Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ - ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ





Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δυο στη μέση χωρίς να πάρει πτυχίο. Κυκλοφορούν 21 βιβλία του, ποίησης και πεζογραφίας.

Από τους πεζογράφους θεωρείται ποιητής και από τους ποιητές πεζογράφος.













ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ























































































































1983    ΔΙΑΜΕΛΙΖΟΜΑΙ, Εκδόσεις Βασδέκης
2002    ΤΟ ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, Μια ιστορία στη διαπασών, Εκδόσεις Απόπειρα
2004    ΦΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, Εκδόσεις Αστάρτη
2005    ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ, Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους, Εκδόσεις Απόπειρα
2007    ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ, Εκδόσεις Μεταίχμιο
2008    ΤΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ, Ιστορίες από το παρελθόν και το μέλλον, Ελλ. Γράμματα
2009    UNPLUGGED, 5 Συνεντεύξεις + 1 + 1, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα (εκτός εμπορίου)
2009    ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010    Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, 112 σχέδια για ένα μυθιστόρημα, Εκδόσεις Απόπειρα
2011    ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου, Εκδόσεις Οξύ
2012   ΜΕΤΑ, Εκδόσεις Απόπειρα
2013   ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, Ένα μυθ – ιστόρημα σημείων, Εκδόσεις Σμίλη
2014   ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ,  Γράμματα σε έναν αφανέρωτο κόσμο, Εκδόσεις Σμίλη
2014   ΑΝΘΕΚΤΙΚΟ ΜΑΥΡΟ, Εκδόσεις Σμίλη (μονόφυλλο, εκτός εμπορίου)
2015   Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
2015   ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ, Εκδόσεις Σμίλη

2015   ΕΠΙΛΟΓΟΣ, Εκδόσεις Σμίλη (μονόφυλλο, εκτός εμπορίου)
2016   ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ, ΜΙΚΡΕ ΠΡΙΓΚΙΠΑ, Εκδόσεις Σμίλη (πλακέτα, εκτός εμπορίου)
2016   ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ, Εκδόσεις Σμίλη
2017   Μ, Εκδόσεις Απόπειρα (δίπτυχο σε 150 αριθμημένα αντίτυπα)
2017   SO LONG, MARIANNE, Ποιήματα στη Μαρία, Εκδόσεις Σμίλη



















ΔΕΙΤΕ ΚΙ ΕΔΩ

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=40883
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=462&t=4089
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=108409.0
http://www.metaixmio.gr/author/2901-.aspx


http://www.osdelnet.gr/index.php?p=results&result=1&Author_bio=1&Author=1092225
http://www.greekbooks.gr/stairopulos-stairos.person
http://www.paper-bookland.gr/books.asp?action=author&authorID=40883
 http://www.booksandthecity.gr/frontend/writer.php?wbid=153157
 http://www.politeianet.gr/index.php?option=com_virtuemart&category_id=&page=shop.browse&keyword=43058&entity=writer&Itemid=89&limitstart=0&limit=10

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2008

ΔΕΚΑ ΠΙΘΑΝΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ


Η μόνη διαφορά μεταξύ ενός καπρίτσιου και ενός πάθους ζωής είναι ότι το καπρίτσιο κρατάει πάντα λίγο περισσότερο. - Oscar Wilde

1 - Είχε πάει για γουήκ έντ στο Πήλιο και λόγω ομίχλης προτίμησε να παραμείνει εκεί. Είναι γνωστό το ενδιαφέρον που τρέφει ο έρωτας για την ομίχλη. Του περιορίζει την όραση και αυτό του φτάνει. Αφού και τις ελάχιστες φορές που κατορθώνει να δει, φοράει γυαλιά. Για να θυμάται την ομίχλη.

2 - Κουράστηκε να είναι μεγάλος και αιώνιος, να παριστάνει τον Ενεστώτα, να λέει ότι ένα και ένα κάνουν ένα, να τσακώνεται με τον Ρολάν Μπαρτ, να συχνάζει σε ερημικές παραλίες της άγονης γραμμής. Βαρέθηκε να διαβάζει ότι δεν υπάρχει και αυτοκτόνησε. Από ερωτική απογοήτευση.

3 - Ο έρωτας κατάλαβε ότι για να υπάρχει δεν αρκεί να επιτυγχάνει αυτός. Πρέπει να αποτυγχάνουν και οι άλλοι. Συνειδητοποιώντας ότι δεν αρκεί να είσαι προδότης ή τρελός κρύφτηκε στα λεξικά. Έκτοτε τον συναντάμε κυρίως ως λήμμα. Ή ως εγχειρίδιο οδύνης.

4 - Δοκίμασε στη Μήλο κρεμμυδόσουπα για να συνεχίσει να κλαίει με συνέπεια, αλλά τελικά δηλητηριάστηκε. Διακομίστηκε στο κοντινότερο νοσοκομείο όπου και παραμένει στην εντατική. Στην αίθουσα της απολύτου εμπιστοσύνης του.

5 - Αποδέχτηκε πρόταση που του έγινε για να κάνει καριέρα ηθοποιού. Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται και το μυστικό της μεγάλης επιτυχίας του. Εικάζεται ότι από τότε παίρνει τους ρόλους τον ένα μετά τον άλλον. Το πρόβλημα είναι στο κάστινγκ.

6 - Άκουσε το "Love is the drug" των Roxy Music και μεταμορφώθηκε σε τζάνκι της πλατείας για να εξασφαλίσει τη δόση του. Αυτό που έβρισκε δεν του φαινόταν ποτέ αρκετό και έτσι πέθανε από στερητικό σύνδρομο. Μόνος, όπως αξίζει στους ψεύτες, όπως αξίζει στους δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα.

7 - Αποφάσισε να γίνει μητέρα (και να κοιτάξει το συμφέρον του).

8 - Επειδή είναι πολυμήχανος, πολυτάλαντος, πολυάσχολος και όλα τα πολύ, επέλεξε να διατηρήσει τη θέση του στις σελίδες των βιβλίων και στα κινηματογραφικά πλατό και απεσύρθη της πραγματικότητας, μένοντας λίγος. Ούτως ή άλλως μ' αυτήν δεν είχε και ποτέ τις καλύτερες σχέσεις.

9 - Κάποιος του είπε να διαβάσει κάνα βιβλίο για τον έρωτα μπας και βγάλει τα στραβά του κι εκείνος προσβλήθηκε: "Μα, εγώ είμαι ο έρωτας" είπε για να εισπράξει αμέσως την απάντηση: "Γι' αυτό ακριβώς στο λέω, επειδή είσαι ο έρωτας. Κι εγώ είμαι ο Μέγας Ναπολέων".

10 - Απλώς είχε πάει διακοπές στη Σαντορίνη με το King Diamond. Τώρα θα περιμένει να τον ανελκύσουν. Για να βυθίσει και τους υπόλοιπους. Όσους απέμειναν ακόμα ζωντανοί.

- - - -

Το τελευταίο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου με τίτλο "Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν" μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ
http://www.mic.gr/favorites.asp?id=15881

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

ΤΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ





(ΑΣ ΓΕΛΑΣΩ)

Μπαίνοντας στις εκδόσεις της Εστίας, ένα παραδοσιακό νεοκλασικό στην Ευριπίδου, ο Μυριβήλης, ο Τερζάκης και ο Βενέζης, μου κάνουν σωματικό έλεγχο. Κάθονται σε ένα τραπέζι, στο Ζάππειο, και πίνουν μειλίχια το ουζάκι τους. Η φωτογραφία είναι του 1933, πρέπει να είναι απόγευμα. Με κοιτάζουν με αποτροπιασμό, σα να φταίω εγώ που η εποχή μας δεν συνεχίζει το έργο τους. Δίπλα τους υπάρχει μια καρέκλα κενή, θα περιμένουν τον Καραγάτση. Αυτόν περιμένω κι εγώ, ήρθα να πάρω τον Γιούγκερμαν.
Η Κατερίνα, η υπεύθυνη προώθησης των εκδόσεων, μου ζητάει το φύλλο της εφημερίδας για τον Σελίν. Χαμογελάει με δυσκολία. Έχει το επώνυμο ενός διάσημου δημιουργού ερωτικών κόμιξ. Είναι πολύ στενά, κάποιος με σπρώχνει για να μπει, δεν χωράμε, εκείνη την εποχή οι άνθρωποι θα πρέπει να ήταν πολύ αδύνατοι. Λέω την τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει ο Καραγάτσης πριν πεθάνει, στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά του, το «10»: «Ας γελάσω». Την επαναλαμβάνω αργά από μέσα μου, σα να θέλω να την πιστέψω, σα να θέλω να πείσω τον εαυτό μου να το κάνει. Ακούω τις συλλαβές να ζορίζονται. Δεν μπορώ.

Έξω η ζωή συνεχίζεται – χωρίς να μας ρωτάει- αλλά όλο στρίβει γωνία. Της αρέσει να μας μπερδεύει. Σαν μια αστραφτερή Σεβρολέτ που ανοίγεται στον αυτοκινητόδρομο με σηκωμένα τα φτερά της. Κουράστηκα να την ακολουθώ με τα μάτια μου. Όσο πάει και ξεμακραίνει. Οι μικροπωλητές την κυνηγάνε ακόμα. Άνθρωποι του μόχθου έχουν απλώσει την πραμάτεια τους, έχουν στήσει το πολύχρωμο τσαντίρι τους, εκεί που κάποτε περνούσε το πρώτο τραμ. Σήμερα είναι θάλαμος αερίων. Τα καυσαέρια που εκπέμπουν οι άνθρωποι θα έπρεπε να απασχολήσουν σοβαρά τους περιβαλλοντολόγους του μέλλοντος. Τα εκλύουν τα σώματά τους καθώς περπατούν. Λυπάμαι αυτό που βλέπω. Τόσοι πεθαμένοι κυκλοφορούν ανάμεσά μας που αισθάνομαι ότι συνομιλώ με πνεύματα, με ψυχές. Έχω ανοιχτή γραμμή με το υπερπέραν.
Είχα ακούσει ότι τα παλιά χρόνια, τότε που η Αθήνα, ως νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους αγωνιζόταν να σταθεί στα πόδια της, οι κρεοπώλες της Σταδίου, που ήταν ακόμα χωματόδρομος, έσφαζαν τα ζωντανά τους μέσα στο μαγαζί, για να πουλήσουν κρέας στους περαστικούς. Τα τμήματα του σφαγμένου ζώου που έμεναν απούλητα, τα πέταγαν στο δρόμο. Ενάμισι αιώνα μετά, η μακάβρια αυτή συνήθεια δεν έχει εκλείψει. Ο ένας τρώει τον άλλον, δεν χρειάζονται πια οι κρεοπώλες. Oι δρόμοι είναι γεμάτοι απ’ τα κομμάτια μας. Τα απορριμματοφόρα του δήμου έχουν πολύ δουλειά. Η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου.

Προσπαθώ ακόμα να γελάσω, να κάνω τις εποχές να πλησιάσουν. Θλιμμένος κλόουν. Πώς τα κατάφερνε άραγε ο Καραγάτσης; Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι οι άνθρωποι όταν λένε «σ’ αγαπώ», αγαπάνε τον εαυτό τους και όχι αυτόν στον οποίον απευθύνουν την κουβέντα. Είναι μια ιδιότυπη μορφή Αττικής σύνταξης – εκτός Τριανταφυλλίδη. Ο Λάο Τσε, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Κίνας, σύγχρονος του Κομφούκιου, υποστήριζε πριν 2.500 χρόνια πως το σκληρό και το δυνατό θα κατατροπωθούν για να θριαμβεύσει το τρυφερό και το αδύναμο. Περιμένω ακόμα.
Θα κρεμάσω τα λόγια σου στο λαιμό μου για να φωτίζουν τον δρόμο μου. Τα σκοτεινά τμήματα στο οδόστρωμα που πρέπει να αποφεύγω. Θα τα δέσω μ’ ένα μικρό, κόκκινο σπάγκο για να θυμάμαι. Ο Καραγάτσης είναι πια γραμματόσημο. Η τρυφερότητα τελικά δεν θα θριαμβεύσει. Ο Λάο Τσε ήταν υπερβολικά αισιόδοξος.
Κοιτάζω τον Γιούγκερμαν στη σακούλα. Είναι χάρτινος, αλλά έχει σκάσει στα γέλια.

(απόσπασμα από το βιβλίο μου, Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2008)



ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ



Στο πλοίο για τη Μήλο, με πιθανότητα ομίχλης. Μυρίζει αγιόκλημα. Βγαίνει απ’ τα φουγάρα. Πέντε-έξι σημαντικοί γκέστς: Κάφκα, Μπέκετ, Κέρουακ, Νίκος Νικολαίδης, Γιώργος Χειμωνάς, Κατερίνα Γώγου. Μερικά σύννεφα. Πάνε να αφήσουν τα καλοκαίρια να κολλήσουν πάνω τους. Εκείνος εκεί ο μισός-άνθρωπος, μισός-μπύρα, ο Μπουκόβσκι δεν είναι; Κάθεται παράμερα, είναι άλλωστε ο συγγραφέας. Περνά, περνά ο θάνατος κι εκείνοι τον ξεγελάνε. Με την τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις, με τα στιχάκια του Ντύλαν. Με σημαιάκια απαγορευτικά που εννοούν ότι μεγαλώσαμε. Με απουσίες που αποδεικνύουν αχρησιμοποίητα γεύματα. Στα αμπάρια του πλοίου κρύβεται πληγωμένος ο Σάββας Ξηρός. Ένα τραγούδι του Leonard Cohen έχει σκάσει στα χέρια του - η κρίση της Αριστεράς είναι αναπόφευκτη. Το «Dance me to the end of love» πρόδωσε έναν ακόμα. Κάτω απ’ το τραπέζι του σαλονιού είναι κρυμμένος ο Αλεξάκης, θέλει να τους τρομάξει όλους. Δεν γνωρίζει ότι του έχω πάρει τη φυσαρμόνικα.
Εσύ δεν ξέρω που είσαι. Πού είσαι;

Και η ιστορία ετοιμάζεται να απλωθεί. Σα σαύρα που ακολουθεί τα σημάδια της - διαδρομή προς τα πίσω. Σε έξι βασικά χρώματα, εκτός ουρανού. Με βόλτες σε σελίδες βιβλίων, προσώπων, γεγονότων. Με έρωτες, μουσικές, διαψεύσεις. Κείμενα χρόνια. Που κρυφοκοιτάζουν από την κλειδαρότρυπα το παρόν. Που βγάζουν ανυπόμονα το κεφάλι τους έξω απ’ το νερό για να πάρουν ανάσα. Που κόβουν δρόμο μέσα από καλαμιές για να φτάσουν κατευθείαν στο τέλος. Ανυπόμονες λέξεις. Λέξεις παιδιά.
Το μυθιστόρημα είναι προ των πυλών. Έρχεται, για να αφήσει το μυθιστόρημα εκτός ιστορίας. Έρχεται, με τις επιγονατίδες του, για να αναχαιτίσει την ιστορία. Να απαθανατίσει το θάνατο. Ξανά.

Μετά έφυγαν όλοι. Το πλοίο σιγά σιγά άδειασε. I was feeling kind of seasick. Πέρασε το γκαρσόνι, μάζεψε τις πεταμένες λέξεις, που κοίταγαν η μια την άλλη, με τη σκούπα, σα ψίχουλα, και τις έριξε στη σακούλα. Άναψα ένα τσιγάρο στα βιαστικά και αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά μιας Ινδιάνας- εκτός πλατό. Υπό τους ήχους του «Getting in tune» των Who. Ήταν η τελευταία που ταξίδεψε με το πλοίο της γραμμής για κει που βρισκόταν πάντα η θάλασσα.

The rest is silence.


Τα 74 κείμενα του βιβλίου αυτού έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο κατά το διάστημα 2002-2008. Αποτελούν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο ένα ιδιότυπο ημερολόγιο όλων όσων απασχόλησαν τον συγγραφέα τους αυτά τα τελευταία χρόνια· κάτι σαν κώδικας χρωμάτων της προσωπικής του επικαιρότητας.

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

UNPLUGGED




 
Καμιά φορά
Νομίζω πως θα χτυπήσει το κουδούνι
Και θα βγούμε όλοι έξω για διάλειμμα
Με τις ξύλινες χωρίστρες στο πλάι
Τα λούτρινα άλογα
Και τα ζιγκ ζαγκ μπλουζάκια μας
Φορεμένα ανάποδα
Σε ένδειξη διαμαρτυρίας

Η πόλη θα χει κρυφτεί φοβισμένη
Κάτω από τρείς δεκαετίες

Μόνο τα φώτα των μπαρ
Θα έχουν απομείνει
Για να κάνουν τσουλήθρα
Στους έρημους δρόμους
Τα όνειρά μας
Και να εμφανίζεται εκεί
Κάθε βράδυ
Live in concert
Η απελπισία

Unplugged

Σταύρος Σταυρόπουλος
Αυγή της Κυριακής, Αναγνώσεις, 12-10-2008 

*Ευχαριστώ την εφημερίδα Αυγή και τον Κώστα Βούλγαρη για την δημοσίευση του ποιήματός μου

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ
http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2008/10/blog-post_3661.html

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

ΜΕ ΣΠΡΕΙ

Στη Βουλιαγμένης πηγαίνοντας για Ελληνικό. Στη διαφημιστική αφίσα της στάσης του λεωφορείου. Στίχοι από το βιβλίο μου ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ. Έκπληξη. Σε κόκκινο και μπλε. Του Πανιωνίου. Ή της αρτηρίας.

Λειτουργούν τα ποιήματα;

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ


Υμνος στην τζαζ, στο περιθώριο και στην χαμένη αθωότητα
Ο Τζακ Κέρουακ φτιάχνει έναν ήρωα που του μοιάζει


Τζακ Κέρουακ
Πικ
μετ. Γιάννης Λειβαδάς
εκδ. Απόπειρα, σελ. 136


Λίγους μόλις μήνες πριν από τον θάνατό του, τον Οκτώβριο του 1969, ο Τζακ Κέρουακ ολοκλήρωσε τη δακτυλογράφηση αυτού του μικρού βιβλίου, τελευταίου στη σειρά της μεγάλης βιβλιογραφίας του, βουτώντας μέσα σε ένα ωκεανό χειρογράφων που μπόρεσε να τιθασεύσει, με τη βοήθεια του αλκοόλ, και να πραγματώσει αυτό το απροσδόκητα γλαφυρό και απολαυστικό κείμενο. Ο μικρός έγχρωμος Αμερικανός Πικ –μια ακόμα εκδοχή του Χάκλμπερρι Φιν του Μαρκ Τουέν– που το σκάει από το σπίτι του με τη βοήθεια του μεγάλου αδελφού του για να συναντήσει τα λαμπερά φώτα της Νέας Υόρκης, της Καλιφόρνια και της ελευθερίας του δρόμου, είναι, φυσικά, κατάστικτος, από την κορφή ώς τα νύχια, με όλα όσα απασχολούν τον Κέρουακ. Η τρέλα με την τζαζ και τον δρόμο, η αντοχή του περιθωρίου και του ταξιδιού, η χαμένη εντιμότητα και η χαμένη αθωότητα των λούζερ της ζωής, είναι εδώ, λες και συνεχίζονται οι Υποχθόνιοι, ο Δρόμος και οι Ντεζολέισον Εϊντζελς.

Αδειο τζουκ μποξ

Ο Πικ μοιάζει φτυστά στον συγγραφέα του. Με μια διαφορά: αυτός θα τα καταφέρει, ο δημιουργός του όχι. Δείχνει από πολύ νωρίς να πιστεύει ότι αν κάτι ακόμα υπάρχει, βρίσκεται σε αυτό που δεν φανταζόμαστε ότι υπάρχει. Και σαν γνήσιος ήρωας του Κέρουακ δίνει τα πάντα για να το αναζητήσει, να το φτάσει, να το κερδίσει. Ο Κέρουακ ανασηκώνει λίγο τον μουσαμά, αποκαλύπτοντας το πτώμα, αλλά και τη γοητεία της Αμερικής. Μιας Αμερικής που κουράστηκε να είναι φτωχειά, κουράστηκε να μοιάζει με άδειο τζουκ μποξ που απλώς «τρώει» τα κέρματα αυτών που ποθούν να ακούσουν τη μουσική της. Τα όσα απευθύνει ο Σλιμ στη Σίλα στη σελίδα 69 του βιβλίου νομίζεις ότι είναι παρμένα από κάποιο παλιό τραγούδι του Σπρίνγκστιν: «Δουλειά, μάλιστα, πρέπει να πιάσω δουλειά, Σίλα. Αύριο, πρωί πρωί θα βγω έξω και θα ψάξω για δουλειά. Ξέρεις γιατί θα βρω σίγουρα; Γιατί τη χρειάζομαι. Ξέρεις γιατί τη χρειάζομαι τη δουλειά; Γιατί δεν έχω λεφτά.»
Η γλώσσα του κειμένου –μια τρυφερή σλανγκ των χόμπος και των αμόρφωτων ταξιδευτών της αμερικανικής υπαίθρου– φαίνεται να αναπολεί την πρόδηλη φυσικότητα της ζωής, αυτήν που μας κάνει να εμπιστευόμαστε το ένστικτο και τη φαντασία. Και να θρηνεί την απώλειά της. Ο ρυθμός της αφήγησης είναι καταιγιστικός, ιδρώνει για να τα καταφέρει στο σόλο του, ανεβαίνει και κατεβαίνει τις κλίμακες σεληνιασμένος, όπως το παίξιμο του Σλιμ στο σαξόφωνο, θυμίζει ουρλιαχτό αδέσποτου σκύλου που αναζητάει απεγνωσμένα τροφή. Οπως πίεζε ο αδελφός του Πικ το σαξόφωνο, «βγάζοντάς του τα σωθικά», έτσι πιέζει και ο Κέρουακ την καρδιά της αφήγησης, κάνοντας την να βαστά την αναπνοή της. Ολη αυτή η γλώσσα, ελλειμματική λόγω του περιορισμένου λεξιλογίου που «υποχρεούται» να χρησιμοποιήσει ο συγγραφέας για να αναπλάσει τον μύθο του, όλος αυτός ο χύμα ρομαντισμός για ό,τι είναι προσωρινά χαμένο, όλο αυτό το αυτοκαταστροφικό παιχνίδι που απειλείται από στιγμή σε στιγμή με κατάρρευση, επιτυγχάνει εν τέλει να καταστεί παντοδύναμο όπλο στα χέρια ενός αμετανόητου πολεμιστή και να επιβεβαιώσει το ταμπεραμέντο του.

«Ηττημένος»

Ο Κέρουακ είναι ένας «ηττημένος», που συχνάζοντας στις αντιξοότητες, έχει κερδίσει την πραγματικότητα στα σημεία, καταφέροντάς της απανωτά πλήγματα। Ετσι κερδίζει χρόνο, ανανεώνοντας γύρους। Ετσι βάζει τον θάνατο συνεχώς σε παρένθεση। Η μετάφραση του ποιητή Γιάννη Λειβαδά, μελετητή της μπιτ κουλτούρας, είναι υποδειγματική। Χαμηλόφωνη, αντηχεί σε σωστά ελληνικά που ρέουν αβίαστα, σαν πνευστό, που ενώ παίζει free jazz, καταφέρνει να διατηρηθεί μέσα στη μελωδική φράση και να την εξελίξει. Διαβάζοντας τις πρώτες, αυστηρά περιγραφικές, σελίδες του βιβλίου, θα ορκιζόμουν, αν δεν γνώριζα το όνομα του συγγραφέα του, ότι ήταν κάποιος νέος Αμερικανός ερωτευμένος με τον Χέμινγουει. Προχωρώντας, λίγο μετά, η βαριά, λασπωμένη μπότα του Κέρουακ πάτησε δυνατά στις σελίδες. Και τις έλιωσε.

Σταύρος Σταυρόπουλος
Καθημερινή

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

ORNETTE COLEMAN: ΤΕΛEIΩΝΟΝΤΑΣ ΜΕ ΕΝΑ ΣΑΞΟΦΩΝΟ


Κινηματογράφος "Παλλάς", Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΒΡΑΔΥ της Παρασκευής, γύρω στις 9, ο πεζόδρομος της Βουκουρεστίου, έξω απ΄ το «Παλλάς», είχε γεμίσει με πρόσωπα που πάνω τους ήταν αποτυπωμένη η νοσταλγία και η αγωνία μιας εποχής που έφυγε, ξεχνώντας να χαιρετήσει. Το κουαρτέτο που στα τέλη του 50, άφηνε την μουσική σκηνή της Αμερικής με ανοιχτό στόμα, με την αρτίστικη ματιά του στον τρόπο που ονειρευόταν την εξέλιξη της σύγχρονης τζαζ (Ornette Coleman – alto sax, Don Cherry – trumpet, Charlie Haden – bass, Billy Higgins – drums) δεν ήταν φυσικά εκεί, όμως η ισχνή φιγούρα του 78χρονου Τεξανού σαξοφωνίστα Ορνέτ Κόλεμαν, περίμενε υπομονετικά για να μας πάρει απ΄ το χέρι, και με καύσιμο τη μουσική, να μας περάσει απέναντι σε απάτητους πλανήτες.

Μπαίνοντας βιαστικά - ως συνήθως - συνάντησα στην είσοδο του κινηματογράφου, τον διευθυντή του περιοδικού «Διαβάζω», Γιάννη Μπασκόζο, που ήταν εκεί για να δει κι αυτός από κοντά τον τελευταίο επιζώντα θρύλο της τζαζ. Χαιρετηθήκαμε με το χαμόγελο των παιδιών που συμφωνούν στη τάξη για τη ζαβολιά που θα κάνουν. Το πρόσωπό μας φωτίστηκε – από αναμονή. Λίγο πιο κάτω ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς και ο Γιάννης Λουζιώτης της «Αλεξάνδρειας», συμπλήρωναν με τον ιδεωδέστερο τρόπο αυτή τη μυστική συμφωνία των Γιάννηδων, αυτό το αυτοσχεδιαστικό τρίο που ήρθε εκεί, ανώνυμα, για να διαλυθεί ήσυχα μέσα στη μουσική. «Να προλάβουμε τουλάχιστον να τον δούμε», μου είπε ο πρώτος Γιάννης κι εγώ προχώρησα προς τις σκάλες του εξώστη, συμφωνώντας. Εκεί συνάντησα τον Χάρη, που με περίμενε από τις αρχές του 70, ήπια ένα καπουτσίνο που θύμιζε ληγμένο γάλα, και περάσαμε μέσα: Εγώ, ο Χάρης, οι Γιάννηδες, οι δεκαετίες. Παλιά, με τον Χάρη, παίζαμε μόνοι μας το παιχνίδι του μουσικού μαραθώνιου – οι άλλοι είχαν μείνει αρκετά πίσω – όταν η Σοφία περίμενε έξω απ’ το δωμάτιο. Σε κάποια χιλιόμετρα προπορευόμουν εγώ, σε κάποια άλλα ο Χάρης. Η εναλλαγή στη κορυφή της κούρσας είχε ενδιαφέρον, αλλά και ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα: Ακόμα να τερματίσουμε.

Ο άνθρωπος που έπαιξε με όλους τους μεγάλους (ακόμα και με ροκ μουσικούς, όπως ο Gerry Garcia των Grateful Dead και ο Frank Zappa), σαν ηχηρή απόδειξη της μόνης αλήθειας που πίστεψε στην καριέρα του - αυτήν της ελευθερίας - αφού περπάτησε με δυσκολία τη μικρή σκηνή του «Παλλάς», κάθισε αργά στο σκαμπό, μπροστά στο αναλόγιο, ακουμπώντας απαλά το στόμα του στο άλτο. Πίσω του, ένας ντράμερ, ένας κιθαρίστας και ένας μπασίστας, θα αγωνίζονταν, επί δύο ώρες, αλαφιασμένοι, να τον παρακολουθήσουν με την άκρη του ματιού τους, να εξελίσσει τον όρο «Μουσική σήμερα».

Πώς γίνεται κάτι τέτοιας δουλεμένης μορφής, τέτοιας ρυθμικής κίνησης, τέτοιας μελωδικής έκτασης, να ηχεί τόσο απελπιστικά μακρινό και free; Πώς γίνεται να υπάρχει τέτοιος υποδόριος σεβασμός σε ιδιώματα, σε σταθμούς, σε αρχέτυπα, που συγχρόνως διαλύονται κυριολεκτικά από ένα ζευγάρι γέρικα πνευμόνια, για να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες τους ο νέος ήχος;
Ο μίστερ Κόλεμαν προφανώς γνωρίζει καλά. Το πρώτο σαξόφωνο που αγόρασε στα 13 του, του το έμαθε. Ο Τσάρλι Πάρκερ που ήθελε να ξεπεράσει, επίσης.
Στο encore, άφησε κάτω το άλτο, όπως οι πολεμιστές το όπλο τους, πήρε ένα βιολί που του άλλαξε τα φώτα, καίγοντας στις χορδές του ένα 15λεπτο θρίαμβο συναισθημάτων όλων των αποχρώσεων, χαιρέτησε τον κόσμο, που τον αποθέωσε, μαζί με τους μουσικούς του, και αποχώρησε με ένα τόσο άτολμο και ασταθές βήμα, που θύμιζε βέβαια 80χρονο, αλλά δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνο τον νεαρό επαναστάτη που είχε καταλάβει τη σκηνή του «Παλλάς» για να διαιωνίσει το βασίλειό του.
Η μουσική είχε βρει ξανά τα χαμένα της βήματα. Κι εγώ, τον δρόμο για το καλοκαίρι που είχε παρκάρει παράνομα σε μια πάροδο της Σταδίου. Και καιροφυλακτούσε.

Νέος κύκλος, νέα αρχή, νέα σχέδια. Καλό ακούγεται. Μακάρι να είναι, κιόλας.


Σταύρος Σταυρόπουλος, 14/07/2008