Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ


ΚΟΙΤΑΖΩ τη θάλασσα. Από ένα καφέ. Ποτέ δεν ήταν τόσο μπλε. Τόσο μεταχειρισμένη. Χιλιάδες σώματα πέρασαν από πάνω της και δεν ερωτεύτηκε κανέναν. Να τον πάρει να φύγουνε. Να μην έχουμε πια θάλασσα. Να κάνουν παιδιά, μικρές θαλασσίτσες στην άκρη της γης. Σα τις πουτάνες τους υποδέχεται όλους. Αχόρταγη, με ορθάνοιχτα σκέλια. Και κοινή. Είναι λυπημένη, πολύ μπλε. Όλες οι πουτάνες είναι μπλε. Πολύ. Σαν τα τραγούδια του Ρόμπερτ Τζόνσον.
Αγνώριστη Σαντορίνη. Χωρίς πούλιες. Το «Υα Υα» έγινε «Taj Mahal», το «Salty», «Pleasure». Έμεινε η καμινάδα του εργοστάσιου ντομάτας και η πισίνα της Κατερίνας. Η νύχτα που υπήρχε ανέκαθεν πάνω απ’ το νησί, τώρα κάνει βόλτα στην παραλία. Κάνει θαλάσσιο σκι, ηλιοθεραπεία στις ξαπλώστρες, 10 ευρώ. Δεν κρύβεται πια για να φοβίσει τον κόσμο. Σήμερα είναι όλοι φοβισμένοι. Δε θα χε γούστο. Πέντε μέρες μου φαίνονται λίγες. Αλλά και πολλές. Όταν φοβάσαι η κλεψύδρα αδειάζει απότομα. Το αίμα κόβεται, τρέχει, γίνεται κόκκινο καλαμάκι στο φραπέ και μετά, άντε πιες τον.
Έτσι, τη βγάλαμε και φέτος. Με προσθετικές επεμβάσεις παντού, με μια μεγάλη πορτοκαλί σταγόνα κάτω απ’ τα μάτια που έλιωνε το ηλιοβασίλεμα, με 2-3 συντριβές αεροπλάνων, με ένα πόλεμο στη Γεωργία, με μια διεθνή οικονομική κρίση στα πρόθυρα του κραχ, με το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, το σκάνδαλο του δημοσίου, το σκάνδαλο της ζωής μας, που αργότερα μπορεί και να κάνουμε διατηρητέο ερείπιο, Μουσείο Πολιτισμού ή Φυσικής Ιστορίας, δημοπρασία για τους φιλόδοξους – πάντως τη βγάλαμε. Καθαρή, βρώμικη, τη βγάλαμε.

Πάνω στη μαύρη αμμουδιά του Περίβολου ένα ζευγάρι ανταλλάσσει επώδυνους όρκους που σε λίγο θα παραβεί. Φθείρουν κι άλλο την λέξη «σ’ αγαπώ», κάνουν μπεστ σέλλερ την αιωνιότητα. Η λέξη «αγάπη μου» προηγείται σε συχνότητα του «μαλάκας». Ο Μπαμπινιώτης θα πρέπει να γράψει καινούργιο λήμμα. Για να εκφραστούν χρησιμοποιούν λέξεις άλλων, χειρονομίες άλλων, θέσεις άλλων. Για να κερδίσουν κάτι, χάνουν τον εαυτό τους. Αυτόν τον λίγο που έχουν.
Ένα ιστιοφόρο κόβει βόλτες στα ανοιχτά. Τα πανιά του μοιάζουν με νυφικό, φαίνεται η θάλασσα το αποφάσισε. Η Χιονάτη περπατάει πάνω της υπό το άγρυπνο βλέμμα των επτά νάνων που παραμένουν ψυχροί, ασυγκίνητοι μπροστά στη λευκότητά της. Μια μαμά παίζει με το πιτσιρίκι της στο κύμα. Το στριφογυρίζει, βζουούπ. Το κρατάει απ’ τη μέση για να του μάθει να κολυμπά. Είναι δεν είναι δύο ετών. Η ίδια μαμά θα του δείξει αργότερα, καθώς μεγαλώνει, τον τρόπο να πνίγεται. Για να γίνει κι αυτό ίδιο, για να της μοιάζει φτυστά, να είναι κι αυτό ένα καθ’ομοίωσιν ανθρωπάκι. Έπειτα λέμε, τα πράγματα χειροτερεύουν.

Παλιά η οικογένεια ήταν η βάρκα που σε έσωζε απ’ το πνίξιμο. Τώρα είναι το καράβι που σε πνίγει. Βουλιάζει σιγά σιγά, τα νερά στο αμπάρι είναι στην αρχή ως τα γόνατα. Οι δυο στρατοί που βρίσκονται στο κατάστρωμα το παλεύουν. Αδειάζει ο ένας το νερό στα μούτρα του άλλου, το νερό παραμένει μέσα, το καράβι βυθίζεται. Αυτός που θα πνιγεί πρώτος είναι αυτός που θεωρεί την τακτική ανάξιά του. Στη ζωή – όπως και στο ποδόσφαιρο – δεν κερδίζει πάντα η καλύτερη ομάδα. Κερδίζει όποιος έχει την πιο έξυπνη τακτική. Και στα θέματα τακτικής η γυναίκα είναι Μουρίνιο- ξέρει να ελίσσεται. Ο άντρας είναι λιγάκι Λεμονής. Συναισθηματικός, ενθουσιώδης, εκτός στόχων. Η διαφορά ανάμεσα σε ένα τακτικό ελιγμό και στην έκφραση αυτού που πραγματικά νιώθεις, είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια μουτζούρα κι ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο. Ήμουν πάντοτε η μουτζούρα, έλεγα πάντοτε αυτό που πραγματικά ένιωθα. Δεν θα έμπαινα ποτέ στην Καλών Τεχνών. Άσε που συμπαθώ περισσότερο τον Λεμονή απ’ τον Μουρίνιο.

Και η Σαντορίνη βυθίστηκε κάποτε, αυτή η νέα Σαντορίνη είναι καινούργιο μοντέλο, λέω στον Στηβ. Φοράω κι εγώ το καπέλο μου ανάποδα για να συννενοηθούμε. Με χτυπάει στη πλάτη πενήντα φορές, το συνθηματικό που λειτουργεί πάντα για το καλοσώρισμα. Δεν έχω το κουράγιο να ανταποδώσω.
Πήγα στη Σαντορίνη χωρίς θεατές, χωρίς κάποιους που το βλέμμα τους να κατοχυρώνει αυτό που είμαι, με ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Μόνος. Ο Σταντάλ λέει ότι μπορείς να αποκτήσεις τα πάντα με τη μοναξιά, εκτός από χαρακτήρα. Έχει δίκιο. Δεν υπάρχει κανείς να κρατήσει στοιχεία – έστω υποκειμενικά – για το οδοιπορικό σου. Ανυπομονώ να γυρίσω, να βάλω λίγο ανώδυνο ψέμα στη ζωή μου, λίγο Καραμανλή, λίγο απεργία για το συνταξιοδοτικό, λίγο δημοσκοπήσεις. Μου λείπει ο καθρέφτης, έστω σπασμένος.
Τα συρτάρια μου είναι γεμάτα από αλμυρά κομμάτια σελήνης. Σαν κι αυτά του διάσημου άλμπουμ των Φλόιντ. Πρέπει να τα καταψύξω για να διατηρηθούν. Πέθανε και ο Ρικ Ράιτ που τα επέβλεπε. Αφού μεγάλωσα, τα χρειάζομαι περισσότερο. Πριν κοιτούσα τεκνά, τώρα τέκνα. Για έναν λάθος τόνο πέρασαν τόσα χρόνια. Τόσες χρεοκοπημένες σκηνές. Τόση ξοδεμένη όραση. Δεν μ’ αγαπάω που σ’ αγαπάω. Καθόλου.

Το καλοκαίρι κάνει μια τελευταία στροφή γύρω απ’ τον εαυτό του, ετοιμάζεται να αποχωρήσει. Υποκλίνεται, the game is over. Οι βαθμοί είναι εικοσιοχτώ, η παραγωγή ακριβή, οι κριτές αμήχανοι. Το κοριτσάκι είπε θέλω να πάρω το φεγγάρι σπίτι μου και το έκρυψε με μια κίνηση κάτω απ’ το φουστάνι της. Μπαλαμπαλαμπαλαμπαλα. Έξω άρχισε πάλι να βρέχει. Μα, γιατί δεν χειροκροτάει κανείς; Τόσο κακή ήταν η φετινή παράσταση;

Περίβολος Σαντορίνης, 27 Αυγούστου 2008
(περιέχεται στο βιβλίο Unplugged (εκτός εμπορίου), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2009)

Δεν υπάρχουν σχόλια: