Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

ΑΠΝΟΙΑ




προσπαθώ να θυμηθώ τα μάτια μου στην ζωή, δεν μπορώ, ήταν νηστικά πάντα, δεν χόρτασαν ποτέ το ανήκεστο πρόσωπό της, δεν ήταν ποτέ τα μάτια μου μέσα στα μάτια της όλα, έζησαν νηστικά, χωρίς να υπάρχουν πάνω τους τα μάτια της όλα, χωρίς όλα τα μάτια της να υπάρχουν στα μάτια μου, κανείς δεν αναφέρεται στο σύνολο των ματιών της, κανείς, κανέναν δεν νοιάζει, μικρά μάτια, στιλέτα, και εκείνη ερχόταν, η ζωή με μισά μάτια, όλο ερχόταν χωρίς εσώρουχα, σαν χειμωνιάτικη άνοιξη, ερχόταν σε όλες τις συναντήσεις μας κρυωμένη με μικρά μάτια, και όλο δεν έφτανε, τόση λίγη ήταν, τόση δα,

η ζωή της ζωής μου με έφτασε ως εδώ, στην προβλήτα, και τώρα δεν βλέπω τα μάτια μου, εν μέσω φριχτής καταστροφής, επιστρέφω για να μαζέψω τα τριξίματά της απ’ το φεγγάρι, τώρα που δεν υπάρχει ζωή, ένας πλειστηριασμός του αέρα μόνο, αλλά δεν φυσάει, μοιράζει ο άνεμος τις χαμένες σιωπές σαν σημειώσεις, τα πήλινα μέλη των ανθρώπων κατοικούν πια στο βυθό, όλο και κάποιος μουσικός θα περάσει με τη χαλασμένη πανοπλία του, που είναι η γυναίκα που ήταν ο κόσμος; ρωτάει, που πήγαν τα πρόσωπα; όλο και κάποια απάντηση θα περιμένουν, όλο και κάτι να συμβεί,

δεν συμβαίνει τίποτε, μόνο το τίποτε μπορεί να συμβεί, σ’ αυτή την χρονική στιγμή, σ’ αυτή την καμπύλη του χρόνου το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι τίποτε, σ’ αυτή την ιστορική συγκυρία υπάρχει μόνο το τίποτε εξωραϊσμένο σε αίμα, υπάρχουν σκιές, από ποιόν αιώνα; ποιάς εποχής; υπάρχουν ενωμένα αγάλματα βυθού, ενώθηκαν όταν σταμάτησαν να υπάρχουν σαν από λάθος του γλύπτη, αλλά δεν φυσάει, πρέπει να φυσήξει λίγο να μεταφερθώ,

θα αρκούσε μια παρενέργεια της λογικής, ένα μικρό λάθος στην δοσολογία της ιστορίας, τα ανάποδα φάρμακα της σιωπής, για να αρχίσω να θυμάμαι τα μάτια μου, να θυμάμαι ότι δεν πρέπει να ξηλωθεί ο θυμός μου, ο θυμός είναι η κλωστή της ζωής, ας ξεκινήσω απ’ αυτό, ας ξεκινήσω απ’ τα απολιθώματα των λέξεων, βρέχει γενιές άσαρκες με την ευθύτητα ενός πυροβόλου, αν μπορώ, δεν μπορώ, μπορώ, θα μπορέσω, μετά θα μπορέσω, θα μπορέσω μετά,

ας δω πρώτα αυτό το περίφημο νεφέλωμα, αυτό το συμπαντικό μπαλόνι ζωής με την περίεργη μύτη, έχεις μια βελόνα να το τρυπήσω; θα βγει κίτρινο χρώμα και θα το λένε βροχή, όλα σήμερα θα τα λένε βροχή, θα τα λένε κίτρινα χρώματα γιατί τα χρώματα έχουν διαλυθεί, εγώ ακόμη κόκκινος, με την πιθανότητα του παγκόσμιου κόκκινου να κοκκινίζει στα μάτια μου, χωρίς απαντήσεις, αλλά δεν φυσάει,

η γιορτή τελειώνει χωρίς να φυσάει και οι μουσικοί παίζουν κάτω απ’ το νερό το βαλς του ανίδεου ουρανού, έγιναν όλα ερήμην του χωρίς να προλάβει,

ο ουρανός δεν πρόλαβε γιατί ονομάστηκαν όλα κίτρινα χρώματα, και από τότε προσπαθώ να θυμηθώ τα μάτια μου στη ζωή, αλλά δεν φυσάει,


Σταύρος Σταυρόπουλος


(το κείμενο αυτό ήταν γραμμένο για να δημοσιευθεί στην Ελευθεροτυπία, στα πλαίσια της στήλης ΑΠΕΝΑΝΤΙ. Δεν πρόλαβε, όπως δεν πρόλαβε και ο ουρανός στο κείμενο. Το τραγουδάκι παρακάτω είναι το απαραίτητο ντεκόρ. Για τα ανάποδα φάρμακα. Της σιωπής.)


Δεν υπάρχουν σχόλια: