Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ



ΕΛΥΣΕ τον θάνατό του και σαν όλα να είχαν χαθεί, αλλά ξανάρχιζαν μ' ένα τέλος.
Τότε που δεν χωρούσε στα χέρια του και το δωμάτιο, μια στάση εμβρύου βρεγμένη διέσχιζε. Η κόκκινη θάλασσα. Κολυμπούσαν πάνω στα κόκαλά τους γυμνοί. Ενα βουβό φως αφαιρούσε κομμάτια τους με λεπίδα και τ' άφηνε. Δεν θα σταματήσει ποτέ αυτό το φως.
Πλησίασε κοντά. Από το στόμα της έβγαιναν αθόρυβα περιδέραια και είχαν ένα πορτοκαλί ξεβαμμένο χρώμα, σαν ηλιοβασίλεμα που τον έδενε σαν σκοινί και τον τραβούσε. Ο ύπνος είχε μπει στην ντουλάπα σε πλαστική διαταγή, αφού δεν χρειαζόταν. Γεμάτος ναφθαλίνες και φερμουάρ, περίμενε.

Εξω οι άνθρωποι με μάσκες αναπνοής είχαν φέρει έναν κλοιό το σπίτι, που άλλαζε συνεχώς διαστάσεις για να τους μπερδεύει. Μέσα, τυλιγμένοι με αβάσταχτο πένθος, τα μάτια τους έσταζαν στο ξύλινο πάτωμα, πολεμούσαν.

ΥΠΗΡΧΕ ένας άδειος χώρος για τους χαμένους εαυτούς. Σε κάθε σπίτι υπάρχει ένας άδειος χώρος για να μπορεί από κει να εισβάλλει η γνώση. Η υποδοχή της θα ήταν τρομαχτική. Διπλώθηκαν πάνω στις επικεφαλίδες τους· «ο πόνος ήταν οξύς και διαπεραστικός, σαν να έμπαινε μέσα τους ένα τρένο σφυρίζοντας. Είχαν υπάρξει εκεί με όλες τις ιδιότητες που μπορεί η ανθρώπινη ύπαρξη να επικαλεστεί, αλλά ο φόβος της ένωσης ήταν πιο δυνατός.

Συνέβη συγκλονισμένος να δει το έβδομο πρόσωπο του θανάτου πάνω στις κουρτίνες του υπνοδωματίου τυλιγμένο με γάζες παλιάς τέχνης. Ενα μεγαλειώδες κενό, όπως η πτώση, που οι ψυχές ανατέλλουν αγκαλιασμένες σ' ένα ποτέ.

ΕΚΑΤΕΒΗ το τέλος και συμπλήρωσε την κενή θέση ανάμεσά τους. Το πήραν αγκαλιά και άρχισαν όρθιοι να χαϊδεύουν με έναν οίστρο, και ξαφνικά από τα ξέφτια των χαδιών γεννήθηκε ένα άλλο τέλος, σαν οριστικό, και έρημα τα σώματα έφυγαν προς τα πάνω.

Θα ήθελε να κρατήσει αυτή την ανάποδη πτώση που ανέβαινε. Ολο ανέβαινε, σαν απροστάτευτη φωτογραφία στα μάτια του. Θα ήθελε να καούν και ο αέρας που έλειπε φωτιά σιγοκαίγοντας. Το καλώδιο μύριζε λάδι. Ακουσε το πολύτιμο κλάμα της να της σκίζει την κοιλιά και από μέσα έβγαιναν αγορασμένοι πεζοναύτες και περικύκλωσαν τη λεκάνη που ένωνε τους δύο μηρούς και έλεγαν όχι άλλο εδώ.

Η επιδερμίδα, ένας δαιμονισμένος άγγελος φούσκωνε ώς τα απάτητα και άντεχε και ανατρίχιαζε που αισθανόταν το όριό της. Ζούμε το όριό μας, είπε.
Το όριο του ανθρώπου είναι το όριο της πτώσης του. Από εκεί βγαίνουν αόρατοι οι δολοφόνοι με ασπρόμαυρα πρόσωπα και σηκωμένους γιακάδες. Από κει, από το αδιαπέραστο αυτό βάθος εγεννήθη η έρημος των ανθρώπων.

Ακούμπησαν κάθε γυαλιστερό τους όργανο συναντώντας τη νέα αναπνοή. Εσβησαν τα χνότα τους κάποτε. Από μέσα. Ηρέμησαν, και σαν σκουριασμένα έσπασαν τη λύπη στα δύο.
Εμειναν δύο πεθαμένα μέρη, το μέρος που δεν ήταν αυτή σε αυτόν και το μέρος που δεν ήταν αυτός σε αυτήν.

Μια χωρισμένη γη που όλο ούρλιαζε για την ένωση, μεταμορφώθηκε σε καμένη.




ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: