Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

ΕΡΩΤΑΣ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ




Γιορτάζει ποτέ κάτι που είναι διακαώς γιορτή; Ποιος ξέρει. Η αμφίσημη γιορτή με τα διάσημα δάκρυα: της ερχόμενης λύπης. Κόσμος περιμένει. Από νωρίς, το μετρό βραχνό.  Έρωτες πάνω στα σύρματα, πάνω στα καλώδια των τρόλεϊ, πάνω στα ρόλεϊ των μαλλιών. Έρωτες στα χιόνια. Σοκολατάκια από σώματα στη σειρά, δαγκώνεις προσεκτικά. Τα δόντια της καρδιάς. Και οι ανάγκες των ανθοπωλείων. Των ανθρώπων.
Η βροχή πέφτει μακριά από μένα. Από σένα, από το μεταξύ μας διάστημα. Μέχρι χθες έβρισκε πάντα στόχο. Ήξερε και γινόταν μαύρη. Οι λέξεις στάζουν: The song remains the same. Δεν είσαι δω, δεν είμαι. Ούτε ποτέ. Οι έρευνες συνεχίζονται. Όμως ο βαλές του έρωτα τελειώνει πάντα με το μπαστούνι.

ΣΣ


ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Ξέρω πώς έρχεσαι να με βρεις μέσα στο κρύο
εσύ μόνο μπορείς να γλύψεις τις πληγές
το τελευταίο μου πρόσωπο ρημαγμένο απ’ τις βροχές
θα θυμηθείς αμέσως το σημάδι στο μέτωπο
τη ραγισμένη μύτη τον τρύπιο κρόταφο
έχω γίνει ένα με τις πέτρες
νομίζουν πως είμαι το όνειρο ενός αγάλματος
αλλά εγώ επιμένω να σε σκέφτομαι
χωρίς ηλικία ή φρόνηση
με τη δύναμη που λυγίζει ο καιρός τα ποιήματα.
Τα βράδια βγαίνω στην πλατεία, είναι άδεια
έχω τη δική μου γωνιά, συνήθισα με τα χρόνια
γνωρίζω ακόμα και τα μικρά ονόματα των ίσκιων
είμαι από σένα, ένα γερό κομμάτι ερειπίων
που αντέχει με τις ώρες το αγκάλιασμά σου
και δεν συντρίβεται όπως όλοι οι άλλοι.
Έρχεσαι να με βρεις μες στο λιοπύρι
στην καρδιά της ερήμου
με διψάς με θέλεις
στα χέρια σου είμαι η σταγόνα του κόσμου
με παίρνεις στο στόμα
έτοιμος να κυλήσω να χαθώ
έτοιμος να ζήσω μέσα στο πάντα
από δω και πέρα.



 ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ


Στην αρχή να μην ξέρω από ρυθμούς
μόνο λαϊκά τραγούδια χυμένα παντού
απ΄ αυτά που ανέβαιναν παλιά στο λαιμό
κι εσύ που μ΄ εμπιστεύεσαι μόνο στα όνειρά σου
να μην αφήνεις φλέβα για φλέβα, ούτε σταγόνα,
όλο το αίμα μου να κυλάει μέσα σου
η πόλη πληγή η γλώσσα μια κόκκινη πληγή
γεμίζει ιδιωματισμούς το στόμα
λίγοι καταλαβαίνουν πια τι λες
ναι, ο χειμώνας που έρχεται θα΄ναι με το μέρος σου
κι όλο το σώμα μου δικό σου
εδώ ρουφάς το παρόν σα να ΄ταν καφές
με τα κουβάρια της μοναξιάς να σέρνονται αργά στους δρόμους
με τα θαμπά φώτα ενός άλλου κόσμου
με το σκληρό εκείνο κομμάτι της νύχτας
το αδιαπέραστο, να γίνεται ένα με την καρδιά σου
έξω γκρίζοι λύκοι ας τρέχουν ως το πρωί
σκαλί σκαλί ως την ταράτσα της τρέλας
θ΄ανέβω να σε φτάσω ως το θάνατο-
άλλοι ας το πουν αυτό έκσταση
για μένα είναι ένα ταξίδι χωρίς τοπία.
Με το δέρμα και τα όνειρα ακέραια
κάτω απ΄ τον ουρανό των μάγων και των αγίων
μνημονεύω τις πέντε αισθήσεις
τη μεγάλη, αδυσώπητη πόλη
κερί στον άνεμο μα δε σβήνει
όταν θα φύγει το φθινόπωρο
θα είμαι ακόμη εδώ.


(Γιώργος Βέης, Παράφραση της νύχτας, εκδ. Ύψιλον, 1989)


Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ


Όλη νύχτα
Έβλεπα την κοιλιά σου να μεγαλώνει
Το σάλιο μου μύριζε πετρέλαιο
Πάνω στο καμένο κορμί
Ένα πλοίο από πορσελάνη
Χυνόταν κάθε λίγο στο στόμα σου
Με κομμένα σκοινιά

Όλη νύχτα
Μ’ έναν φακό
Μάζευα σπασμένα γυαλιά
Από τις αποθήκες σου
Σε άνοιγα και σε έκλεινα
Ως τα κάγκελα της ψυχής
Ως εκεί που μπορεί να φτάσει
Ένας υποψήφιος νεκρός

Προσέχοντας πολύ
Να μην τρομάξω
Την αναπνοή της

Με την πανοπλία μου


ΕΠΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ


Σκληρό που είναι το κρεβάτι
Σαν χειμωνιάτικη εκδρομή στους Δελφούς
Με σημασία Καστοριάδη
Η γυαλάδα της πίσω πλευράς με εξοντώνει
Φοβάμαι πως θα χάσω τα μάτια μου
Και θα τρέξουν μπογιές στο πάτωμα

Κάνει ωραίο καιρό στο σώμα σου

Έχω καρφώσει τη θάλασσα  στο μουνί σου
Για να τη βλέπω

Εδώ χρειάζεται ένα θαύμα

Να βαδίσω επί των υδάτων
Να επιστρέψω τα κλοπιμαία της Ερέτριας
Και να υπογράψω
Αυτό το ποίημα
Σε λίγα συλλεκτικά αντίτυπα
Με ψευδώνυμο

(Σταύρος Σταυρόπουλος, Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις, εκδ. Μεταίχμιο, 2009)

Δεν υπάρχουν σχόλια: