Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

(Α)ΣΩΤΗ ΣΩΤΗ



Σώτη Τριανταφύλλου

Ο χρόνος πάλι

εκδ. Πατάκη, σ. 382, 19,90 ευρώ


Τη Σώτη δεν τη συμπαθούν πολλοί γιατί είναι άσωτη. Δεν είναι κομμουνίστρια, δεν πιστεύει στον Θεό, στην οικογένεια, στη μητρότητα, στα εθνικά σύμβολα. Πιστεύει στον Ελβις, στον Βαν Μόρισον και στους Ρόλινγκ Στόουνς. Καλά κάνει. Πιστεύει ακόμα: σε έξαλλα βιβλία, δίσκους βινιλίου, απομακρυσμένα ταξίδια, τροπικά καλοκαίρια, μπαλωμένα μπλουτζίν ή ό,τι άλλο περικλείει το εφηβικό όνειρο: sex drugs and rock'n'roll. Ενας άλλος λόγος είναι γιατί ό,τι κάνει, το κάνει καλά. Λίγοι μπορούν να τα ανεχτούν αυτά - ιδίως το τελευταίο.

Η πρόζα του νέου αυτοβιογραφικού βιβλίου της, με τον ευρηματικό τίτλο «Ο χρόνος πάλι», είναι υποδειγματική. Οταν αγαπάς πολύ τη λογοτεχνία έχεις αρκετές πιθανότητες να γράψεις καλή λογοτεχνία. Η Σώτη την αγαπάει· πολύ. Και θεωρώ ότι «Ο χρόνος πάλι», πέρα από συναρπαστική εξιστόρηση μιας ζωής ή εξιστόρηση μιας συναρπαστικής ζωής, πέρα από ένα αυτοσχέδιο κολάζ διασταυρούμενων αφηγήσεων, τοποθετήσεων, αμφισβητήσεων, αντιρρήσεων, εξηγήσεων ή ό,τι άλλο, είναι καλή λογοτεχνία. Γιατί έχει αναφορές. Εχει στυλ. Αισθητική. Θάρρος. Και κυρίως: Γνωρίζει πώς να αποφεύγει τη σκόνη.

Νομίζω πως τη Σώτη Τριανταφύλλου τη διαβάζουν αυτοί που δεν θα έπρεπε να τη διαβάζουν. Και αυτοί που την αποδοκιμάζουν, δεν την έχουν διαβάσει. Είναι μια λάθος κίνηση της ιστορίας αυτή, μια μεγάλη παρεξήγηση. Κάτω από τη σκληρή πόζα της χειραφέτησής της κατοικεί μια παιδούλα: Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι χαρακτηριστική.

Γεννήθηκε τη χρονιά που ο Τζέρι Λι Λιούις ηχογραφούσε το Great balls of fire, όταν ο πατέρας μου αγαπούσε τη μητέρα μου. Εναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το Rock around the clock· ο Τζακ Μπέρι έμπαινε κι επίσημα στη ζωή της καθώς γινόταν ενός έτους.

Στα δεκαέξι της είχε το σωστό όνειρο: ροκ συναυλίες και μαριχουάνα. Μετά μεγάλωσε, ταξίδεψε, ερωτεύτηκε, σιγουρεύτηκε για την Οκτωβριανή Επανάσταση, απογοητεύτηκε από την Αριστερά. Αλλωστε δεν ήταν. «Αριστερή». Ηταν κουρασμένη. Από βιβλία, βινίλια, φιλιά. Αυτά της αρκούσαν. Αυτά διάλεγε. Οταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν «αιρετικό». Μετά, ήρθε η λογοτεχνία.

Το βιβλίο αυτό είναι το ξανακοίταγμα της ζωής της, μια υποχρεωτική πορεία προς τα πίσω, η όπισθεν με σπασμένα φανάρια, ο χρόνος ξανά, πάλι, φθαρμένος, ξεπλυμένος, αλλά ακόμη ζωντανός· είμαστε ζωντανοί γιατί έχουμε προφανώς καταλάβει ότι δεν μπορούμε να ανήκουμε πουθενά αλλού, εκτός απ' τον εαυτό μας. Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Είναι κι ένας πανδέκτης πληροφοριών, ένα άθροισμα στάσης, ένα μπαούλο γεμάτο ευφυή σχόλια.

Η ζωή που αφηγείται -η δική της ζωή- έχει όλα τα χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού ήρωα. Αν ζεις λογοτεχνικά, η μεταφορά της ζωής σου στο χαρτί είναι μια σχεδόν απλή υπόθεση. Η Σώτη έχει κάτι: Οταν όλες οι γυναίκες μετά τα σαράντα τους μοιάζουν με μάνες, εκείνη μοιάζει με τον εαυτό της. «Ο αδελφός μου έγινε ένας άνθρωπος του συστήματος· ένας κομφορμιστής· εγώ έγινα εγώ».

Δείχνει ανά πάσα στιγμή έτοιμη να στήσει ένα πάρτι· έναν ερωτικό καβγά· ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Ισως είναι από τις ελάχιστες γυναίκες που προτιμούν τη μυρωδιά της βενζίνης και του καμένου λάστιχου, από τη μυρωδιά των λουλουδιών. Φαντάζομαι ότι τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια θα τη θεωρούσαν μάγισσα.

Τα θραυσματικά, γεμάτα επείγουσες μνήμες, κείμενα του «Ο χρόνος πάλι» , με ετικέτες- τίτλους σαν φέιγ βολάν σε φοιτητικές αίθουσες, αποδεικνύουν την ικανότητα της Τριανταφύλλου να ομφαλοσκοπεί, παίζοντας με τον εαυτό της. Γνωρίζω προσωπικά το άχθος τέτοιων εγχειρημάτων· ο συγγραφέας δεν γράφει, γράφεται. Ασε που αντίθετα με την τρέχουσα κριτική άποψη, δεν το θεωρώ καθόλου παγίδα, αλλά ευκαιρία.

«Ο χρόνος πάλι» είναι από τις εξαιρετικές στιγμές της - επιστροφή με το magic bus στις μέρες τού «Σάββατο βράδυ, στην άκρη της πόλης» και του «Φτωχή Μάργκο»: Μια ώριμη ανωριμότητα, μια «επαγγελματική» ζαβολιά:

«Αυτό το βιβλίο απειλεί να με στραγγαλίσει σαν γιγάντιο χταπόδι: πόσες σελίδες ακόμα θα μπορούσα να γράψω για τα βιβλία... Πόσα παρέλειψα, πόσα έσβησα! -δεν ξέρω τι είναι αρκετό, τι είναι περισσότερο από αρκετό... Υπάρχουν μέρες που γράφω σαν να επισκέπτομαι έναν άρρωστο φίλο· εύχομαι το βιβλίο να γίνει καλύτερα· να αναρρώσει. Το διακόπτω εδώ: η μοναδική διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι το πού αποφασίζεις να βάλεις την τελεία».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=121063

Δεν υπάρχουν σχόλια: