
ΑΝΕΒΑΙΝΩ με τη μηχανή την Αλεξάνδρας, ηλεκτρονική επιγραφή: Χίλτον, οκτώ λεπτά.
Δεξιά, Εξάρχεια. Δεν έχει κίνηση, είναι αργά. Ολες οι νύχτες των ανθρώπων είναι αργά. Αν ήταν νωρίς, θα ξημέρωνε. Μέσα απ' το κράνος περνάνε οι εικόνες των κτηρίων όπως στα παλιά βιου μάστερ. Η ζωή πάντα δίπλα. Ποτέ εκεί. Μέσα. Ακριβώς. Μόνο δίπλα. Κοιτάζει απ' τις κουρτίνες με έξαψη.
Η πόλη κοιμάται πάνω σε παιδικά όνειρα που ανοίγουν για να μας καταπιούν. Πρώτη χάνεσαι εσύ - με τελετουργικό τρόπο. Ακολουθεί το πίσω μέρος της μηχανής, η σέλα, μετά εγώ. Μισός. Διακρίνεται ένα μετέωρο σώμα.
Η αίσθηση που έχω είναι ότι οδηγώ σ' ένα τούνελ γραμμένο κάτω απ' τη γη. Τυφλός αρχιτέκτονας. Κάποιος έχει μετακινήσει τις στροφές. Δεν υπάρχουν φανάρια, κράσπεδα, άδειες θέσεις πάρκινγκ. Εχουν αφαιρέσει τον έρωτα, κάνουν οικονομία στην ομορφιά. Αν κλείσω για ένα λεπτό τα μάτια μου, το φως θα τελειώσει. Θα βρεθώ στον αποχαιρετισμό των μουσικών. Στο τέλος του κονσέρτου.
ΒΡΕΧΕΙ. Σε αποσπάσματα νύχτας. Σαν να σε περιέχει αυτή η καλοκαιρινή βροχή, σαν να σε μετατρέπει σιγά σιγά σε χοντρές σταγόνες που σιδερώνονται πάνω μου. Εβρεχε απ' την αρχή, από την πρώτη μέρα, θυμάμαι, να σας φέρω κάτι; Οχι. Γνωριμία νερού. Ακαριαία. Ενός βιβλιοπωλείου. Ενός Νοέμβρη. Μιας πόλης υποβρύχιας, γεμάτης σεντόνια. Εκεί οι αγκαλιές ξεβάφουν, με συνοδεία βιολιού.
Μαύρο, ακανόνιστο φόρεμα, μεγάλα, στρογγυλά σκουλαρίκια. Κρίκοι. Υπάρχει κρασί; Μια ανεπανόρθωτη λύπη. Να την ανοίξουμε, έχει παλιώσει. Η Ακρόπολη φαίνεται από παντού. Σκεπάζει τον καιρό μας. Φοβίζει τα μάτια μας.
ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ. Τότε και τώρα. Ο Βοτανικός κήπος και η πύλη του Δρομοκαΐτειου Ιδρύματος δοκιμάζουν την αντοχή τους στον χρόνο. Σε μια γωνιά του ασύλου, ξαπλωμένος στην μπλε πολυθρόνα του, σκεπασμένος από άφατη μελαγχολία και με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, ο Γεώργιος Βιζυηνός. Ψάχνει ακόμα τον χαμένο του έρωτα για τη δεκαεξάχρονη μαθήτριά του Μπετίνα: «Και από τότε που θρηνώ, το ξανθό και γαλανό και ουράνιο φως μου, μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου».
ΨΙΧΟΥΛΑ χρόνια. Δαπανημένα, μας περιβάλλουν. Σαν μνημεία, σαν καταυλισμοί των ετοιμοθάνατων. Αυτή η πόλη είναι ένα βαρύ άλλοθι. Ενα πλυντήριο εγκλημάτων. Κάθε μέρα αδειάζει τη θέση της στον κόσμο. Κάθε μέρα μικραίνει κι άλλο τη σελίδα τής ιστορίας της, λιγοστεύει τις λέξεις της πάνω στη γη. Πώς να υπερασπίσεις κάτι που έχεις σκοτώσει εσύ ο ίδιος;
Θα 'ταν καλύτερα να είχε επικρατήσει ο Ποσειδώνας. Να την έλεγαν Ποσειδωνία, θα είχαμε να πούμε πολλά για τη θάλασσα. Η σοφία έχει εγκαταλείψει αυτή την πόλη εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Εμειναν οι κουκουβάγιες και οι ελιές, ξεθωριασμένα σύμβολα. Θαμμένα στο χώμα.
ΞΕΡΩ πως θα σε συναντήσω ξανά. Σε μια πόλη που η νύχτα θα καίει σαν ήλιος. Ελληνικός. Πάρε την τρίαινα, θα κρατήσω τη θάλασσα. Να έχεις εξαντλήσει τα λύτρα του σκοταδιού. Να έχεις αδειάσει τις τσέπες σου απ' τις πέτρες.
Δύο Κεραμεικοί. Στη μέση το Θεμιστόκλειο τείχος. Θα το γκρεμίσουμε για να πιάνουν οι λέξεις περισσότερο χώρο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=185797