Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΕΓΩ



 I.

ΖΑΠΠΕΙΟ, 19 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014
[ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΕΘΑΝΕ]

Αυτή η ανάρτηση είναι δύσκολη. Συμβαίνει όταν αντικρίζει κανείς τη ζωή από κάτω. Χωρίς ανεμόσκαλα. Όταν έχει περάσει η γη. Ο Χρήστος μου είπε «είναι τόσο όμορφο, Σταύρο, που δεν μπορώ να το αγγίξω». Δεν πλησίαζα. Έκανα μικρές κυκλικές βόλτες γύρω απ’ το περίπτερο της Σμίλης, γύρω απ’ τον εαυτό μου, γύρω απ’ τον Χρήστο. Δεν πλησίαζα. Ένιωθα πώς αν το ακουμπήσω, θα πεθάνω. Υπάρχουν τόσοι νεκροί εκεί μέσα. Τόσα κατεστραμμένα σώματα στις σελίδες. Και ένα, μεγάλο. Το νεκρότερο όλων. Το πιο σημαντικό. Το χαρτί στο εξώφυλλο σα να με προσκαλούσε. Στο νερό. Όχι αυτό του καπνισμένου. Όχι. Ήταν ένα άλλο νερό, οριστικό. Σαν τελευταία γιορτή. Ένα δείπνο χωρίς συνδαιτυμόνες. Δηλητηριασμένο. Μου ήρθε στο μυαλό ο στίχος του Τζιμ Μόρισον: before I sink into the big sleep I want to hear the scream of the butterfly. Κοίταξα γύρω μου για πεταλούδες – καμία. Χρειαζόμουν απεγνωσμένα μια νύχτα, ένα πράσινο βλέμμα, ένα ζευγάρι χέρια για να αφήσω την προσευχή μου. Πάντα χρειάζεσαι μια απεύθυνση όταν δημιουργείς κάτι οριστικό. Κάτι που από γέννηση γίνεται ξαφνικά φόνος. Ήταν βέβαια ο Σαράντης εκεί. Πάντα είναι ο Σαράντης εκεί. Και ο Χρήστος, «το βγάλαμε». Μοιράστηκε. Ειλικρινά. Πιστά. Περήφανος Χρήστος. Έλαμπε. Είδα τον Γιώργο Χρονά, «είναι υπέροχο», «αληθινά αντάξιο», μου είπε. Με φίλησε. Για μια στιγμή σα να απομακρύνθηκα χωρίς να μετακινηθώ. Έπρεπε. Κάθισα στο τραπέζι χωρίς λαθρεπιβάτες. Το δείπνο ήταν στρωμένο. Επίσημο. Λευκό τραπεζομάντηλο. Από σάρκες. Και στη μέση ένα γλυπτό. Των εραστών. Που είναι οι μόνοι που θα παραμείνουν νεκροί.

Όχι, αυτή η ανάρτηση δεν έχει φωτογραφία. Δεν θα μπορούσε. Το τέλος δεν φωτογραφίζεται. Δεν συνοδεύεται, δεν παρελαύνει. Το τέλος απλώς τελειώνει. Το τέλος δεν έχει κανένα μέλλον. Είναι μόνο τέλος. Ολομόναχο.

Ολομόναχοι εγώ.



II.

ΜΟΣΧΑΤΟ, 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014
[ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕΤΑ]

Το κοιτάζω. Με δυσκολία. Νομίζω πως δεν θα καταφέρω να το διαβάσω ποτέ ολόκληρο. Σκέφτομαι την Θέκλα, την Φαίδρα, την Λητώ. Το στοίχημα με τον Απρίλιο που διαρκεί. Ακούω πως η Νάξος δεν είναι πια εκεί. Έφυγε κάτω απ’ τη θάλασσα, σαν παράλογο τέρας. Λίγο πριν εξαφανιστεί άφησε ένα ποίημα στον Άγιο Προκόπιο. Αδημοσίευτο. Τι να το κάνω; Θέλω να πάρω ένα σφυρί και να σπάσω το γλυπτό στο εξώφυλλο. Να σπάσω το χαρτί που με κοροϊδεύει. Όχι για το μέλλον, όχι. Δεν υπάρχει κανένα μέλλον στους νεκρούς. Αλλά για να μη μένει ο λόγος ορφανός. Όμως το έργο τελείωσε. Εκεί προς τη μέση του ποιήματος «Αίμα» έχει φυτρώσει ένα δέντρο. Κερασιά. Τα κεράσια είναι τώρα εκτός εποχής. Πάντα ήταν. Περνάνε, όπως οι λέξεις. Και πλησιάζει χειμώνας. Μα, τι λέω. Πάντα χειμώνας ήταν. Πάντα. Δεν υπήρξε ποτέ άλλη εποχή εκτός από χειμώνα. Ποτέ δεν υπήρξε τίποτα άλλο εκτός από τίποτα.

Same old blues again.



III.

ΣΗΜΕΡΑ, 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014
[ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ - ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ]

Να γδέρνεις τα ποιήματα με τα νύχια σου. Κι αν ματώνουν, βγάλ τα. Πέταξέ τα στο πάτωμα και συνέχισε με το πίσω μέρος της παλάμης. Εκεί που το κόκκαλο κόβει σα μαχαίρι. Συνέχισε. Η απομυθοποίηση έχει πολλές γωνίες. Παντού παραμονεύουν σκυλιά. 

Όλα ηττημένα.

(Αυτό το "ηττημένα" στο τέλος, προσωρινά με ησύχασε)


ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΜΙΛΗ, 2014



*Οι πρώτες σκέψεις όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου, στην έκθεση του Ζαππείου. Η σφραγίδα μιας εποχής, μιας τετραλογίας, μιας θάλασσας. Ένα τέλος. Μέσα σε εκατό σελίδες χαρτί. Από σήμερα στα βιβλιοπωλεία.
**Ευχαριστώ τον Χρήστο και τον Σαράντη που ήταν κοντά μου όλο αυτό το δύσκολο διάστημα της αποπεράτωσης. Και θέρμαιναν το κουκούλι της, υπομένοντας.
***Το βιβλίο παρουσιάζεται την Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου στο Polis Art Cafe, στις 8μμ. Εκεί θα πέσει η αυλαία.




Δεν υπάρχουν σχόλια: