Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

ΙΔΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ




Θα λέω τις λέξεις
μέχρι να τελειώσουν

μέχρι να μη σημαίνουν

μετά
θα πατώ το play
στο σύστημα ηχογράφησης
για να τις ακούω

πάλι
πάλι
πάλι

ίδιες
ίδιες
ίδιες



Μαρία Σταϊκοπούλου
(Ε.Α.)

*  αναδημοσιεύεται από το blog http://erasitexnisan.blogspot.gr/2013/12/blog-post_16.html


 

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

ΤΕΛΙΚΑ Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ



                            
                           

Το ερώτημα της ζωής και της ύπαρξης ήταν εξαρχής συνδεδεμένο με το τέλος του. Εκκινώντας από αυτό το τέλος και χρησιμοποιώντας ως καταχρηστικό φακό του την διατύπωση του Alain Badiou ότι ο άνθρωπος είναι μια αθάνατη ενικότητα, ο αφηγητής αυτού του  — σαν τελευταίο — βιβλίου προσπαθεί να αναπλάσει έναν αποπλεύσαντα κόσμο από το δικό του μηδέν. Θέλει να παραστεί  σαν μοναδικός μάρτυρας απογραφής του είδους που θα προκύψει, παρατηρώντας  τα γεγονότα να συμβαίνουν.  Από μια φλεγόμενη θέληση.  Με τα μάτια να παραληρούν.

Υπάρχει μια τεράστια εμπλοκή της θάλασσας. Ένα γυναικείο ερωτικό πορτρέτο. Μια υφέρπουσα νεκροφάνεια. Το νερό θα γεννήσει, με τον δικό του εκλεπτυσμένο τρόπο, σαν πίδακας, τη νέα ζωή. Θα υπάρξει εκεί, ανεπανάληπτα, με αχρησιμοποίητη σάρκα. Θα προέλθουν πατημασιές αθώες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά. Και μέσα στην αμαρτία.

Τελικά η θάλασσα, από χτισμένος τάφος υγρός,  θα σκαρφαλώσει σε απέραντη μονάδα ζωής, εξαγνίζοντας την υποκειμενική μήτρα. Η έκσταση θα γεννήσει επιθυμία. Η επιθυμία, ως παιδικό πείσμα, θα γίνει ο χορός μιας τραγωδίας που ολοκληρώνεται. Ο ανθρώπινος θρίαμβος θα δοθεί απ’ τη θάλασσα, αλλά και εντός της.

Το τέλος μπορεί να έχει συμβεί ήδη αλλού. Πριν.
Όμως εδώ είναι η αρχή του.

Σ.Σ.

Αυτό το βιβλίο μοιάζει με ένα τελευταίο βιβλίο. Μπορεί και να είναι: Το τελευταίο ίχνος από έναν κόσμο, μια γραφή, έναν άνθρωπο. Είναι όμως και ο ασυγχώρητος πόθος ενός πρώτου βιβλίου. Ή σκέτα, ο πόθος του. Το πρώτο και το τελευταίο, έχουν, ούτως ή άλλως, τα εναργέστερα χαρακτηριστικά. Ας το πω διαφορετικά: Είναι η γραμμή που ενώνει τα κομβικά σημεία μιας δυσοίωνης διαδρομής. Με έναν αναπόδραστο τρόπο.


Μια ευθεία γραμμή, λοιπόν.

Μόνον.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
 

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΑΥΡΙΟ 12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
 ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ
ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΜΙΛΗ

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ



1

Σταμάτησα ν'ἀκούσω, ἀλλὰ δὲν ἦρθε. Ξανάρχισα μὲ μιὰ αἴσθηση ἀπώλειας. Καθὼς ἡ αἴσθηση αὐτὴ βάθαινε, τὸν ἄκουσα πάλι. Σταμάτησα νὰ σταματάω, καὶ σταμάτησα νὰ ἀρχίζω, καὶ ἀφέθηκα νὰ μὲ συντρίψει ἡ ἄγνοια. Ἦταν κι αὐτὴ μιὰ στρατηγική, ἀλλὰ δὲν δούλεψε καθόλου. Πολὺς χρόνος, χρόνια χάθηκαν σ'αὐτὸ τὸν ἐλάσσονα τρόπο. Τώρα παζαρεύω. Δίνω κουμπιὰ γιὰ τὴν ἀγάπη του. Ἐκλιπαρῶ γιὰ ἔλεος. Σιγὰ σιγὰ ὑποχωρεῖ. Πηγαίνει διστακτικὰ πρὸς τὸ θρόνο του. Ἀπρόθυμα οἱ ἄγγελοι δίνουν ὁ ἕνας τοῦ ἀλλουνοῦ τὴν ἄδεια νὰ τραγουδήσει. Μὲ μιὰ μετάβαση τόσο διακριτικὴ ποὺ περνάει ἀπαρατήρητη, τὸ δικαστήριο παίρνει θέση πάνω σὲ ἀκτίνες χρυσῆς συμμετρίας, καὶ γι'ἄλλη μιὰ φορὰ νά με πάλι τραγουδιστὴς στὶς κάτω χορωδίες, γεννημένος πρὶν ἀπὸ πενήντα χρόνια γιὰ νὰ ὑψώσω τὴ φωνή μου ὣς ἐδῶ, καὶ ὄχι πιὸ πάνω.

2

Ἀφήνοντας τὸ βασιλιά, ἄρχισα τὶς πρόβες, τί θὰ ἔλεγα στὸν κόσμο: πρόβες μακρές, ὅλο ἐπαναλήψεις, φανταστικὰ χειροκροτήματα, ταπεινώσεις, διατάγματα ἐκδίκησης. Πρηζόμουν ἔτσι ποὺ συνομωτοῦσα μὲ τὴ φιλοδοξία μου, πάλευα, διεσταλλόμουν, καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα γέννησα ἕναν πίθηκο. Μετὰ ἀπὸ κάποιες μικρὲς ἀναπόφευκτες παρεξηγήσεις, ὁ πίθηκος μοῦ ἐπιτέθηκε. Κουτσαίνοντας, σκοντάφτοντας, ἔτρεξα πίσω στὶς ἀπαστράπτουσες αὐλὲς τοῦ βασιλιᾶ. «Ποῦ εἶναι ὁ πίθηκός σου;» ρώτησε ὁ βασιλιάς. «Φέρε μου τὸν πίθηκό σου.» Τὸ ἔργο ἀργεῖ. Ὁ πίθηκος γέρασε. Πίσω ἀπὸ τὰ κάγκελά του κάνει τὸ γελωτοποιό, μιμούμενος τὰ χέρια μας στὸ ὄνειρο. Ἀντιμέτωπος μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ ἐπείγοντος ποὺ τοῦ μεταφέρω μὲ κάθε ἐπισημότητα, ἀνοιγοκλείνει τὰ μάτια. Ποιός βασιλιάς; θέλει νὰ ξέρει. Ποιά αὐλή; Ποιά λεωφόρος;

3

Ἄκουσα τὴν ψυχή μου νὰ τραγουδάει πίσω ἀπὸ ἕνα φύλλο, ἔκοψα τὸ φύλλο, ἀλλὰ τότε τὴν ἄκουσα νὰ τραγουδάει πίσω ἀπὸ ἕνα πέπλο. Ἔσκισα τὸ πέπλο, ἀλλὰ τότε τὴν ἄκουσα νὰ τραγουδάει πίσω ἀπὸ ἕνα τοῖχο. Γκρέμισα τὸν τοῖχο, καὶ ἄκουσα τὴν ψυχή μου νὰ τραγουδάει ἐναντίον μου. Ξανάχτισα τὸν τοῖχο, ἐπιδιόρθωσα τὴν κουρτίνα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ ἀποκαταστήσω τὸ φύλλο. Τὸ κράτησα στὸ χέρι μου κι ἄκουσα τὴν ψυχή μου νὰ τραγουδάει μὲ δύναμη ἐναντίον μου. Αὐτὸ σημαίνει νὰ μελετᾶ κανεὶς χωρὶς ἕνα φίλο.

4

Ἀφοῦ ἔψαξα μέσα στὶς λέξεις, καὶ δὲν βρῆκα ἡσυχία, ἦρθα σὲ σένα, σοῦ ζήτησα νὰ φωτίσεις τὴν καρδιά μου. Ἡ προσευχή μου διασπάστηκε, ντρεπόμουν ποὺ γελάστηκα πάλι, κι ὅλος πίκρα, στὸ μέσο μιᾶς ἐκκωφαντικῆς ἥττας, εἶπα νὰ φωτίσω τὴν καρδιὰ μόνος μου. Ἐκεῖ ἦταν ποὺ βρῆκα τὴ θέλησή μου, ἕνα ἀδύναμο πράγμα ποὺ λιμοκτονοῦσε ἀνάμεσα σὲ φτέρες, γυναῖκες καὶ φίδια. Εἶπα στὴ θέλησή μου, «Ἔλα, ἂς ἑτοιμαστοῦμε νὰ μᾶς ἀγγίξει ὁ ἄγγελος τοῦ τραγουδιοῦ,» καὶ ξαφνικὰ βρισκόμουν πάλι στὸ κρεβάτι τῆς ἥττας, στὴ μέση τῆς νύχτας, νὰ ἐκλιπαρῶ ἔλεος, νὰ ψάχνω μέσα στὶς λέξεις. Μὲ τὶς δυὸ ἀσπίδες τῆς πίκρας καὶ τῆς ἐλπίδας, σηκώθηκα προσεχτικά, καὶ βγῆκα ἀπὸ τὸ σπίτι νὰ πάω νὰ σώσω τὸ θηλυκὸ ἄγγελο τοῦ τραγουδιοῦ ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου εἶχε μόνη της ἁλυσοδεθεῖ στὴ γύμνια της. Σκέπασα τὴ γύμνια της μὲ τὴ θέλησή μου, καὶ σταθήκαμε στὸ βασίλειο ποὺ λάμπει μπροστά σου, ὅπου ὁ Ἀδὰμ εἶναι μυστηριωδῶς ἐλεύθερος, καὶ ἔψαξα μέσα στὶς λέξεις γιὰ λέξεις ποὺ δὲν θὰ ἔκαμπταν τὴ θέληση ἀπομακρύνοντάς την ἀπό ἐσένα.

5

«Ἄσε με νὰ ἀναπαυθῶ», φώναξε μέσα ἀπὸ τὸν πανικὸ στὴν κορυφὴ τοῦ σωροῦ τῶν ἡμερῶν του. «Ἄσε με νὰ ἀναπαυθῶ τὴν ἡμέρα τῆς ἀναπαύσεως», ἱκέτευσε ἀπὸ τὸ θρόνο τῆς ἀδράνειας. «Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς εἶναι βαρὺς στὰ χέρια μου, δὲν μπορῶ νὰ συγκρατήσω ἄλλο τὸ Φαραώ». Ἔπιασε τὸ γιακά του σφιχτὰ στὸ σκοτάδι, τόσο ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἀναπνεύσει, καὶ ἄνοιξε θυμωμένος τὸ βιβλίο γιὰ νὰ δώσει στὸ νόμο τὴν πληρωμή του. Ἕνας ἄγγελος, χωρὶς δική του ἐξουσία, εἶπε «Σφράγισες ὅλες τὶς πύλες ἐκτὸς ἀπὸ αὐτήν· γι'αὐτό, θὰ πάρεις λίγο φῶς, σὲ ἀναλογία πρὸς τὸ λίγο κουράγιο σου.» Ἡ ντροπή του σκαρφάλωσε στὸν ἑαυτό της γιὰ νὰ βρεῖ ὕψος ἀπ'ὅπου νὰ χυθεῖ. Ἀκολούθησε ἕνα ἄκουσμα πιὸ γλυκό, μὲ πιὸ ἤρεμη φωνή: «Δὲν ἔχω πίστη στὸν ἄνθρωπο, καὶ ἄγγελο δὲν ἐμπιστεύομαι.» Ἀμέσως ἡ Τορὰ τοῦ τραγούδησε, καὶ ἄγγιξε τὰ μαλλιά του, καὶ γιὰ μιὰ στιγμή, σὰν δῶρο στὴν ὑπηρεσία τῆς πιὸ πανάρχαιας μνήμης του, φόρεσε τὸ χωρὶς βάρος στέμμα, τὸ στέμμα ποὺ ἀφαιρεῖ τὸ βάρος, τὸ φόρεσε μέχρι ποὺ ἡ καρδιά του μπόρεσε νὰ πεῖ, «Πόσο πολύτιμη ἡ κληρονομία!» Τὸ στέμμα ποὺ ξεπηδάει ἀπὸ τὰ γράμματα, ἕνα στέμμα σὰν τὴ δροσιὰ ποὺ ποτίζει τὸ χορτάρι σταγόνες μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι, σὰν τὸ φιλὶ τῆς μητέρας στὸ ξεκίνημα τοῦ πολέμου, τὸ χέρι τοῦ πατέρα ποὺ ἀφήνει τὸ μέτωπο νὰ γυαλίζει, τὸ στέμμα ποὺ δὲν ξεχωρίζει κανέναν ὡς βασιλιὰ πάνω ἀπὸ τοὺς συντρόφους του. «Ὁδήγησέ με βαθιὰ στὸ Σάββατό σου, ἄσε με νὰ καθίσω κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ποὺ ἔχεις στέψει γιὰ πάντα, καὶ ἄσε με νὰ μελετήσω πῶς ἀναπαύονται.»

Προδημοσίευση από το ποιητικό έργο του Leonard Cohen Το βιβλίο του ελέους (1984), που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Περισπωμένη σε λίγες ημέρες. Η μετάφραση είναι του Διονύση Μαρσέλλου.



 

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

ΑΠΟΛΟΓΟΣ ΓΡΑΦΗΣ




Γράφω για να αγαπήσω την εκκρεμότητα που αφήνουν οι λέξεις μου σε μια ζωή που, ούτως ή άλλως, δεν υπήρξε ποτέ πραγματική. Μέσα από την αδυναμία συνύπαρξής μου με αυτό που υπάρχει, επισκευάζω – αφελώς – μια νεκρή μηχανή.  Δεν βρίσκω επαρκέστερη εκδοχή για το πρόσωπο του συγγραφέα από το αγγελιαφόρος θανάτου. Γράφουμε μόνο για πράγματα που θέλουμε να πεθάνουν, επειδή δεν μπορέσαμε να αντέξουμε την ύπαρξή τους όσο ζούσαν. Και αυτό είναι η μοναδική ευθύνη του συγγραφέα σήμερα: Η πούδρα στο πρόσωπο του νεκρού. Επιμελώς απλωμένη. Επαρκώς κατατοπιστική. Ευκλεώς αδικαίωτη.

Πόσους ακόμα θανάτους θα υπογράψουμε για να υπερασπιστούμε την ματαιοδοξία μας; Πόσες αόρατες κορδέλες τερματισμού θα κόψουμε για να διακρίνουμε στα έκπληκτα μάτια των άλλων την ζοφερή νοσταλγία της αφετηρίας;

Συγγραφέας δεν είναι ο δημιουργός. Είναι αυτός που καταστρέφει την φυσική δημιουργία για να μπορέσει να ζήσει, στο έλεος των παράξενων ονείρων του, ως ανεξιχνίαστος δολοφόνος.

(Κι εγώ θα ήθελα κάπου να κρυφτώ. Αλλά το εδώ είναι αμείλικτο.)

Σταύρος Σταυρόπουλος

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
 http://bibliotheque.gr/?p=31824


Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

ΜΠΛΕ ΜΠΑΛΟΝΙ






Βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα
Ένα μπαλόνι με ακολούθησε
Αυτό το μπλε
Που υπήρχε μέσα μου φουσκωμένο
Για να ρυθμίζει
Την κυκλοφορία της λύπης

Αφού έκανε μια κίνηση δισταγμού
Σα να φοβόταν τα βότσαλα
Σαν η παραλία να ήταν ο κόσμος
Και τα απροσμέτρητα βότσαλα
Το απροσμέτρητο πλήθος των ανθρώπων

Αφού ζύγισε με το βλέμμα του
Τα δάκρυα που το χώριζαν
Από την αντίπερα όχθη
Προχώρησε με ακατανόητη χάρη
Προς μια εξόδια κίνηση
Σαν τελικός απολογισμός
Της ανεπίσημης χορογραφίας του

Κυλώντας ήσυχα
Ήρεμα σαν νεκρό

Πάνω στον πληγωμένο καθρέφτη
Της θάλασσας

Σας είχα προειδοποιήσει
Ότι θα έφευγα κάποτε
Σαν μπαλόνι

Σας το είχα πει
Με όλα τα αίματα

ΣΣ