Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

I WANT TO LIVE AMONG THE DRUMMERS



Αφού έκανε πρώτα πέντε έξη γύρες στο διάστημα αλλάζοντας συνέχεια χρώματα, καλύπτοντας όλο το φάσμα από το μενεξεδί μέχρι το φούξια, αφού έστειλε μυριάδες αμαρυγές μέχρι και την πιό απόμερη σκοτεινή γωνιά του σύμπαντος σαν να ήτανε τεράστιο μίρρορ μπώλλ και το σύμπαν απέραντη ντίσκο, ο ιπτάμενος δίσκος της περιοχής μας έκανε καμμιά δεκαριά ακόμα γύρες πάνω από την πόλη και στο τέλος στάθηκε για λίγο ακίνητος πάνω από την κεντρική πλατεία. Μετά άρχισε σιγά σιγά και απολύτως αθόρυβα να κατεβαίνει, και τυλιγμένος σε κάτι σαν ή μάλλον ακριβώς με το “purple haze” του Χέντριξ, μεταμορφώθηκε χωρίς κανείς να καταλάβει πώς, σε απλό χάλκινο πιατίνι. Το πιατίνι πήγε και ακούμπησε στο τελευταίο άδειο στάντ της ντράμς του Μίτς Μίτσελ, που άγνωστοι είχαν τοποθετήσει όπως ακούστηκε κρυφά το προηγούμενο βράδυ πάνω σε βάθρο, στη μέση της πλατείας.

Νεκρική σιγή επικράτησε για δυό τρία λεπτά, καθώς το πλήθος του ενός εκατομμυρίου και βάλε που ήταν μαζεμμένοι, άγνωστο επίσης από ποιούς ειδοποιημένοι, έμεινε να κοιτάζει μαγεμένο. Τότε η ντράμς εντελώς απροσδόκητα, άρχισε, ξέσπασε θα λέγαμε ότι είναι η καταλληλότερη λέξη, σε ένα απέραντο σόλο. Ένα σόλο που κράτησε μέρες, κράτησε μήνες, κράτησε χρόνια, κρατάει ακόμα και σήμερα και κανείς δεν μπορεί να πεί με σιγουριά πότε θα σταματήσει (“hey hey my my”κλπ). Η ντράμς εννοείται ότι έπαιζε μόνη της, αφού ο Μίτς είναι εδώ και χρόνια πεθαμένος (σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Ωκλαντ λίγο πριν πάρει το αεροπλάνο να γυρίσει σπίτι του έχοντας μόλις τελειώσει μιά περιοδεία στην μνήμη του Χέντριξ).

Ακόμα περισσότερα χρόνια έχουν περάσει, από τότε που μας χαιρετήσανε ο Κήθ Μούν, ο Τζόν Μπόναμ και ο Άλ Τζάκσον Τζούνιορ (ο ντράμερ του Άλμπερτ Κίνγκ και των Μπούκερ Τι εντ δε Έμ Τζίς). Των οποίων, επίσης εννοείται ότι, οι εικόνες προβάλλονταν με κολοσσιαίο προτζέκτορα πάνω στο χιόνι που έπεφτε πυκνό μέσα στην νύχτα, μετατρέποντας τον ουρανό σε πελώρια γιγαντοοθόνη. Όσο για τον τελευταίο απο τους μεγάλους ντράμμερς που ήταν ακόμα ζωντανός, τον Τζίντζερ Μπέικερ, αυτός λόγω διαφοράς ώρας μόλις είχε ξυπνήσει στο κτήμα του στην Αφρική και αφού όπως κάθε πρωί έκανε μιά ένεση μορφίνης για να του απαλύνει τους πόνους που του επεφύλασσε ο θεός στα γεράματα, κρατώντας τον ακόμα στην ζωή για τιμωρία, για τις κακές πράξεις που έκανε όταν ήταν νέος, αφού πέρασε και από τον σταύλο του να χαϊδέψει τα άλογα, πήγε και χώθηκε σε μιά πολυθρόνα, άπλωσε τα μακρυά του κανιά και άνοιξε την τηλεόραση να παρακολουθήσει σε live αναμετάδοση την συναυλία.

Έτσι έγινα και εγώ επιτέλους ντράμμερ. Όχι μόνο για να παίξω ο ίδιος αλλά για να στρέψω την προσοχή των νέων στους ρυθμούς της ντράμς του Μίτς Μίτσελ που συνέχιζε να παίζει απτόητη αλλά λίγο μπορούσε να ακουστεί μέσα στο σαματά του θέατρου της δήθεν πραγματικότητας που επίτηδες και τεχνηέντως είναι η αλήθεια πολλοί έστησαν για να πνίξουν την φωνή της. Οι νέοι όμως άκουγαν. Και βγήκαν έξω περιμένοντας till the midnight hour” (“when there is no one else around”), όχι τις κοπέλλες τους, όχι τις αγάπες τους, αλλά τις ντράμμερς τους. Που δεν άργησαν να φανούν, κατηφορίζοντας φουριόζες τα στενά του Στρέφη, του Γκύζη, του Προφήτη Ηλία, της Καστέλλας, του Φιλόπαππου, του Μέτς και του Λυκαβηττού, να πάνε να τους βρούν, να τους πάρουν από το χέρι, να τους οδηγήσουνε στα βάθη της γής, στα ύψη του ουρανού και στα πλάτη του ωκεανού, εκεί που οι ρυθμοί τους συναντιούνται με τα σόλα του Χέντριξ, του Πέιτζ, του Τάουνσεντ και του Άλμπερτ Κίνγκ, εκεί που παύει να φαίνεται περισσότερο από ότι πραγματικά αξίζει, η επιδέξια σκηνοθετημένη καθημερινή παράσταση του κάθε επαγγελματία καραγκιοζοπαίχτη και γίνεται εξ’ ίσου ορατή και σημαντική η ύπαρξη η ίδια.


Παναγιώτης Γαλανόπουλος

(εν μέσω των ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων)

Αθήνα 6/11/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: