Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

ΜΕ ΠΟΝΑΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ


Φερνάντο Πεσσόα

Πεσσόα-ω

επιμέλεια - επιλογή: Μαρία Παπαδήμα


εκδόσεις Εξάντας, σ. 212, 14 ευρώ

«Η γέννηση των ετερωνύμων μου οφείλεται σε ένα σοβαρό κομμάτι υστερίας που υπάρχει μέσα μου. Δεν ξέρω αν είμαι απλώς υστερικός ή αν είμαι, πιο συγκεκριμένα, ένας υστερικός-νευρασθενικός. Κλίνω προς τη δεύτερη υπόθεση, γιατί υπάρχουν μέσα μου φαινόμενα αβουλίας που η κανονική υστερία δεν τα περιλαμβάνει στα συμπτώματά της. Οπως όμως και να έχει το πράγμα, η νοητική γέννηση των ετερωνύμων μου μπορεί να εντοπιστεί στην οργανική και μόνιμη τάση μου στην αποπροσωποίηση και την προσποίηση. Τα φαινόμενα αυτά, ευτυχώς για μένα και τους άλλους, πήραν σε μένα έναν νοητικό χαρακτήρα· θέλω να πω πως δεν εκδηλώνονται στην καθημερινή, εξωτερική μου ζωή ή στην επαφή μου με τους άλλους· εκρήγνυνται μέσα μου και τα ζω μόνος με τον εαυτό μου. Ετσι όλα καταλήγουν στη σιωπή και την ποίηση».

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ


«Pessoa» στα πορτογαλικά σημαίνει πρόσωπο. Μία ακόμα σύμπτωση, μία επιπλέον ειρωνεία, μέσα στις τόσες της ζωής του μεγάλου αυτού ποιητή και συγγραφέα Fernando Antonio Nogueira de Seabra Pessoa (1888-1935), που άλλαξε τον γραπτό λόγο στις αρχές του 20ού αιώνα: Να έχει επώνυμο, αυτό που έκανε σημαία του, την ύπαρξη, δηλαδή, πολλαπλών εαυτών, που ο ίδιος αποκαλούσε «ετερωνύμους».

Μέχρι σήμερα οι μελετητές του έχουν «ανακαλύψει» 27 διαφορετικές προσωπικότητες που υπογράφουν τα βιβλία του - τα περισσότερα των οποίων δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του. Ανάμεσά τους ο αγγλόφωνος Αλεξάντερ Σερτς, ο Αλμπέρτο Καέιρο, ένας σοφός που ζει απομονωμένος στην εξοχή γράφοντας ποιήματα, ο Ρικάρντο Ρέις, φιλόλογος που τον ενδιαφέρουν οι αρχαίοι κλασικοί, ο Αλβαρο ντε Κάμπος, μηχανικός, που ασχολείται με την τεχνολογία και το μέλλον, και ο πιο κοντινός στον Πεσσόα, Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθός λογιστή, που υμνεί τη Λισαβόνα, σημειώνοντας ακατάπαυστα στο ημερολόγιό του.

«Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα - όχι για λόγους επιβίωσης, μα με εκείνο τον σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας».

Ο Σοάρες γράφει και συμπληρώνει, για είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια, με αξεδίψαστο πάθος, το έργο που έμελλε να χαρίσει στον Πεσσόα την αναγνώριση που του οφειλόταν, καθιστώντας το ένα από τα σημαντικότερα έργα της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Ημερολόγιο της αμφιβολίας, αυτοβιογραφία χωρίς γεγονότα, κρυολόγημα της ψυχής, χρονικό ενός προαναγγελθέντος αντίλογου, αποσπάσματα μιας ευφυούς -αλλά βασανισμένης- μνήμης, φιλοσοφικό σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες, χάρτης λογοτεχνικών διαδρομών, ανώφελη εξομολόγηση, δοκίμιο, μυθιστόρημα, ποίημα ή οτιδήποτε άλλο είναι, το «Βιβλίο της ανησυχίας» είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας στην Πορτογαλία το 1982 (μισό αιώνα μετά τον θάνατο του Πεσσόα), με την αποκρυπτογράφηση μέρους του περίφημου μπαούλου του, που περιείχε 27.500 αταξινόμητα χειρόγραφα. Τα επόμενα δέκα χρόνια κυκλοφόρησε και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Ποιος ήταν όμως αυτός ο περίεργος Πορτογάλος που δημιούργησε σάλο με τους ετερωνύμους του, ποιος ήταν αυτός ο ντροπαλός και καλοντυμένος διοπτροφόρος με τους πλατωνικούς έρωτες που έζησε για να γράψει αποσπάσματα ή έγραψε για να ζήσει αποσπάσματα; Η απάντηση δίνεται μέσα απ' τις σελίδες του «Βιβλίου της ανησυχίας»:

«Είμαι τα περίχωρα μιας πόλης που δεν υπάρχει, τα εκτενή σχόλια ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε. Δεν είμαι κανένας, κανένας. Δεν ξέρω να αισθάνομαι, δεν ξέρω να σκέφτομαι, δεν ξέρω να θέλω. Είμαι το πρόσωπο ενός μυθιστορήματος που απομένει να γραφτεί, το οποίο αιωρείται στην ατμόσφαιρα και σκόρπισε δίχως να έχει ποτέ υπάρξει ανάμεσα στα όνειρα εκείνου που δεν ήξερε να με ολοκληρώσει».

Στο «Πεσσόα-ω» βρίσκονται εγκιβωτισμένες όλες οι εμβληματικές εμμονές του περίπλοκου πεσσοϊκού σύμπαντος με τη μορφή ενός εύχρηστου οδηγού πλεύσης: από το α ώς το ω. Τα κείμενα που ανθολογούνται εδώ -κυρίως θραύσματα λόγου- είναι το βασικό γλωσσάρι της φιλοσοφίας του, οι προγραμματικές διακηρύξεις ενός ανθρώπου που άφησε με το στόμα ανοιχτό τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Προέρχονται από «Το βιβλίο της ανησυχίας» (Μπερνάρντο Σοάρες), την «Ποίηση» (Αλβαρο ντε Κάμπος), τον «Φύλακα των κοπαδιών» και τα «Ασύνδετα ποιήματα» (Αλμπέρτο Καέιρο), και τα «Γράμματα στην Οφέλια», «Φάουστ», «Η ώρα του διαβόλου», «Το μήνυμα» (Φερνάντο Πεσσόα).

Ο Πεσσόα «βιβλιοδετεί» τις σκέψεις του άναρχα, συνθέτοντας χαρακτήρες που στην ουσία είναι οι άτυποι πρωταγωνιστές του ατέλειωτου, αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος της ζωής του. Γράφει ακατάπαυστα, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό του, μόνος όπως υπήρξε πάντα, ένας νάρκισσος που ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, χιλιάδων ζωών, χιλιάδων εαυτών. Ζει μεταφορικά, εγκαταλειμμένος σε μαξιλάρια από λέξεις, σαν μια ανοιχτή παρένθεση που παρακμάζει μέσα στη βεβαιότητά της, σαν ένα έκτακτο παράρτημα αυτού που ονειρεύεται πως θα γίνει. Είναι μία ακόμα εμπνευσμένη κορνίζα στο συγκλονιστικό τοπίο της ανθρώπινης ψυχής, ένας φυγάς που επαίρεται για τη λιποταξία του απ' τη ζωή, ένας που δεν φιλοδοξεί να πάρει την εξουσία - το μόνο που ζητά είναι να πάρει τον λόγο. Και μέσα απ' αυτόν να συνεχίσει να ζει αυτή τη λύπη, αυτή την αγωνία της σιωπής και του θανάτου. Είναι ένας άνθρωπος που θρηνεί την παιδική του ηλικία, γιατί στερήθηκε τη δυνατότητα της διάρκειας. Ενας ερωτευμένος που θρηνεί τον έρωτα, γιατί δεν αξίζει τόσο όσο τα περίχωρά του.

Ο Πεσσόα μοιάζει ικανός να πει και να γράψει τα πάντα. Η υβριδικότητα της γλώσσας του, η μέχρις εξαντλήσεως χρήση του παραλόγου, οι αμφίσημες τοποθετήσεις του επί παντός του επιστητού, «κατασκευάζουν» ένα δυνατό και απόλυτο θεώρημα που μπορεί στην επόμενη σελίδα ή στην επόμενη σειρά να αμφισβητηθεί ολοσχερώς και να καταρρεύσει υπό το βάρος της γοητείας των αντιθέσεων. Αυτό δεν συνιστά ανακολουθία, αλλά εξάντληση των χορδών της ευφυΐας. Η δύναμη και το στυλ των αποφθεγμάτων του είναι τόσο ισχυρά, ώστε μπορούν να σε πείσουν συγχρόνως για το καλό και το κακό, το οικείο και το ανοίκειο, το τεμαχισμένο και το ακέραιο, το σημαντικό και το ασήμαντο, το γνωστό και το άγνωστο. Δεν γνωρίζω πολλούς συγγραφείς που να είναι ικανοί γι' αυτό.

Εστω και αν ο Φερνάντο Πεσσόα προσποιήθηκε ότι ήταν ο Φερνάντο Πεσσόα, όσο ο Σαίξπηρ προσποιήθηκε ότι ήταν ο Αμλετ ή ο Βασιλιάς Ληρ, εκείνο που έχει σημασία να διατηρήσουμε είναι ότι το οριοθετικό «είμαι ο» στο έργο του πνίγεται κυριολεκτικά μέσα στον φαντασιακό λαβύρινθο τού «είμαι σαν». Οπου και αν βρέθηκε ο αληθινός Πεσσόα, όποιοι κι αν ήταν αυτοί που ζούσαν τη ζωή του και τον υποδύονταν κατά καιρούς, νομίζω πως η πραγματική ψυχή του βρέθηκε πάντα στο μέρος που βρισκόταν η σκέψη του. Στα καφέ της Λισαβόνας, στη Ρούα ντος Ντοραδόρες, στην αγκαλιά της Οφέλιας ή στο μικρό του δωμάτιο κοντά στον ποταμό Τάγο, ο Πεσσόα υπήρξε οι λέξεις του - ό,τι σκέφτομαι γίνεται αμέσως λέξεις.

Γεμάτο από μεγαλοφυείς και πένθιμες αμφισημίες, το έργο του δηλώνει σε όλους τους τόνους και με όλες τις αισθήσεις αυτό που ο μοντερνισμός έκανε σημαία του - τη ματαιότητα του αγώνα της ζωής. Μια μελαγχολία που έλκει την καταγωγή της από τον Μπωντλαίρ και συνομιλεί με τον Ρεμπώ, διατρέχει απ' άκρη σ' άκρη τις σελίδες του, μεταδίδοντάς σου ένα αίσθημα τραγωδίας: τα πράγματα μικραίνουν, οι αισθήσεις πονούν, το μυαλό εκρήγνυται. Η αποφθεγματική και πεζότροπη ποίηση του Πεσσόα φτάνει τις ευφυΐες στην κορύφωσή τους και μετά τις καταργεί. Τις θάβει κάτω απ' τα συντρίμμια μιας λογοτεχνίας που του τρώει τις σάρκες την ίδια στιγμή που προσπαθεί -σωματικά και ψυχικά- να συνυπάρξει μαζί της. Το απόξενο ύφος θρηνεί την απουσία της ζωής -σκέφτομαι είναι δεν ξέρω να υπάρχω-, που όποτε συμβαίνει, εκδηλώνεται ως ναυτία στο στομάχι.

Φαίνεται πως η φράση του Κάφκα, «δεν είμαι τίποτα άλλο παρά λογοτεχνία», ταιριάζει γάντι στη μοναχική πρόζα του Πεσσόα, που «έκρυβε» την ντροπή που αισθανόταν γι' αυτό που είναι, μέσα στον θρίαμβο αυτού που ονειρευόταν. Ο άνθρωπος, υποστήριζε, λίγο πριν πεθάνει διαλυμένος από το αλκοόλ, σε ηλικία 47 χρόνων, δεν πρέπει να μπορεί να κοιτάζει το πρόσωπό του στον καθρέφτη· είναι το πιο τρομερό απ' όσα μπορεί.

Φυλλομετρώντας τα αποσπάσματα του «Πεσσόα-ω» νομίζει κανείς ότι γράφτηκαν πάνω στο γυαλί του καθρέφτη· χαράχτηκαν εκεί ανεξίτηλα, υπό την απειλή του. Είναι τόσο τρομαγμένα αληθινά που μοιάζουν ψεύτικα: σαν μικρά, πανάκριβα μπιζού, παράσημα αιώνια στον λαιμό της λογοτεχνίας.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=31805