Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

ΑΝΙΚΑΝΟΣ ΛΟΓΟΣ


Ελευσίνα, αρχαιολογικός χώρος

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ γκρεμίζονται απ' το στόμα της. Χαμηλώνουν τα γεγονότα, κάνουν αυτό που συμβαίνει μικρό. Το οδηγούν προς τα κάτω -σβήνουν το φως. Εγωιστικά. Δεν το αντέχουν. Οι λέξεις. Οπως: Τα χείλη οπλίζουν. Μετά πυροβολούν. Ξανά.
Λένε πως όταν ονομάσεις ένα πράγμα με λέξεις τότε το καταλαβαίνεις καλύτερα. Ψέματα. Η ανάγκη του λόγου εξέπεσε στην ανάγκη να υπερασπίσεις με ψεύτικο τρόπο την αληθινή σου αδυναμία. Να προστατεύσεις ένα ανυπεράσπιστο κτήριο που υποδύεται το απόρθητο οχηρό. Τα σκουλαρίκια της πραγματικότητας χρειάζεται να είναι λαμπερά. Να κερδίζουν τις εντυπώσεις. Και πάνω απ' όλα: Να φαίνονται γνήσια.

Στη πόλη οι άνθρωποι μικραίνουν κι άλλο. Τους διακρίνεις με δυσκολία, είναι ραντισμένοι με λέξεις. Σαν να χουν καταπιεί κάποιο χυδαίο χάπι και οδεύουν προς το αόρατο. Αντί για ουρανό έχουν ταβάνι. Η αγάπη τους: ένα μπαλόνι που ξεφουσκώνει. Αυτό που δεν θα τολμήσουν ποτέ να νικήσουν είναι το φως. Αδιάκριτο, αδιαπραγμάτευτο, εξαφανισμένο φως σε βομβαρδισμένο στρατόπεδο. Εισχωρεί. Τους διατρέχει. Μέσα απ' τις κουρτίνες τους φεγγίζουν τα πρόσωπα. Κρυμμένες φλέβες, πλυμένα βλέμματα, κατεστραμμένα. Κοντά τους η θλίψη ανθίζει σαν κάκτος. Να αφήσουμε τις κίτρινες καρδιές να μιλήσουν. Τη γλώσσα τους. Ποια γλώσσα; Τους έχουν αφήσει γλώσσα;

Φροντίζουν να κλείνουν τις τρύπες του σώματός τους με κομμάτια απ' τις ψυχές άλλων. Χρησιμοποιούν τις ψυχές σαν λάσπη. Χτίζουν τις νέες απελπισίες, τις νέες διαψεύσεις, τους νέους θανάτους. Χαρισμένες, να μη φαίνονται. Οταν λένε συν εννοούν πλην. Και το ονομάζουν μαζί.

Την είδα. Στη Σαλαμίνα, στο Πέραμα, στην Καισαριανή. Στην Αίγινα. Στην Ελευσίνα μια φορά. Ηταν το κορίτσι μου. Που αγαπούσα. Δεν με είδε ποτέ. Η σχέση μου μαζί της ανακεφαλαίωσε όλους τους προηγούμενους θανάτους μου και, κατά έναν τρόπο, τους συνόψισε.

ΑΝΙΚΑΝΕΣ λέξεις, ανίκανος λόγος - σταθμός. Διαποτισμένη. Στάση Κουμουνδούρου. Στάση ζωής. Μαύρα. Μέσα έξω. Παντού. Εσφαξε ό,τι ήταν. Με τα νύχια της. Εκοψε με τα δόντια της το τελευταίο σκοινί. Εμεινε μια οδοντόβουρτσα στο μπάνιο. Ηλεκτρική. Ενα ζευγάρι καφέ σαγιονάρες. Ενας μισοτελειωμένος Ιψεν. Και οι πετσέτες που έπλεναν τα κορμιά μας. Που σκούπιζαν απ' το δέρμα την έξαψη.

Οι νύχτες. Από δω και πέρα. Θα κρυώνουν. Θα λιμοκτονούν. Θα δαγκώνουν το μαξιλάρι. Δεν βλέπω καλά. Πήγαινε τοίχο τοίχο. Προσοχή. Στα γιαούρτια με μέλι. Στα θεατρικά του Ζενέ, άνισα διασκευασμένα. Στις αγκαλιές που παγώνουν στην κατάψυξη. Στα ονόματα που θυμίζουν θάλασσα. Πήγαινε. Με την όπισθεν.

Δεν βλέπω πια. Επικαλείται τον έρωτα. Προσοχή στις νύχτες. Σ' αυτές που πέρασαν. Ετσι όπως πέρασαν. Και σε όσες δεν θα περάσουν. Ποτέ.

Για να μείνει η νύχτα. Αυτή. Ενικού αριθμού. Μεθυσμένη. Ατέλειωτη.

Από δω και πέρα.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=156953

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

ΤΣΑΙ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ



ΧΑΝΟΜΑΙ μέσα στην πόλη. Ενας στα δεκατέσσερα εκατομμύρια είναι τίποτε. Στο λιμάνι των αρωμάτων, το πιο έγχρωμο του κόσμου. Ακούγονται βήματα. Να μπορώ. Αυτό μόνο. Τα μάτια μου να μπορούν.
Χονγκ Κονγκ. Η λεωφόρος Νάθαν Ρόουντ όπου η Δύση εναλλάσσεται με την Ανατολή. Ενα σκισμένο πορτρέτο του Μάο. Πατημένο. Πότε ήρθα εδώ; Γιατί ήρθα;

Η σιωπή διακόπτεται από παρατεταμένες φωνές. Φεύγουν λέξεις: σαν μουσική αμετάφραστη. Οσο πλησιάζεις, απομακρύνεσαι. Το φως πεθαίνει από σκοτάδι. Ο καπιταλισμός έχει νικήσει κι εδώ. Παραλίγο να πω νύχτα.

Προφυλαγμένοι στη γη. Κολλημένα σώματα, σπαρμένα. Γύρω απ' το Σινικό Τείχος. Τα νιώθω, πετούν. Ενας πολιτισμός ιερός. Που ετοιμάζεται. Ελα, δεν θα με ρωτήσεις για το όλον; Ολον ποτέ; Να ξαπλώσουμε πάνω στους εαυτούς μας. Μαζί. Για να θυμάσαι.

ΔΙΑΣΧΙΖΩ με ένα ποταμόπλοιο τον Λι Γιανγκ ανάμεσα στα πολυτιμότερα βουνά που ξεκουράζονται κάτω απ' τον ουρανό. Είναι εύκολο να σε βρω. Θα μυρίσω απλώς την παλάμη μου.
Ρύζι, μετάξι, παγόδες. Το άγαλμα του Βούδα. Ο απαγορευμένος Κομφούκιος. Το κόκκινο δόγμα. Μερικά γιουάν. Οι καμπυλωτές γέφυρες. Κάτω από μια με περιμένεις. Με τη μοναδική αρχιτεκτονική σου. Ενσωματώνεσαι στο τοπίο. Ενα επιπλέον κτίσμα, σαν κρεμαστός κήπος.

Καις. Καίω. Ο πυρετός είναι απόδειξη ζωής. Δεν θα τρομάξουμε. Τα πλάνα συνθέτουν, δεν χωρίζουν. Είναι πόλεμος των αισθήσεων. Πόλεμος των χαρακωμάτων. Αυτόν τον δρόμο δεν τον διαλέγει κανείς. Υπάρχει μοναδικός. Ομως, παραλίγο να πω νύχτα.

ΘΥΜΗΘΗΚΑ. Ηρθα εδώ για να πιούμε τσάι. Στη Σαγκάη, την πιο αμαρτωλή πόλη του κόσμου. Το τσάι των εραστών. Των τοξικομανών του έρωτα. Πιες. Λένε ότι για να ανακαλύψεις και να δοκιμάσεις όλες τις ποικιλίες τσαγιού που παράγονται στους «κήπους» της Κίνας δεν φτάνει μια ζωή. Πράσινα φύλλα σαρκώδη, εύκαμπτα σε μια καλυμμένη οβάλ τσαγιέρα. Μια κανάτα από λευκή πορσελάνη, στο χρώμα κορμιού. Ενα σετ διάφανων φλιτζανιών. Για να προβάλλεται το χρώμα του ιερού υγρού.

Εδώ θα συναντηθούμε. Πάνω απ' το άρωμα του τσαγιού, ο Θεός γιορτάζει.

ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ στην Κίνα. Εξαντλημένος από το μεγάλο ταξίδι. Κάθομαι μπροστά στο ξυλόγλυπτο μιας ιέρειας, προσπαθώ να του μιλήσω. Από πίσω μας φαίνεται ο Ωρωπός. Θα πιούμε τσάι, του έρωτα. Το ξύλινο σώμα της είναι ένα κάλεσμα ομορφιάς. Μέσα στις τρύπες που έχει δημιουργήσει το σαράκι κρύβεται η νύχτα.

Θα του φυσήξω ζωή για να βγει η γυναίκα του ξύλου. Τα μάτια της θα γίνουν ξανά καστανά. Η ψυχή της θα έρθει καταπάνω μου. Δεν θα είναι μόνη.

Δύο στα δεκατέσσερα εκατομμύρια είναι αγάπη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=154687

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

ΠΑΠΑΚΙ ΜΟΥ





1

Περπατάμε στην Ιπποκράτους, ανάμεσα στα βλέμματα των ανθρώπων. Ένα παπάκι αγκαλιάζει το πόδι μου, ως εκεί φτάνει. Να μαζέψουμε χαμομήλι, είναι άνοιξη. Θα το ξεράνουμε στις κουπαστές του δρόμου.

2

Χαμογελάει. Το ίδιο πάντα χαμόγελο με το λακκάκι που έχω κι εγώ. Εκεί μέσα μαζεύονται τα μυστικά μας. Για να τα θυμόμαστε τους δίνουμε ονόματα ζώων. Η γάτα είναι νυστάζω, αλλά μην το πεις.


(από το βιβλίο "Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ", εκδόσεις Απόπειρα)

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΜΕΛΙ



ΑΥΤΟ το παιδί που πήγαινε κλαίγοντας έμοιαζε με το ποίημα του Σεφέρη. Κανείς δεν ήξερε να πει γιατί. Το βράδυ, με τα φώτα της πόλης να ανακατεύονται πάνω στα ρούχα του, απομακρυνόταν. Ξεμάκραινε ολοένα πάνω στο νυχτερινό του ποδήλατο, περνούσε δίπλα απ' τα σώματα των ανθρώπων και γιατί. Του έκρυβαν τη θάλασσα τα σκοτεινά πρόσωπα. Γυναίκες που έδιναν το φριχτό μέλι τους γλείφοντας ένα χαλασμένο σωλήνα.

Αγρίευε η φύση του σα νηστικό κύμα και ξεσπούσε μέσα του, πλημμυρισμένο. Και απορούσε με τους καινούργιους λύκους. Ηταν της πόλης. Αυτή η γερμένη παρέλαση βλεμμάτων ερχόταν συνέχεια προς το μέρος του.

Πήγαινε κλαίγοντας και δεν μπορούσε γιατί. Διαπερασμένο απ' την αλήθεια των άλλων, κανείς δεν μπορούσε γιατί. Πολλές φορές έμπαινε μέσα σε πίνακες και γινόταν διάφορα χρώματα. Γινόταν τοπία, βροχή, τραπεζάκια στο ήλιο. Γινόταν. Ακρόπολη τον χειμώνα, Σούνιο το καλοκαίρι. Γινόταν μουσική να αντέξει. Τις αποφάσεις των άλλων. Το φως που σκοτείνιαζε.

Το είδα με τα μάτια του κρύσταλλα απ' το χιόνι να μου λέει οι άνθρωποι. Να μου λέει οι κήποι ήταν χυδαίοι στις πολιτείες των παιδιών. Να μου λέει, ό,τι προσπάθησα, ένα μαζί. Ούρλιαζε σαν πληγωμένο ζώο το φοβερό ουρλιαχτό των ανθρώπων. Από τότε που εμφανίστηκαν, για μένα ο πόνος.

Η ζωή είναι μια μακριά αλυσίδα από όνειρα που περιπλανιούνται το ένα μέσα στο άλλο, λέει η Γερτρούδη του Ντράγιερ. Είχε όμως σπάσει. Από προορισμό. Η αλυσίδα. Κομμάτια. Τα μάζευε υπομονετικά και τα ζέσταινε στην τσέπη του κάθε βράδυ. Δεν μιλούσε.

Οσο μεγαλώνεις, σωπαίνεις. Προσπαθείς να ζήσεις συνολικά την προσωπική ιστορία σου, σαν ένας ένθερμος οπαδός του έργου στο οποίο επιθυμείς να παίξεις. Καθώς το σενάριο πλησιάζει στο τέλος του, ανακαλύπτεις πως ξέχασες να χωρίσεις κεφάλαια. Οι αναπνοές είναι δύσκολη υπόθεση - ιδίως όταν σε λούζουν οι λέξεις. Πρέπει πάντα να τις προβλέπεις. Σα μάγος.

Κάποτε έστρωσε να κοιμηθεί πέρα απ' τον κόσμο. Καθάρισε προσεκτικά τις πέτρες γύρω του, άνοιξε μια αγκαλιά σαν σεντόνι. Τα χέρια του τύλιξαν το κορμί του, έγιναν η προέκταση του φωτός που το έκαιγε. Μετά, άπλωσε μια κουβέρτα στα σύννεφα - του είχαν απομείνει λίγα. Τον τελευταίο καιρό, μόνο σύννεφα. Σκοτεινός ουρανός. Θύμιζε μέλλον.

Το μέλι στα χείλη του είχε σκουριάσει. Ο πίνακας του Ιερώνυμου Μπος ήταν αλήθεια. Του είχαν πει ψέματα. Το είχαν παραπλανήσει. Με ρώτησε τι πιστεύω. Του είπα στη ζωή, όχι στις συνέπειές της. Μου είπε καληνύχτα.

Και αποκοιμήθηκε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=151918

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Ο ΛΕΚΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΩ δεν ήξερα. Ήξερα όμως ότι για να ζωγραφίσεις, χρειάζεται πρώτα να αγοράσεις καινούριο πρόσωπο. Με μάτια κόγχες, αισθητήρες βολβούς, αρτηρίες καλώδια. Χρειάζεται αντί για πινέλα να χρησιμοποιείς τις βλεφαρίδες σου. Σου έλεγα, θυμάμαι, να τις μακρύνεις και να τις βουτάς στη ζωή. Να συνηθίσεις αντί για χρώματα, να ζωγραφίζεις με ζωντανές σάρκες. Σου έλεγα ότι πρέπει να μπαίνεις στον πίνακα ξυπόλυτη για να φαίνεται στο ξύλινο πάτωμα ο ιδρώτας απ’ τις πατούσες σου.

Να διακρίνεται καθαρά ο λεκές της ζωής.

(απόσπασμα από το βιβλίο Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Απόπειρα)

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΑΝ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ


Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες

Ο βασιλιάς της Αβάνας

μτφρ.: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 260, 16,08 ευρώ



Το να κάνει κανείς το Κακό για το Κακό σημαίνει ακριβώς να κάνει ολότελα συνειδητά το αντίθετο από κείνο που ο ίδιος εξακολουθεί να δέχεται σαν το Καλό. Σημαίνει να θέλει κανείς αυτό που δεν θέλει -αφού εξακολουθεί να αποστρέφεται τις δυνάμεις του Κακού- και να μη θέλει αυτό που θέλει - αφού το Καλό συνεχίζει να καθορίζεται ως το αντικείμενο και ο σκοπός της μύχιας βούλησης.

Jean Paul Sartre


Ο ΠΕΔΡΟ ΧΟΥΑΝ ΓΚΟΥΤΙΕΡΕΣ θα προτιμούσε να είχε ένα μπαρ ή να σέρβιρε κάπου μπίρα στην παραλία, έχοντας αφήσει γενειάδα. Τα βιβλία όμως κουρνιάζουν μέσα του, κρύβονται, κάθε τόσο όλο και κάποιο ξεπροβάλλει. Εμφανίζονται πρώτα τα μαλλιά, μετά τα αυτάκια. Αυτός αρχίζει και τραβάει απαλά, μέχρι να βγεί ολόκληρο το βιβλίο απ' τα εντόσθιά του. Το ξεπλένει, το καθαρίζει και το παραδίδει στον εκδότη του. Η ενδοχώρα της Κούβας βρίσκεται κάτω απ' τη μύτη του συνεχώς, δίπλα στο κομοδίνο του, μέσα στο σώμα της γυναίκας που ερωτεύεται. Εικονογραφεί συνεχώς τον λαό του, γιατί έτσι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του καλύτερα. Βγάζει τις φωτογραφίες του και φεύγει. Μέχρι κάποιο άλλο κομμάτι της νύχτας, κάποιο άλλο τμήμα της λεωφόρου, κάποιο άλλο σημείο του γυναικείου κορμιού μιας χινετέρας να κεντρίσει ξανά το ενδιαφέρον του.

Αυτό το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο του που εκδίδεται από το Μεταίχμιο, είναι ακόμα μία επικράτηση των ωμών λέξεων, ακόμα ένα παράδειγμα απροκάλυπτης πρόζας, ακόμα μια δέσμη εικόνων, σαν για να εξορκιστεί το Κακό που φωλιάζει πάνω απ' τον Τροπικό του Καρκίνου. Ο Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες είναι ένας μεγάλος συγγραφέας, που ξέρει να γράφει όπως ένας άλλος βουρτσίζει τα δόντια του. Τόσο απλά.

Το 1514 ο Ντιέγκο Βελάσκες ντε Λεόν θεμελίωσε την πόλη Αγιος Χριστόφορος της Αβάνας σε μια υγρή και ανθυγιεινή περιοχή. Αυτό τον ανάγκασε να τη θεμελιώσει εκ νέου, πέντε χρόνια αργότερα, μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα ο όρμος της Αβάνας. Επί πολλούς αιώνες ορμητήριο πειρατών κάθε εθνικότητας, η Αβάνα κατάφερε να εξελιχθεί, υπό την κατοχή των Ισπανών, στις αρχές του 1800 σ' ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα του κόσμου, συναγωνιζόμενη το Ρίο Ντε Τζανέιρο και τη Νέα Υόρκη. Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ως προτεκτοράτο των ΗΠΑ, «ευημερούσε» με προέδρους διορισμένους απ' ευθείας απ' την Ουάσιγκτον, με τελευταίο τον δικτάτορα Μπατίστα, ο οποίος ανατράπηκε από το επαναστατικό απελευθερωτικό κίνημα του Φιντέλ Κάστρο το 1959. Εκτοτε η Κούβα, με τον οικονομικό αποκλεισμό και το σκληρό εμπάργκο των Αμερικανών, άλλαξε πρόσωπο. Εγινε «μητέρα» της Επανάστασης, δεύτερη πατρίδα του Τσε, ορίστηκε ως ο τόπος που σχεδόν αυτόκλητα υπερασπιζόταν το δικαίωμα στην ελευθερία και στην αυτοδιάθεση: Μια χώρα εξαντλημένη από την ιστορία της, ρημαγμένη, αμετροεπής, όμως μαγική και ερωτική ώς το κόκαλο.

Σε αυτή την πόλη έζησε και περπάτησε ο Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες (1950). Ανάμεσα στον ποταμό Αλμεντάρες και στην περιοχή του Μιραμάρ. Στην είσοδο του όρμου όπου βρίσκεται το λιμάνι, βόρεια της πόλης της Αβάνας, εκτείνεται σε μήκος οκτώ χιλιομέτρων η περίφημη λεωφόρος Μαλεκόν. Εκεί ξετυλίγονται οι ιστορίες του. Ιστορίες με πόρνες, ζητιάνους, αλήτες, μεθυσμένους που ζουν σε εγκαταλειμμένα κτήρια, εγκαταλειμμένοι απ' όλους, χωρίς αύριο. Μόνο με ένα μπουκάλι φτηνό ρούμι, για ώρα ανάγκης. Είναι πεινασμένοι, στα πρόθυρα του θανάτου. Επιμένουν όμως να αγωνίζονται για να ζήσουν ακόμα μία μέρα. Να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Οπως οι άλλοι. Στην Πλάσα δε Αρμας της Αβάνας η παρέλαση των απόκληρων είναι ένα γεγονός που εξαντλεί το βλέμμα.

Η πεζογραφία του Γκουτιέρες γίνεται ολόκληρη ένα μάτι για να προλάβει να καταγράψει τις σκηνές, να αποτυπώσει όσα συμβαίνουν στον δρόμο. Καθοδηγεί την τρομπέτα που παίζει σάλσα, ρούμπα, σον, με απίστευτο κέφι. Ανάβει ένα πούρο για να γιορτάσει τη φτώχεια. Ο εξοικειωμένος με τον βρόμικο ρεαλισμό αναγνώστης αντιλαμβάνεται εύκολα -όπως και στον Μπουκόβσκι ή στον Κάρβερ- ότι κάτω από τη σφοδρότητα του προφορικού λόγου, αυτή την αφτιασίδωτη και στεγνή γλώσσα που κινείται στα όρια της πορνογραφίας, φωλιάζει μια τρυφερότητα που αναζητείται. Και μέσω του σεξ, που μπορεί να είναι απόγνωση, απελπισία, δραματουργικό υλικό, αλλά σε καμία περίπτωση ελαφρότητα, επιτυγχάνει να την προσεγγίσει. Ο ίδιος έχει ομολογήσει ότι το σεξ στα βιβλία του λειτουργεί όπως το έγκλημα σε ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα: είναι ένα όχημα που απλώς οδηγεί την εξέλιξη της μυθιστορηματικής πλοκής. Ενα ακόμα όχημα.

Στον Βασιλιά της Αβάνας ο λογοτεχνικός στοχασμός και η θαμμένη ποιητικότητα τού Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα (Μεταίχμιο, 2003), όπως και η αστραφτερή, κοφτή πρόζα των διηγημάτων της Βρόμικης τριλογίας της Αβάνας (Μεταίχμιο, 2006), έχουν υποχωρήσει για να δώσουν τη θέση τους στην αγωνία του θανάτου. Ο θάνατος παραμονεύει παντού μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Είναι πάνω απ' το κεφάλι του ήρωα συνεχώς. Τον προγράφει, αποκαλύπτοντας τις μύχιες σκέψεις του. Λεκιάζει το σώμα του, ενώ τον παρακολουθεί να επιταχύνει την ενηλικίωσή του: Ο κόσμος είναι τρομακτικός. Και ο δεκατριάχρονος Ρέι το ξέρει.

Χάνει μάνα, γιαγιά και αδελφό από ένα καπρίτσιο της μοίρας. Δοκιμάζεται στο αναμορφωτήριο ανηλίκων. Μετά, στον δρόμο. Μπαινοβγαίνει σε διάφορα σολάρ, τα φτωχικά δωμάτια με τις μικρές εσωτερικές αυλές όπου κατοικούν οι μαύροι και οι μιγάδες, προσφέροντας τον αδιάντροπο ανδρισμό του σε περιστασιακά κορμιά, με περιστασιακή μνήμη. Είναι ένας μισθοφόρος του έρωτα. Ερωτεύεται και κοιμάται σαν τα ζώα. Οπου βρει. Μέσα σε θαμνόδεντρα, σε κατεστραμμένα αμαξώματα αυτοκινήτων, σε ξέφωτα. Δεν καταλαβαίνει γιατί να περνάει όλη αυτή την ταλαιπωρία. Δεν καταλαβαίνει γιατί ζει. Ξέρει όμως ότι πρέπει να ζήσει. Να βρεθεί με τους νικητές. Με τους επιζήσαντες αυτού του πολέμου. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του αν πρώτα δεν τον καταδικάσει.

Το ταλέντο του κουβανού συγγραφέα κατασκευάζει έναν αρνητικό ήρωα -απ' τους πιο χαρακτηριστικούς της αστικής μυθιστοριογραφίας- που σχεδόν μπορείς να τον ακουμπήσεις. Αληθινό είναι βέβαια και το Κακό. Και το βρόμικο. Και το άσχημο, που μπορεί να είναι όμορφο. Γιατί το άσχημο είναι το αντίθετο του ωραίου, όχι του όμορφου. Οι ήρωες του Γκουτιέρες είναι όμορφοι - κάνοντας άσχημες πράξεις. Αυτό από μόνο του είναι ένα πρώτο λογοτεχνικό κατόρθωμα. Το δεύτερο και σημαντικότερο είναι ότι σε μια χώρα με μακρά παράδοση στη «λόγια λογοτεχνία», όπως είναι η Κούβα, το έργο του Γκουτιέρες, σχεδόν άγνωστο, αν όχι απαγορευμένο- σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη-, ερεθίζει την εκεί πανεπιστημιακή κοινότητα και τον δήθεν ακαδημαϊσμό της, προκαλώντας ζυμώσεις που ενδεχομένως θα ανανεώσουν εκ βάθρων τις λογοτεχνικές συλλήψεις του μέλλοντος, αφού έρχεται ευθέως σε σύγκρουση με τους θεμελιώδεις κανόνες της κοινωνίας.

Στον Σαντ και στον Μπατάιγ ο χώρος τού ερωτισμού είναι ο κατεξοχήν χώρος της βίας, ο χώρος της παραβίασης. Στον Γκουτιέρες μοιάζει να είναι ένας χώρος που απλώς σε εξοικειώνει με τον θάνατο.

Η απόδοση του κειμένου από τη μόνιμη μεταφράστριά του στην Ελλάδα Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη είναι ένας μικρός άθλος, αφού ο Γκουτιέρες χρησιμοποιεί πολλές ιδιωματικές προτάσεις και εκφράσεις της κουβανέζικης αργκό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=149377

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

ΜΑΖΙ


ΣΤΑΣΗ ΕΜΒΡΥΟΥ. Η φωνή κουλουριάζεται στο σκοτάδι. Εκτοπίστηκε. Οταν ξεφύγει απ' την ανάγκη της η φωνή, το μέσον που αποτελεί ακυρώνεται. Αρχίζεις βάζοντας τέρμα σε όλα. Αναθεωρείς. Μετά αγκαλιάζεις τα σημαδεμένα σου γόνατα. Μόνος. Ποιος Απρίλιος θα σου θάψει το θαύμα;
Απ' το παράθυρό μου. Μερικά σιωπηλά σύννεφα. Περνούν. Ουρανός για να τον αλείψω στο ψωμί μου. Από μαρμελάδα. Εχω φυλάξει κάποια κομμάτια του στο ψυγείο. Αυτό το υγρό, κρυσταλλώδες μπλε κολλάει στα μάτια. Θα πηγαίνει σίγουρα στη φωνή μου. Εκτοπίστηκε.

ΕΔΩ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ παίρνω αναπνοές. Δεν μιλώ. Δεν ενώνομαι, το απαγορεύουν. Είναι να απορεί κανείς με τόσο σκοτάδι. Πόσο πολύ μυρίζει ζωή. Πόσο αναγεννημένο δείχνει το μαύρο του. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη το σκοτάδι γιατί ίσως μέσα απ' αυτό μπορεί να προκύψει το αποκλειστικό φως που θέλουν. Λέω φως. Εκτοπίζεται.

Θέλω να σε καταλαβαίνω απ' το φως. Να το βουτάω στο γάλα μου. Είναι μια λέξη που τα περιλαμβάνει όλα. Οπως το ρήμα νιώθω. Οπως η ερώτηση: Πού είσαι;
Το φεγγάρι είπε φεύγω και πήγε να φωτίσει τις πέτρες(*). Γύρισε ντυμένο με κόκκινα πουκάμισα. Ματωμένο. Το φεγγάρι είναι δολοφόνος. Τα ρούχα του έχουν καρφιά. Προσπαθώ να το πάρω στην αγκαλιά μου, τα στρογγυλά αντικείμενα γλιστρούν. Είναι μπάλες αγάπης. Διατρέχουν το σώμα μου και περιμένουν.

ΕΔΩ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ, δεν μιλώ. Με τα χρόνια συνήθισε η φωνή μου να κουλουριάζεται στο σκοτάδι. Δεν χρειάζεται άλλο να ασκείται στην τέχνη του άχρηστου. Θυμάται ότι δεν πρέπει να μιλά. Επαψε.

Ο άνθρωπος μέσα μου είναι ανθεκτικός. Τόσο φευγαλέα ανεξάρτητος. Τόσο αδιαπραγμάτευτα μόνος. Με τις απελπισμένες πυξίδες του. Ενός λεπτού μαζί. Λέξεις της Δημουλά. Ο βυθός της νύχτας. Πού είναι το μαζί; Αν το βρείτε, κάντε το άρθρο στις κυριακάτικες σελίδες, αφορμή συζήτησης για το δυσοίωνο μέλλον, ομιλία στο Πανεπιστήμιο σε άδειο αμφιθέατρο. Βαδίζω αργά. Μικρά βήματα. Λίγα σχέδια. Οσα μου άφησαν. Καπνίζω τις στάχτες μου και ελπίζω. Αύριο θα καρφώσω τα παράθυρα. Ούτε να βλέπω δεν μπορώ.

ΕΔΩ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ, συνεχίζομαι. Πού εδώ; Μαζί. Πληθυντικός αριθμός. Ασπρόμαυρων ονομάτων. Αδύναμων ουσιαστικών. Οι λέξεις δεν λένε ούτε αλήθεια ούτε ψέματα. Λένε μόνο αυτό που προσωρινά υπάρχει.

(*) Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ματωμένος γάμος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=149380

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΘΥΜΑΤΑΙ ΟΝΟΜΑΤΑ


Ο ΚΟΣΜΟΣ ήταν αγορασμένος. Γύρω του κούρνιαζαν νυσταγμένες οι οικογένειες. Ανακάτευαν μια φωτιά χαλασμένη. Με το ένα τους μάτι γυάλινο, τις ραγισμένες τους αγκαλιές στο τζάκι, τα εξασθενημένα, χωρίς ζωή χνότα. Τα σπίτια ήταν όλα από χειμώνα. Γυναίκες με κόκκινα, λυπημένα μαλλιά και άντρες ακατοίκητοι που έγερναν σαν άγνωστα τοπία. Παιδιά ξεκοιλιασμένα. Σε σχήμα σταυρού. Δεν μπορούσε κανείς να δει το στολισμένο τους πρόσωπο.

Οι ψυχές, ένας πόλεμος. Να καταργηθεί το φτηνό ύφασμα, το άβουλο μέσα. Οταν. Είπε να ενωθούμε και πέθανε. Σκαλισμένος έως το κόκαλο, χωρίς να θυμάται ονόματα.

ΤΗ ΝΥΧΤΑ μεταμορφώθηκε πάλι σε ένα ακάθαρτο δέρμα. Να ζήσει ξανά. Τα σβηστά είχαν πάλι ανάψει. Ρουφηγμένος και καταποντισμένος - υπήρχε ακόμη καιρός. Η ματιά του χρειαζόταν στρεβλώσεις. Του άρεσε να απεχθάνεται την πραγματικότητα. Ηθελε όμως να μετέχει.

Οι γωνίες του σώματός του ήταν σιδερωμένες με φως. Ανελέητο φως και του αρκούσε. Στο κρεβάτι, ο σιδερένιος δεσμός. Τυφλός γίγαντας, με τα χέρια δεμένα. Οταν κοιμόταν πάνω του ένιωθε ελαφρύς. Ολος.

Περνούσαν οι μέρες και γιατί. Πετούσαν με τα ορθάνοιχτα μάτια τους. Σ' ένα πηχτό, γνώριμο, αεικίνητο χρώμα. Μέσα απ' τα ξεκούμπωτα ρούχα τους, η ομορφιά. Θα μπορούσε να σκοτώσει γι' αυτήν. Αλήθεια. Θα μπορούσε να διαλυθεί.

ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ της έβγαινε ίσια στον ωκεανό. Βαφόταν με κάτι τεράστια λέπια και μπορεί. Μόνο εκεί γινόταν να κατοικήσει. Φυτεμένος στον ουρανίσκο της. Σκεπασμένος από σάλιο, καθώς εμίκραινε. Ολο εμίκραινε· σαν κερί που προσωρινά τελειώνει.

Ηταν περισσότερο το τοπίο εκεί; Περισσότερο αυτή η εκπληκτική σιωπή; Θα ξεπερνούσε αυτό που φαινόταν για να γίνει πολίτης του αφανούς. Ενιωθε εξουσιοδοτημένος. Στυλωμένος με πείσμα στην επιφάνειά της. Τον κρατούσε να μη βυθιστεί. Σαν νησί. Ο ήλιος το αναγνώριζε και συμφωνούσε. Του έβαζε την παραλία στα χέρια.

ΘΑ ΣΤΈΚΕΙ από μια γωνιά, σ' έναν ανθισμένο καιρό. Με ή χωρίς. Σ' έναν καταυλισμό των σωσμένων. Δεν θα έχει λέξεις να πει, ιδέες να γράψει. Θα παίρνει εκείνο το παλιό λεωφορείο για τη θάλασσα. Θα αποβιβάζεται πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα τον αντέχει ο πρωινός ήλιος, θα χαμογελά μυστικά. Θα ανακατεύει τη λίμνη μέσα της.

Ο,τι υπήρξε, θα υπάρξει ξανά. Κάθε τι είναι απόσπασμα. Η μοναξιά του οριακού.

Και το οριακό δεν θυμάται ονόματα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=147283