Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ ΝΕΚΡΗ, ΣΑΝ ΚΙ ΕΜΕΝΑ



Μπαίνοντας, αυτό που αντίκρισα ήταν της ψυχής. Βαθύ, με μυρωδιά ιωδίου. Ο σκοτεινός μαγνήτης της τόξευε τα συμμετρικά όπλα του εναντίον μου. Ήταν βαλσαμωμένα πάνω στους ανοιχτούς προορισμούς του προσώπου σου.

Αίφνης, μου επετράπη η κίνηση. Μου ανετέθη το μέλλον. Περπάτησα πάνω στη χαρά για να συναντήσω τη λύπη. Το μπλε της άλλαζε συχνά σε κόκκινο· όποτε μέσα της κόχλαζε η χαρά.

Είχα δηλώσει τον θάνατο στο διαβατήριό μου. Προστατευόμενο μέλος.

Αργότερα, είδα τον ορίζοντα να γέρνει πάνω απ’ την πλατεία. Βούλιαξε σα καράβι. Μετά τα μάτια σου – ένα άσπρο πανί. Πίσω τους χόρευαν οι φιγούρες. Τα ανήλικα όνειρα. Οι άγουρες, αχόρταστες γεύσεις.

Κύλησε λίγο φως. Έσταξε στο πάτωμα. Σαν Κυριακή της παιδικής ηλικίας. Το μάζεψα. Η Μαυρομιχάλη κυμάτισε για ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτω απ’ το νερό κι έπειτα εξαφανίστηκε. Βυθίστηκε στον εαυτό της.

Το πριν σα να μην ήταν. Σα να μην έγινε ποτέ.


(Το φως που φεύγει, απόσπασμα από το βιβλίο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, εκδ. Οξύ)