Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

STAIRWAY TO HEAVEN





(για τον Πέτρο)


Μίλαγε λίγο, ελάχιστες κουβέντες. Αποθήκευε τις λέξεις στα κουράγια του. Αν ήταν ποιητής, θα ήταν από τους καλύτερους της γενιάς του. Δεν ξέρω γιατί πίστευε ότι θα του χρειαστούν στο μέλλον – ποιο μέλλον; - δεν ξέρω καν αν το έκανε γι αυτό. Το χαμόγελό του όμως, είχε κάτι απ’ τις δεκαετίες του 30 και του 40: Έβλεπες εκεί μέσα γιαγιάδες να τρέχουν να σου φέρουν ένα ποτήρι νερό, νεαρούς να πηδάνε μάντρες και να το σκάνε απ’ το σχολείο, έφηβες κοπελίτσες να κοκκινίζουν από ντροπή σε ένα βλέμμα, τον εφημέριο του χωριού να διαβάζει εφημερίδα στο καφενείο της πλατείας κάτω από τον πλάτανο, κρυφά τσιγάρο σε μια αποθήκη με σανό, όταν τα άλογα δούλευαν στο χωράφι. Ήταν χωριό το χαμόγελό του, όχι πόλη. Υπήρχε εκεί, αντί της σιωπής, για να φωτίζει το πρόσωπο, να το κάνει να απεκδύεται χαρακτηριστικά, προορισμούς, ιδιότητες. Υπήρχε εκεί για να διαφημίζει το τραγούδι.
Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία, πώς η ιστορία γίνεται σιωπή… Κι ο Μητροπάνος, ένας Σημίτης χωρίς τις ελιές, ένας Nick Cave που τυχαία βρέθηκε στα ζειμπέκικα να κάνει καριέρα ροκ σταρ – ή μήπως είναι το ίδιο; - να του μοιάζει στη ξαστεριά, να πηγαίνουν οι λεβεντιές παρέα, καταστρέφοντας η μία την άλλη. Του άρεσε ο Μητροπάνος.

Όταν ήμουν μικρός ήταν για μένα ένας πελώριος μύθος. Έβγαινε από τις δουλειές, από τις γυναίκες, από τις υποχρεώσεις, με την ευκολία που ανοίγει κανείς την πόρτα του σπιτιού του για να βγει βόλτα. Και κοίταζε πίσω, χαμογελώντας, σαν να επρόκειτο για μια ακόμη ζαβολιά. Ο σταθερός, και ίσως μοναδικός του, σύνδεσμος με την επίγεια πραγματικότητα ήταν ο σύνδεσμος οπαδών της ΑΕΚ. Τον έλεγα «μικρό» γιατί ήμουν σε ηλικία που ήθελα συνεχώς να μεγαλώνω, κι εκείνος το δεχόταν με ευχαρίστηση γιατί ήταν σε ηλικία που του άρεσε να κρύβει χρόνια. Τις Κυριακές με έπιανε απ’ το σβέρκο – όπως οι γάτες βουτάνε τα παιδιά τους – και πηγαίναμε Νέα Φιλαδέλφεια να παρακολουθήσουμε τους αγώνες του Παπαιωάννου, του Πομώνη, του Παπαεμμανουήλ, του Νικολαίδη, του Σκευοφύλακα, του Καραφέσκου, του Βασιλείου, του Τόσκα. Στα δέκα μου γλίστρησα, χωρίς να το θέλω, προς τον πρωταθλητισμό. Το Καραισκάκη ήταν δίπλα μου, έγινα Ολυμπιακός. Δεν μου έκανε ποτέ ένα δηκτικό σχόλιο, δεν παραπονέθηκε ποτέ για την «προδοσία» μου, ίσως γιατί αναγνώριζε ότι στα οκτώ σου δεν είναι δυνατόν να έχεις πλήρως διαμορφώσει οπαδική συνείδηση.
Θυμάμαι ένα αγώνα κυπέλλου, ήμουν πια δεκαοκτώ, ο Ολυμπιακός κέρδισε 1 – 0 μέσα στη Νέα Φιλαδέλφεια, με γκολ του Κοκολάκη στο 85’. Καθόμασταν δίπλα δίπλα, εκείνος με το κίτρινο κασκόλ τυλιγμένο στο λαιμό του, εγώ με το κόκκινο στο χέρι. Έβρεχε σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, είχαμε γίνει μούσκεμα, μου είπε «τα κάναμε μούσκεμα, σήμερα», του είπα «μικρέ, χάσατε» και μπήκαμε στο αμάξι. Πέρασαν πολλά χρόνια, άλλα καλά, άλλα λιγότερο καλά, μεγαλώσαμε κι άλλο. Κι αυτός κι εγώ.


Την προηγούμενη Τετάρτη, η ΑΕΚ έπαιζε στο ΟΑΚΑ τη ρεβάνς με την Ξάνθη για το κύπελλο, ο Πέτρος ήταν φυσικά εκεί. Δεν έλειπε ποτέ απ’ την ομάδα του, μόνο απ’ τη ζωή του. Στο γκολ του Μπλάνκο στο 83, μαζί με την πρόκριση, μια κίτρινη σκάλα έπεσε απ’ τον ουρανό. Τον είδα να την ανεβαίνει σαν ακροβάτης, με πρησμένη κοιλιά: πήγαινε να παραλάβει το κύπελλο. Πριν δέκα χρόνια είχε φτάσει ξανά στον τελικό, ήταν μια ανάσα απ’ το τρόπαιο, το έχασε όμως στις καθυστερήσεις απ’ τους γιατρούς.
Σε κάποια στιγμή η σκάλα σκεπάστηκε απ’ τα καπνογόνα, σαν να κόπηκε απότομα. Τον έχασα, όπως χάνεται η προοπτική στους πίνακες του Τσόκλη, όπως ξηλώνεται ένα σύννεφο απ’ τον ουρανό. Η Τέχνη δεν κατάφερε ποτέ να αλλάξει τον κόσμο, το μόνο που έκανε ήταν να παίρνει συνεχώς παράταση ζωής, να ξεγελάει τον χρόνο. Εκείνος δεν μπόρεσε, έγινε φωτογραφία στο σπίτι της Όλγας. Μα, αυτό είναι προορισμένοι οι άνθρωποι να γίνουν; Φωτογραφίες;

Ο Θεός τώρα του έχει απονείμει το κύπελλο και ο Πέτρος, καμαρωτός, με κείνο το χαμόγελο του αποχαιρετισμού, πανηγυρίζει στα αποδυτήρια, γεμίζοντας το έπαθλο σαμπάνια.
Δεν ήταν κανένας επώνυμος των γραμμάτων, κάποιος μεγάλος στοχαστής που άφησε το αποτύπωμά του στον κόσμο. Ούτε καν κάποιος συγγραφέας που μου άρεσε. Ήταν, όμως, ο αδελφός μου.

δείτε την σελίδα της εφημερίδας εδώ
http://www.readmetro.com/show/en/Athens/20090303/1/7/

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 3 Μαρτίου 2009

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

I’ VE GOT TO GET OUT OF HERE



( Στοά του Βιβλίου, Αίθουσα Λόγου, Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2008, 20.00μμ )


Πάνω που έλεγα, ότι η χαλάρωση είναι μια λέξη, σπάνια μεν, αλλά πραγματική, φτάνει κανείς με κόπο στο ραντεβού του μαζί της, αλλά γίνεται, να ακούσω τις δυνατές μουσικές μου, να φάω πατάτες τηγανιτές μπροστά στη τηλεόραση, το δέκα πράγματα συγχρόνως πέθανε, το μπλοκάκι δεν λέει και πολλά πράγματα σήμερα, η Αγγελική από την άλλη άκρη του σύρματος, βραχνιασμένη, μα, που είσαι επιτέλους, σε μισή ώρα αρχίζουμε, την άκουγα έκπληκτος, υπνωτισμένος, δεν καταλάβαινα και πολλά, δεν τα πολυβγάζεις πέρα με την Αγγελική, -τι να αρχίζουμε άραγε; Μετά θυμήθηκα: είχα υποσχεθεί, πριν 15 μέρες να διαβάσω κάποια ποιήματα στη Στοά, έτσι γενικώς. Ε, λοιπόν, ήταν η μέρα.
Πάνε οι μουσικές, τα σχέδια, οι πατάτες, η θεωρία περί ξεκούρασης, the dream is broken, ανφόρτσιουνατλι, για την ακρίβεια έγινε κομμάτια, μόλις είχα αρχίσει να βλέπω την τελευταία ταινία του Νικολαίδη στο DVD, φοβερή, I’ ve got to get out of here έλεγε το τραγούδι του τίτλου, το έγραψε ο γιός του, την είχα καταβρεί με το «The zero years», με τις γκόμενες που δέρνανε και σάρωναν τα καρέ, εφιαλτική κοινωνία, κλειστοφοβική, στειρωμένες γυναίκες, λέω, τώρα θα μπουκάρει και ο Κωνσταντίνος ξαφνικά, με καρώ σιδερωμένο παντελόνι σωλήνα και σουέτ μποτίνι, από πάνω άσπρη καπαρντίνα με σηκωμένο γιακά, να γίνει χαμός, έβλεπα το μέλλον να έρχεται καταπάνω μας και θα πήγαινα να διαβάσω ποιήματα; Αυτά τα I’ ve got to get out of here είναι επικίνδυνα πράγματα – άσε που μένουν όνειρα. Ασπρόμαυρα, βασανιστικά, υποβρύχια.

Έτσι, πήγα. Ποίηση της νέας χιλιετίας και άλλα συναφή, τους λέω εγώ είμαι της παλιάς, αλλά τι να κάνουμε τώρα, ήταν διάφοροι ποιητές, ένας μου είπε αχ τι ωραία, κάποια που δεν θυμόμουνα καθόλου μου έδωσε ένα φιλί, βρήκα μια κάρτα στο χέρι μου μ’ ένα τηλέφωνο, στο τέλος είχε και κολοκυθόσουπα, ε, βέβαια. Λέω από μέσα μου κι άλλη σούπα, όχι, θεέ μου, πότε απαγόρευσαν το αλκοόλ;
Μετά πήγαμε σε κάποια ταβέρνα στο κέντρο, σημαντικοί και τέτοια κι αρχίσανε τα κρασιά και τα παράπονα να τρέχουν απ’ τους ασήμαντους λαιμούς μας, και έτρεχε και ο Τάκης σαν έφηβος μέσα στην εγγλέζικη καπαρντίνα του, I’ ve got to get out of here - αυτό ξαναπέστο -, και μας πήρε πάλι το πρωί, και τα χρόνια, χαράματα χρόνια, και καπνίσαμε πάλι όσο αντέχαμε, και ζήσανε αυτοί καλά και μεις χειρότερα. Ή μη χειρότερα.

Στις εφημερίδες την επομένη, είδα τον Παπανδρέου να κλαίει απ’ τα δακρυγόνα. «Τα θαλάσσωσα» παραδέχτηκε ο Ομπάμα που πήγε να υπουργοποιήσει δυο φοροφυγάδες. Αμερική και Ευρώπη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση με απολύσεις και λογιστικά πρότυπα - it’s too late. Τρώμε, φυσικά, δηλητηριασμένα ψάρια. Υδράργυρο, κάδμιο, μόλυβδο - μαζί με την τιμή του μολύβδου, ανεβαίνει και η τιμή της αμόλυβδης. Από πρατήριο σε πρατήριο. Παρόλα αυτά γεννάμε, είναι στη φύση μας, δεν φτάσαμε ακόμα στον Νικολαίδη. Αποποινικοποιούνται τα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία μέχρι 150.000 ευρώ, αναγγέλουν με στόμφο το τέλος της προσωποκράτησης. Καλά, εντάξει, σάμπως τα 4 δις τα χρωστάγαμε στα ταμεία εμείς των 700, 1000 και 1200 ευρώ.

Στην Ιταλία, οι καθολικοί θυμήθηκαν τον ακτιβισμό και διαδηλώνουν νυχθημερόν, κάτω από την κλινική «Λα Κουιέτε» στο Ούντινε. Το Βατικανό δεν αστειεύεται. Σ’ ένα δωμάτιο, η 37χρονη Ελουάνα, που βρίσκεται σε κώμα 17 χρόνια, προσπαθεί να τελειώσει. Δεν την αφήνουν, ονομάζουν την διακοπή σίτισης, «ειδεχθές έγκλημα».
Χθες τα κατάφερε. Το σκασε. Ο Μπερλουσκόνι δήλωσε ότι δολοφονήθηκε από την οικογένειά της. Κατακόκκινος απ’ την ντροπή.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 12-02-09
δείτε εδώ όλο το κείμενο στη metro

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ


(επιθυμητή η γονική συναίνεση)

Το σώμα σου
Ήταν σπαρμένο αχινούς
Ανάμεσα σε φύκια και μυρωδιές
Από πεταμένα κοχύλια
Έπρεπε να προσέχω που πατάω

Η μήτρα σου
Ένα αναποδογυρισμένο δωμάτιο με
Ανοιγμένες κουρτίνες
Άδειαζε τις υπεροχές της
Στο πρόσωπό μου
Με γέμιζε χρυσόψαρα

Ο καθένας
Έχει τη δική του θάλασσα

Είπες

Έλειπαν τα έγχορδα
Σ’ αυτή τη συμφωνία
Ίσως γι αυτό
Ο έρωτας

Κατέληξε τελικά
-Όντας εθνικόφρων –
Με ξελιγωμένα παπούτσια

Μια ξεπερασμένη συνήθεια

Ανακύκλωσης


(από το βιβλίο ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ.Μεταίχμιο)