Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Ο,ΤΙ κατάλαβε, ήταν για να το αρνηθεί περισσότερο. Εκανε εκείνη την αιώνια διαδρομή και την έφτασε και τώρα θα γυρνούσε πίσω. Επειδή «κανένα πουλί δεν έχει την καρδιά να τραγουδάει μέσα σ' έναν θάμνο ερωτήσεων»*. Και ήταν καθαρισμένος από ένα εκπληκτικό φως. Γιατί είχε αντικαταστήσει τον έρωτα με την πραγματικότητα. Προς τιμήν της ζωής, θα συνεχίσει να βλέπει.

Και θέλει να ενωθεί με τον κόσμο, χωρίς κόσμο. Χωρίς αυτός ο κόσμος να βλέπει. Χωρίς ο κόσμος να χρειάζεται αυτόν ή αυτός τον κόσμο. Αυτός ο άκοσμος κόσμος να γίνει το σπίτι του και εκεί μέσα να γνωρίζει. Και να βλέπει πολύ.

ΣΤΕΚΟΤΑΝ εκεί, σε μια γωνιά της ζωής σαν τιμωρημένος, αλλά αξιοπρεπής και θαυματοποιός και ασώματος. Γιατί το σώμα βαρύνεται και το αποκήρυξε με μια απλή κίνηση της ψυχής, σαν να υπέγραφε την εξαργύρωσή του. Ηταν η έσχατη χειρονομία του, αυτή η σιωπή. Αυτό το έντιμο γήρας των εικόνων που διέγραψε για να αδειάσει και να μπορούν οι νέες να τον κατοικήσουν· σαν άγνωστες νότες μιας άγνωστης μουσικής που επιθυμούσε.

ΕΠΕΙΔΗ κέρδισε το δικαίωμά του να μιλήσει, δεν είχε πια τη διάθεση. Που όλα ήταν τόσο γυαλισμένα και λεία και γκρι και δεν γινόταν. Τίποτε. Συμβαίνει κάποτε να ξεπερνάς τον στόχο, όταν τον κατακτάς.

Είχε φτάσει προς το τέλος των πραγμάτων, εκεί που δεν βρισκόταν ακροατήριο πρόθυμο, αλλά μπόρεσε να επινοήσει. Το δημιούργησε σαν τροφή και σαν ελπίδα να ζει.

Και από μέσα διέφευγαν οι λέξεις και της απηύθυνε, γιατί είχε βαρεθεί αυτή την άσκοπη ανταλλαγή δώρων που γεννήθηκε από την κενότητα.

Μέσω των λέξεων θα αποκατασταθεί η ομορφιά των ανθρώπων. Και θα τρέξει ο χρόνος για να γίνει το τοπίο απέραντο. Να απλωθεί μαζί του. Γιατί για κάθε καιρό που τελειώνει, υπάρχει τουλάχιστον ένας αφανής που περιμένει να ξεκινήσει και να ενωθεί.

ΜΙΑ μέρα ο θάνατος θα μείνει στον δρόμο και απ' τις ρωγμές της ασφάλτου θα φυτρώσει η ζωή. Θα καίει σαν πίσσα που το μαύρο της θα ανοίγει προς μια εκτυφλωτική λευκότητα. Και θα λούσει. Οι ψυχές θα γράψουν τις λέξεις που πρέπει για να συγκλίνουν οι άνθρωποι. Να έρθει ο ένας προς το μέρος του άλλου για να μείνει, μιλώντας. Τότε ο νους θα γίνει παιδί. Με δυο μεγάλα αθώα μάτια να κοιτάζει.

ΑΟΡΑΤΟΣ περνάει, χωρίς να κουτσαίνει και περιμένει τον νέο οικισμό που θα λούσει. Να αλλάξει η φορά της φωνής, να περάσει αυτός ο καιρός και να έρθει ο νέος. Από το τέλος σαν θάλασσα θα σκεπάσει τη γη και τους ανθρώπους, αλλά σαν πελώρια αγκαλιά. Σίγουρη αγκαλιά ενός μωρού. Και θα βγάλει ρίζες από κάτω ο κόσμος, να περπατά.

Στο μέρος που θα βλέπει μόνο ο ήλιος και ο νους θα είναι παιδί.

* Ρενέ Σαρ


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=208178

Δεν υπάρχουν σχόλια: