. Είναι το αδιαφιλονίκητο συνώνυμό της. Και ο συγγραφέας θα προσπαθεί πάντα να την φτάσει. Να συμφιλιωθεί με τον ήχο της.


(συνέντευξη στον Αλέξανδρο Στεργιόπουλο)

Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, 13 Αυγούστου 2011


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=13/08/2011&id=300713

ΚΙ ΕΔΩ
http://taskart.blogspot.com/2011/08/blog-post_13.html


Δεν υπάρχουν σχόλια: