Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

ΣΥΝΝΕΦΟΥΛΑ ΜΟΥ


ΒΡΑΔΥ, μετά τη βροχή. Ακούω το θρόισμα που κάνουν τα βήματά μου στη βρεγμένη άσφαλτο. Από πάνω μου κρέμεται ο ουρανός σαν χάρτης. Προσπαθώ να πιάσω συχνότητα, έχει παράσιτα. Οι άνθρωποι στον δρόμο είναι από χαρτόνι. Μια πανωλεθρία τα πρόσωπα. Συννεφούλα μου. Γιατί έπαψες να με ακολουθείς;

Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα στην οδό Πλάτωνος μου θυμίζουν τις κυβερνήσεις από το '74 και μετά. Ακίνητες κολόνες. Περίμεναν να πέσει η μία, για να έρθει η άλλη. Να παρκάρει στο χρώμα της ακίνδυνα. Αλλάζουν, όπως αλλάζουν οι φωτογραφίες. Σ' ένα παλιό κάδρο. Πριν κιτρινίσουν, βγαίνουν έξω από το πλαίσιο. Αν υπήρχε δάσος, μπορεί να κρυβόμουνα. Να τρόμαζα τον κακό λύκο. Πότε ήταν που τον τρόμαξα τελευταία φορά; Φοβήθηκε;

Εχω στήσει καρτέρι, είναι, όμως, πολλοί. Μαζεύονται κάτω απ' το φανάρι. Χιλιάδες. Περισσότερο απ' όλα με εξουσιάζουν αυτοί που κάνουν τους εαυτούς μου. Οι άγνωστοι γείτονες. Μεγάλος στόχος είναι ο ανεκπλήρωτος στόχος. Αυτός που φαίνεται αδύνατον να φτάσεις. Οταν τον κατορθώνεις, παύει να είναι μεγάλος. Για τα άλλα φταίει η κρίση. Μας λένε επίθετα. Αντωνυμίες. Πολλά.

Ενα ζευγάρι φιλιέται κάτω από μια ομπρέλα. Στο πουκάμισο της κοπέλας, στη συμβολή των δύο μαστών, αναβοσβήνει ένα μπλου τουθ. Ο φάρος του έρωτα. Σου δείχνει τον ύφαλο για να μην τρακάρεις. Μαθαίνουν να αγαπούν, αγαπώντας. Δεν αγαπάει κανείς. Τρακάρουν. Πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σ' έναν πράσινο κι έναν μπλε κάδο. Ολο σκουπίδια είναι. Ολο τσιγάρα που τελειώνουν.

Ενα παιδί με κοιτάζει επίμονα. Τα μάτια του σκύβουν αθώα προς την πανσέληνο. Μου μοιάζει. Οταν φανερώνει την κιθάρα του, δεν έχει χορδές. Το παιδί δείχνει το παιχνίδι του, ο άντρας το κρύβει, λέει ο Αντόνιο Πόρτσια. Είμαι το παιδί που έγινε άντρας, αντί να είμαι ο άντρας που ξαναγίνεται παιδί. Είμαι το παιδί που δεν έπρεπε να είμαι. Ντρέπομαι. Γυρίζω στη ζωή. Των μεγάλων. Αυτών που νομίζουν ότι ζουν. Νομίζω κι εγώ. Αλλά ντρέπομαι.

Είναι νύχτα. Πάντα ήταν. Ο Πειραιάς μοιάζει με ακίνητο πλοίο. Η θάλασσα είναι το φέρετρό του. Σκοτεινό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=31823

1 σχόλιο:

Olga είπε...

Διάβασα τη συννεφούλα σου. Τη διάβασα ανάποδα.

Την έπιασα από τη μαυρίλα που αφήνει η γόπα στο τασάκι και παίζοντας κουτσό, με την πλάτη στραμμένη στους αριθμούς, έφθασα στην πρώτη τζούρα. Αυτή που χορταίνει την αναπνοή με την πρώτη εισπνοή γνωρίζοντας πως θα ακολουθήσουν κι άλλες. Κάπως έτσι διάβασα τη συννεφούλα σου. Ανάποδα.

Γύρισα τούμπα τον πόνο της.

Δεν ήταν μαύρος, ούτε καν γκρι για να ταιριάζει με τον καιρό της. Ένα μίγμα πλαστελίνης, μου φάνηκε.

Φαινόταν εύκολο το γκρι... Σαν τον πόνο που καθησυχάζει.

Μια τσάμπα διασκέδαση, ένα επιλεγμένο τραγούδι της μουσικής βιβλιοθήκης, ένα πάτημα στο play… ένα παιχνίδι δημιουργικών εκκρίσεων του εγκεφάλου.

Ο πόνος είναι ένας συγγραφέας.

Η σκέψη μου για τη συννεφούλα σου…
Οι τοίχοι σου είναι ντυμένοι μουσική. Δεν μπορεί, θα έχεις πατήσει πολλές φορές το play.