Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ



Εγώ είμαι χθες. Κουβαλάω τα κεραμίδια μου για να σκεπάσω αυτό που λέει το τοπίο. Αν θέλεις να σώσεις το τοπίο, σκότωσέ το. Δεν φοβάμαι. Θα το γεννήσω ξανά. Είναι ο μοναδικός τρόπος για να το αθωώσω.

Προσθέτω τα μάτια μου πάνω του. Το διορθώνω. Σχεδόν μπλε. Θυμίζει εξώφυλλο λύπης, περασμένης δεκαετίας. Ξαναγράφω αργά τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Βαπτίζω τα όριά του. Το τοπίο χαμογελά.

Κοιτάζω αυτό το ξανά τοπίο, μετά. Και υψώνεται. Κάθε τι εξηγεί τη σημαντικότητά του και την εμφανίζει μπροστά μου. Έχουν εξαιρεθεί οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Η οθόνη είναι μοναδική. Τρέχουν νερά.

Η μουσική ποτίζει τα πλακάκια αυτής της αυτοσχέδιας κορυφής και την κάνει να δείχνει ακόμη ψηλότερη. Διέρχεται τις αιώνιες κλίμακες με δέος.

Είμαι μόνος σ’ αυτό το μέρος που μοιάζει με ύφασμα του εαυτού μου, μόνος σ’ αυτή την ευλογημένη περιδίνηση πριν την πτώση. Η πανοπλία μου έχει ανοίξει. Μέσα της μπαινοβγαίνουν πουλιά. Με γεύση καραμέλας.

( απόσπασμα από το βιβλίο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, Φωτογραφία, εκδ. Οξύ, 2011)


Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΙΝΩ ΕΝΑΣ ΣΠΑΣΜΟΣ




Να με υποδουλώσεις

Να με ταπεινώσεις

Να καννιβαλίσεις το γένος μου


Να με ξεκληρίσεις

Ως την τελευταία διακοσμητική δέσμευση

Με τα άνομα χέρια σου

Κολλημένα στη λάσπη


Να ψαλιδίσεις το κορμί μου

Να με μασήσεις

Ξηλώνοντάς με πόντο πόντο


Με τις δαγκάνες σου


Να ξεσπάσεις πάνω μου

Να θυσιάσεις τον άχρηστο στόλο μου

Στο παράδοξο του ουρανού


Να χύσεις τη γλώσσα του κόσμου

Ολόκληρη μέσα μου

Μέχρι να γίνω ένας σπασμός


Να μην έχω πια τίποτε

Παρά μόνο στο σώμα μου


-Ραμμένη ανάμνηση-


Την ζωντανότερη απόδειξη

Της ιερότητας των νεκρών



Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

TE VOGLIO BENE ASSAIE




Είδε το φως στη μέση της θάλασσας, σκέφτηκε τις νύχτες εκεί στην Αμερική
αλλά ήταν μόνο οι βάρκες και η άσπρη γραμμή ενός έλικα
ένιωσε τον πόνο στη μουσική και σηκώθηκε από το πιάνο
αλλά όταν είδε το φεγγάρι να έρχεται από ένα σύννεφο
ακόμη κι ο θάνατος φαινόταν γλυκός.


κοίταξε στα μάτια του κοριτσιού, εκείνα τα μάτια που ήταν πράσινα όπως η θάλασσα
έπειτα ξαφνικά ένα δάκρυ έτρεξε και πίστεψε ότι θα πνιγόταν.


Σ’ αγαπώ πάρα πολύ
μα τόσο, τόσο πολύ,
που τώρα πια είναι σαν μια αλυσίδα
και λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες μου.


Στη δύναμη των στίχων όπου κάθε δράμα είναι ψεύτικο
με λίγο μέικ απ και μίμηση μπορείς να γίνεις κάποιος άλλος
όμως δυο μάτια που σε κοιτούν τόσο βαθιά και πραγματικά
σε κάνουν να ξεχνάς τα λόγια και να μπερδεύεις τις σκέψεις.

Έτσι το καθετί γίνεται μικρό, ακόμη κι οι νύχτες εκεί στην Αμερική
γυρνάς και κοιτάς τη ζωή σου σαν μια γραμμή ενός έλικα.
Ω, ναι, είναι η ζωή που τελειώνει αλλά δεν το σκέφτεσαι και πολύ
αντίθετα νιώθεις πια ευτυχισμένος και ξαναρχίζεις το τραγούδι σου.

Σ’ αγαπώ πάρα πολύ
μα τόσο, τόσο πολύ,
που τώρα πια είναι σαν μια αλυσίδα
και λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες μου.


Lucio Dalla (4 March 1943 – 1 March 2012)

Caruso