Είδε το φως στη μέση της θάλασσας, σκέφτηκε τις νύχτες εκεί στην Αμερική αλλά ήταν μόνο οι βάρκες και η άσπρη γραμμή ενός έλικα ένιωσε τον πόνο στη μουσική και σηκώθηκε από το πιάνο αλλά όταν είδε το φεγγάρι να έρχεται από ένα σύννεφο ακόμη κι ο θάνατος φαινόταν γλυκός.
κοίταξε στα μάτια του κοριτσιού, εκείνα τα μάτια που ήταν πράσινα όπως η θάλασσα έπειτα ξαφνικά ένα δάκρυ έτρεξε και πίστεψε ότι θα πνιγόταν.
Σ’ αγαπώ πάρα πολύ μα τόσο, τόσο πολύ, που τώρα πια είναι σαν μια αλυσίδα και λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες μου.
Στη δύναμη των στίχων όπου κάθε δράμα είναι ψεύτικο με λίγο μέικ απ και μίμηση μπορείς να γίνεις κάποιος άλλος όμως δυο μάτια που σε κοιτούν τόσο βαθιά και πραγματικά σε κάνουν να ξεχνάς τα λόγια και να μπερδεύεις τις σκέψεις.
Έτσι το καθετί γίνεται μικρό, ακόμη κι οι νύχτες εκεί στην Αμερική γυρνάς και κοιτάς τη ζωή σου σαν μια γραμμή ενός έλικα. Ω, ναι, είναι η ζωή που τελειώνει αλλά δεν το σκέφτεσαι και πολύ αντίθετα νιώθεις πια ευτυχισμένος και ξαναρχίζεις το τραγούδι σου.
Σ’ αγαπώ πάρα πολύ μα τόσο, τόσο πολύ, που τώρα πια είναι σαν μια αλυσίδα και λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες μου.
Ο ΚΟΣΜΟΣ ήταν αγορασμένος. Γύρω του κούρνιαζαν νυσταγμένες οι οικογένειες. Ανακάτευαν μια φωτιά χαλασμένη. Με το ένα τους μάτι γυάλινο, τις ραγισμένες τους αγκαλιές στο τζάκι, τα εξασθενημένα, χωρίς ζωή, χνώτα. Τα σπίτια όλα ήταν από χειμώνα. Γυναίκες με κόκκινα, λυπημένα μαλλιά και άντρες ακατοίκητοι που έγερναν σαν άγνωστα τοπία. Παιδιά ξεκοιλιασμένα. Σε σχήμα σταυρού. Δεν μπορούσε κανείς να δει το στολισμένο τους πρόσωπο.
Οι ψυχές, ένας πόλεμος. Να καταργηθεί το φτηνό ύφασμα, το άβουλο μέσα. Όταν. Είπε, να ενωθούμε και πέθανε. Σκαλισμένος έως το κόκαλο, χωρίς να θυμάται ονόματα.
Τη νύχτα μεταμορφώθηκε πάλι σε ένα ακάθαρτο δέρμα. Θα ζήσει ξανά. Τα σβηστά είχαν πάλι ανάψει. Ρουφηγμένος και καταποντισμένος - υπήρχε ακόμη καιρός. Η ματιά του χρειαζόταν στρεβλώσεις. Του άρεσε να απεχθάνεται την πραγματικότητα.
Οι γωνίες του σώματός του ήταν σιδερωμένες με φως. Ανελέητο φως και του αρκούσε. Στο κρεβάτι, ο σιδερένιος δεσμός. Τυφλός γίγαντας, με τα χέρια δεμένα. Όταν κοιμόταν πάνω του ένιωθε ελαφρύς. Όλος.
Περνούσαν οι μέρες και γιατί. Πετούσαν με τα ορθάνοιχτα μάτια τους. Σ’ ένα πηχτό, γνώριμο, αδιαπέραστο χρώμα. Μέσα απ’ τα ξεκούμπωτα ρούχα τους, η ομορφιά. Θα μπορούσε να σκοτώσει γι αυτήν. Αλήθεια. Θα μπορούσε να διαλυθεί.
Από το στόμα της έβγαινε ίσια στον ωκεανό. Βαφόταν με κάτι τεράστια λέπια και μπορεί. Μόνο εκεί γινόταν να κατοικήσει. Φυτεμένος στον ουρανίσκο της. Σκεπασμένος από σάλιο, καθώς εμίκραινε. Όλο εμίκραινε. Σαν κερί που κάποτε τελειώνει.
Ήταν περισσότερο το τοπίο εκεί; Περισσότερο αυτή η εκπληκτική σιωπή; Θα ξεπερνούσε αυτό που φαινόταν για να γίνει πολίτης του αφανούς.
Ένιωθε εξουσιοδοτημένος. Σπαρμένος στην επιφάνεια της γης. Τον κρατούσε με πείσμα να μην βυθιστεί. Σαν νησί. Ο ήλιος το αναγνώριζε και συμφωνούσε. Του έβαζε την παραλία στα χέρια.
Θα στέκει από μια γωνιά, σ’ ένα ανθισμένο καιρό. Με ή χωρίς. Σε ένα καταυλισμό των σωσμένων. Δεν θα έχει λέξεις να πει, ιδέες να γράψει. Θα παίρνει εκείνο το παλιό λεωφορείο για τη θάλασσα. Θα αποβιβάζεται πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα τον αντέχει ο πρωινός ήλιος, θα χαμογελά μυστικά. Θα ανακατεύει τη λίμνη μέσα της.
Ό,τι υπήρξε, θα υπάρξει ξανά.Κάθε τι είναι απόσπασμα. Η μοναξιά του οριακού.
Και το οριακό δεν θυμάται ονόματα.
( απόσπασμα από το βιβλίο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, εκδ. Οξύ, 2011)