Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

ΤΥΠΩΜΕΝΟΣ


ΕΡΧΟΜΑΙ κατά συρροή. Τυπωμένος. Εχω ζήσει στ' αλήθεια; Δεν ξέρω. Πόσες πιθανότητες έχω να υπάρχω μετά το χαρτί; Δεν θέλω να πεθάνω. Φοβάμαι. Είμαι μια ημιζωντανή αντίφαση. Το σπίτι μου είναι σαν φυλακή. Δεν αγαπώ τον πατέρα μου. Είναι εγωιστής. Αυτό που εισέπραξα ως παιδί είναι ότι πρέπει να με μισεί. Θέλει να με εξοντώσει. Οσα δεν μπορεί να καταφέρει με υποχρεώνει να τα καταφέρω εγώ. Με βάζει και λέω συνέχεια ψέματα. Με αναγκάζει και παίζω ρόλους. Δεν αντέχω να παίζω ρόλους.
Είμαι δανεικός. Μεταμφιεσμένος. Κρατούμενος. Κι όταν τελειώσουν αυτές οι ατελείωτες σειρές από γράμματα θα μείνω πάλι μόνος μου. Να κρυώνω. Η μοναξιά είναι η μοίρα μου.

ΖΩ ανάμεσα στις αράδες. Είναι σαν να διασχίζω επικίνδυνα ρέματα. Αν φωνάξω δεν θα με ακούσει κανείς. Με έχουν κάνει πλοκή. Και τσακώνονται. Αν είμαι μοντέρνος ή κλασικός. Με πουλάνε σε είδος. Επισημαίνουν τις ατέλειες πάνω μου, επικροτούν τις θετικές μου στιγμές. Με κάνουν προσωπείο. Αγοραίο έρωτα. Εγώ δεν είμαι εγώ. Θα επιζήσω της ιστορίας; Η ιστορία είναι δολοφόνος. Σε ξεγελάει για να κλέψει το καλύτερο κομμάτι σου. Γι' αυτό επαναλαμβάνεται, γιατί είναι αχόρταγη. Μέχρι να στα φάει όλα και να μη μείνει τίποτε από σένα. Τίποτε που να επιβεβαιώνει ότι κάποτε υπήρξες. Τίποτε να αποτελείς.

ΕΙΜΑΙ ένα πρόσωπο χωρίς πρόσωπο. Μια ιστορία ιστορίας. Επωμίζομαι όλους τους μεταβατικούς ρόλους, εκτός από τον κεντρικό. Καμιά φορά νομίζω πως έχω απώλεια χαρακτήρα. Πώς να ζήσω χωρίς χαρακτήρα; Δεν έχω όνομα, επάγγελμα, χώρα, ταυτότητα, ιδιότητες, μόνιμη σύντροφο, μόνιμη κατοικία. Με μετακομίζουν συνέχεια για να γίνομαι ο παγκόσμιος καημός του πατέρα μου. Θέλω να είμαι ο δικός μου καημός που θα καταστραφεί στο ενδεχόμενο του τέλους του.

ΑΥΤΟ το ελεύθερο όριο που δεν γράφουν είναι η παρουσία μου. Η σιωπή είναι το μόνο που θα θυμάμαι να ζω. Το άχρηστο άλλοθι για να συνεχίσω. Αν ανασηκώσεις ελαφρά τις λέξεις, μπορείς να με μυρίσεις. Να παρακολουθήσεις τη φθίνουσα γενναιοδωρία μου, τις ριπές του κλεμμένου χρόνου, τα ερείπιά μου σε ακαμψία. Με έχουν πλακώσει τα μάτια τους. Και πονάω. Εχω μια συμπαθητική απάθεια όταν μονολογώ. Οταν μηδενίζω το δυνατό για να επουλώσω χιλιόμετρα.

ΤΙΠΟΤΕ απ' τη διαδρομή μου δεν φαίνεται. Τίποτε από μένα. Τίποτε απ' το τίποτε που έχω στην κατοχή μου. Η δουλειά μου είναι να μεγαλώνω παράθυρα. Ανοίγω παράνομους χώρους, παράνομους φόβους, παράνομες ενοχές. Εκτελώ χωρίς σκέψη την άσκηση της ομοιογένειας. Πέφτω. Με σηκώνουν άλλοι. Κάθε φορά και διαφορετικός. Ξαναπέφτω. Σηκώνομαι. Πέφτω.

ΕΙΜΑΙ ένας ήρωας μυθιστορήματος. Κάποια μέρα δεν θα σηκωθώ. Θα ξαπλώσω στο πάτωμα ακίνητος. Σαν τελεία.

Να μείνουν οι σελίδες λευκές.

Προδομένες.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=05/02/2011&id=248280