Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΘΑΝΕ



ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ του αυτοκινήτου αναβοσβήνει ένα πακέτο τσιγάρα. Είναι σαν να εισέρχονται όλα σε τούνελ, μόνο το πακέτο φωτίζεται. Περιοδικά. Η κίνησή του έχει δύο χρόνους. Ακολουθεί τον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται. Οι νότες είναι οι μοναδικές ερωμένες που παραμένουν. Σαν παγκόσμιες γκέισες, άπιστες στο αναντικατάστατο της στιγμής. Μετά τον κόσμο, απώλεια φωτισμού. Φωτογραφίες του μαύρου. Προχωράς στο σκοτάδι, επιβεβαιώνοντας ότι βλέπεις. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του τσιγάρου συνεχίζεται σε όλη τη διαδρομή. Το μονόπρακτο του πακέτου μοιάζει με αποχαιρετισμό.

ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ νικητές στις πόλεις. Μπαίνουμε. Πρώτο πληθυντικό, ενεστώς. Ο μυελός του χρόνου κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, επιχειρεί να κρατηθεί από κάπου. Καθώς γλιστρά, γίνεται μνήμη. Λήθη, πριν, κάποτε. Τότε που.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που είμαι είναι γεμάτος πατημασιές. Τα μάτια μου φυλλορροούν πουλιά. Σκαρφαλώνουν σε ένα κλειστό πλάνο που είναι δέντρο. Από κει με καλούν. Με καλούν τα μάτια μου. Το πρόσωπο. Ενα τζάμι, εξώπορτας. Πεταμένο. Από μέσα η ψυχή κωπηλατεί. Ο χρόνος αγνοείται.

ΚΑΤΩ απ' τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένα η θάλασσα. Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της. Μεσίστια, υποταγμένη. Θέλω να την αγγίξω. Να την ανοίξω στα δύο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε; Μόνον από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.

ΣΟΥ ΕΔΩΣΑ λίγη βροχή. Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλες -πού βρήκα τη βροχή δεν θυμάμαι-, αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ' τα σώματά μας σαν μουσικές εθισμένες.

ΘΑ ΣΠΡΩΞΩ τον χρόνο να πέσει, να πάψει να διαιωνίζει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αβγό στα μαλλιά σου. Εκεί θα γεννηθεί ο άλλος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ' τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί. Ετοιμο να στάξει, θα ενωθεί.

ΜΟΝΑΔΙΚΟ φόρεμα η σάρκα. Να το σκίσεις. Την άλλη φορά να 'ρθεις με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά. Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί όπου αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.

ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Από σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε πού να γράψει.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σαν να χόρευε.
Ηταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Ετοιμο να στάξει.

ΠΑΜΕ να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει.


ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=236945

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣΜΟΥΣ; (ΑΝ-ΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ)


Η ΚΟΚΚΙΝΗ θάλασσα. Το νησί. Ναυμαχία. Στα νερά της Μαυρομιχάλη. Φωτάκια. Ρούχα, σαν τραβηγμένα εντόσθια. Χιτώνες. Καμήλες με δώρα. Πίσω απ' τα έπιπλα είναι πεσμένα τα Χριστούγεννα. Αναβλήθηκαν.
Τα ακριβά ναύλα του χρόνου. Διόδια, Ελευσίνα. Στοπ. Δυο φωνές. Πέτρινες.

Ο ΑΠΕΝΑΝΤΙ κόσμος, σκισμένος. Παραταγμένος, με τις ασπίδες του. Το τελευταίο κράνος. Η τελευταία φορά. Χειμών. Οχι βαρύς. Θανάσιμος. Περασμένος βραχιολάκι στον καρπό. Φοβάμαι. Φοβάσαι. Φοβάται. Αυτό που είναι ανάμεσα φωνάζει.

ΣΤΟΝ βούρκο των σεντονιών είναι κολλημένα τα σώματα. Βήτα, όπως βουλιάζω. Οπως βρασμός. Βλέμμα. Βάραθρο. Ριγούν ώς το τέλος. Αχρωματοψία. Κεριά. Λιώνουν. Κρατούμενοι. Δεν βλέπω. Σκεπάσματα. Κάτι ανοίγει. Ακούγεται. Ενα ρολόι μετράει ανάποδα το ξημέρωμα. Τικ τακ τικ τακ. Λήξε.
Είναι νύχτα. Με προβολείς. Νύχτα ποτέ. Θα μάθεις επιτέλους να παίζεις σωστά;

Ο ΥΠΝΟΣ σε παρένθεση. Βάλε εισαγωγικά. Λάθος κλίμακα. Ξαφνικά, έχασε τις αισθήσεις του. Και βγήκε. Ραγίσματα. Εξάρχεια φάτνη. Παναγία σε φλασάκι. Μαρία. Παρθένος;
Κάνω τον Χριστό. Το παιδί που γεννιέται. Δεν παρέμεινε. Επρεπε να γίνει τριάντα τριών χρόνων. Επρεπε, σε τρεις μήνες. Υποχρεωμένος να κουβαλάει εκείνο το ξύλο. Υποχρεωμένος να στολίζει την πλάτη του. Πώς παραδίδεται έτσι ο θάνατος, άσαρκος;

ΕΝΑ ΤΖΑΜΙ σπασμένο. Ενα νεκρό καζανάκι. Κρέμεται. Η νύχτα και το σκοινί. Τα κόκκαλα. Τρίζουν. Μουσική. Ενα κρεβάτι, ένα κλουβί. Βρόμικο. Ανοιξε την πόρτα. Θα πετάξουμε. Μάτια μου. Είπα μάτια μου. Και έφεξε σκοτάδι.


Εκείνος είπε: Είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.

Εκείνη είπε: Δεν έχω. Δεν είμαι. Δεν ζω.

Εκείνος είπε: Χέρια. Κοιτάσματα. Με σκάβουν. Είναι όλο σκουριά εδώ μέσα. Και βρέχει. Θέλω να πιω όλα τα γράμματα.

Εκείνη είπε: Τίποτε. Ποτέ. Οχι.

Εκείνος είπε: Τα φιλιά σου είναι δεμένα στο στόμα μου. Ακροβάτες. Θα τα φτύσω στη θάλασσα. Να γεράσουν.

Εκείνη είπε: Χωρίς. Δεν.

Εκείνος είπε: Κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός λαός που εκκρεμεί όνειρα.

Εκείνη είπε: Μηδέν. Ούτε. Ούτε.

Εκείνος είπε: Μυρίζει επιτάφιος. Είμαι σε άλλη γιορτή. Αβγά. Ντύσου. Τα Χριστούγεννα συγχωνεύονται. Κάποιος ένωσε τη γέννηση με τον θάνατο. Πάμε. Πίσω.

Εκείνη είπε: Τέλος. Πουθενά. Οχι.

Εκείνος είπε: Τα μαλλιά σου είναι στα μάτια μου. Κουρεμένες κουρτίνες. Δεν έχουν ξεριζωθεί ακόμη από το σπίτι. Αρμέγουν φως.

Εκείνη είπε: Εναντίον. Κατά. Στάχτες.

Εκείνος είπε: Σε ανέβηκα για να χορέψω. Ο αφαλός σου ήταν λακκούβα. Φέρετρο. Μέσα του κολυμπούσαν οι πεθαμένοι. Δες. Η γιορτή πέφτει σαν γύρη. Τριγύρω.

Εκείνη είπε: Θάνατος. Λερωμένη. Πόλεμος.

Εκείνος είπε: Εθαψα το τσεκούρι της λύπης στις σκάλες. Ο ήλιος στέγνωσε. Οι καπνοί του έχουν κολλήσει ακρίδες στο στόμα μου. Τώρα θα γεννηθώ. Τώρα.

Εκείνη είπε: Καμία. Δίχως. Ποτέ.

Εκείνος είπε: Είμαι ο χρόνος ανθίζω. Ο χρόνος ζωή. Τούτο εστί το αίμα μου.


ΣΤΟ ΚΕΙΚ κοιτάζω τη σοκολάτα. Να χύνεται. Αναποδογυρισμένα Χριστούγεννα. Τα αμύγδαλα έχουν καεί. Το σπίτι πέταξε τα σκουπίδια του και βγήκε.

ΟΠΟΥ και να γυρίσω τα μάτια μου, βλέπω τον τάφο σου.



ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=235536

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ - ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ


Βαδίζω έξω από τα σύνορα / θέλοντας να συλληφθώ / και να ομολογήσω / ότι υπήρξα ένα τίποτα / ένας ιερός πόνος / στην ωμοπλάτη.
-ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ


Η ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ εδώ και δυο χρόνια επίθεση διαφόρων λυτών και δεμένων εναντίον του εντύπου Βιβλιοθήκη της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας με την οποία σε μόνιμη βάση συνεργάζομαι έχει δυο βασικές παραμέτρους:
Από την μια η γνωστή, σχεδόν καταστατική θεσιθηρία που επιβάλλει στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ να επιδεικνύουν διαρκώς ένα διπλό πρόσωπο, ακυρωμένοι πίσω από αρκετές χιλιάδες ευρώ, και από την άλλη η ενορχηστρωμένη αντίδραση μιας κάστας, μιας πρακτικής, μιας λογοτεχνικής σέχτας που θίγεται και θεωρεί ότι χάνει το προνομιακό της έδαφος.
Δεν αναφέρομαι, μόνον, στις πρόσφατες απολύσεις, γιατί, φυσικά, δεν μπορώ να επιχαίρω για την απόλυση οποιουδήποτε, αλλά στην όλη διαδικασία φθοράς που υφίσταται μια προσπάθεια. Η όποια.

Είμαι – δυστυχώς – σε θέση να γνωρίζω ότι από τον Μάρτιο του 2009, στο τετράγωνο του περί την Σόλωνος διαβόλου, άναψαν κυριολεκτικά τηλέφωνα, στόματα και μάτια ανθρώπων που πριν καν δουν καταδίκασαν το καινούργιο. Έγινα ο ίδιος έκπληκτος δέκτης πολλών χαρακτηρισμών προς το πρόσωπο αυτού που η ιδιοκτήτρια της εφημερίδας κυρία Μάνια Τεγοπούλου επέλεξε για να αναλάβει την ευθύνη του εντύπου.

Δυο χρόνια τώρα, λερώνουν τον ποιητή Χρονά, ακριβώς λόγω της διατήρησης της ποιητικής του ιδιότητας. Της ποιητικής του ζωής. Της ποιητικής του καρδιάς.
Γιατί δεν διαθέτει τους συγκεκριμένους δημοσιογραφικούς ελιγμούς που συνηθίζονται. Γιατί δεν ανέχεται να διαταράσσουν την αρμονία του ισορροπιστές. Γιατί εκεί που οι άλλοι οριοθετούν ένα χώρο, σχεδόν κατουρώντας τον, για να τον γνωρίζουν, αυτός τον ανοίγει για να μπει όποιος αποδεδειγμένα μπορεί.

Ας βγει κάποιος να πει ότι εγώ ή η κυρία Λαινά - για να αναφερθώ στις μόνιμες στήλες της εποχής Χρονά - που στηρίζουμε μαζί με τόσους άλλους, επώνυμους και ανώνυμους, αυτή την προσπάθεια, είμαστε διαπλεκόμενοι. Από την σκοτεινή κάμαρη του σπιτιού μας. Ή κολλητοί του διευθυντή της.
Ας βγεί κάποιος, επωνύμως (γιατί φτάνουν και υβριστικές επιστολές στα γραφεία της εφημερίδας, χωρίς καν το αυτονόητο - την διεύθυνση του αποστολέα τους), να καταγγείλει πως ότι κάνουμε το κάνουμε κατόπιν ανταλλαγής ή έναντι αδράς αμοιβής. Δεν θα βρεθεί. Κανείς. Γιατί ότι γίνεται γίνεται από αγάπη. Και για αγάπη. Με αμοιβή λίγα ευρώ. Και μια βαθιά υπόκλιση. Στο κοινό που διαβάζει.

Ποιο είναι το θέμα; Ένας ποιητής, ένας ποιητής του δρόμου, με καταξιωμένο στο πανελλήνιο έργο, βρέθηκε ξαφνικά στο μάτι του κυκλώνα.
Επειδή τόλμησε και άλλαξε την πρακτική των επαγγελματιών του χώρου. Επειδή πήρε ένα γερασμένο έντυπο και το αναζωογόνησε. Του έδωσε το φιλί της ζωής με έρωτα. Παραμέρισε για να περάσει η νέα φρουρά. Η βάρδια του αύριο. Και τελικά, εγκατέστησε με το ζόρι, ένα ζωντανό ποιητικό βήμα. Ένα ανοιχτό μικρόφωνο πολιτισμού στην καρδιά μιας μεγάλης εφημερίδας. Ηλεκτροδοτώντας το με το ρεύμα της ψυχής του.

Δεν έχει ανάγκη ο Χρονάς από την συνηγορία μου. Ασφαλώς. Είναι όμως γνωστό, ότι αντιδρώ ενστικτωδώς και με παρόρμηση. Στα φαινόμενα που με ερεθίζουν. Και απατούν. Γιατί δεν πάω για τίποτε. Για κανένα βραβείο. Και δεν ανήκω σε καμία επιτροπή.

Πριν λίγες ημέρες, η Εταιρεία Συγγραφέων, της οδού Κοδριγκτώνος, θεώρησε καθήκον της, με επιστολή που υπογράφει το Δ.Σ., να δείξει ακόμη μια φορά τον «ένοχο». Για να σταυρωθεί.
Να περιμένουμε ανακοίνωση και από την Ακαδημία Αθηνών;

Ας αφήσουμε, επιτέλους, τις λέξεις μόνες τους, να διαγωνιστούν μεταξύ τους. Χωρίς μυστικά δείπνα και σπασμένα τηλέφωνα. Επιτέλους.

Σ.Σ.

http://www.poiein.gr/page/2

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

ΟΣΟ Η ΖΩΗ


Όταν βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με την κοπέλα
Που ντουμπλάριζε τη σταρ
Καθώς άνοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ
Και γω έβγαινα
Ενώ εκείνη έμπαινε
Στις 4 π.μ.
Και είδα πως ήταν τελείως μαστουρωμένη
Τη ρώτησα με τι
Είπε 6 Βάλιουμ και άσπρο κρασί
Επειδή σήμερα ήταν η τελευταία μέρα που είχαμε γύρισμα
Και σκέφτηκε να το γιορτάσει
Να πηδηχτεί με κάποιον από το συνεργείο
Μιας και η ίδια σ’ αυτήν εδώ την πόλη ζούσε
Και θα ξέμενε εδώ πέρα
Ενώ εμείς θα φεύγαμε
Και το παράπονό της που πια δεν θα ήταν
Παρά μια ντουμπλέρ της περιοχής
Παρατημένη
Σε μια πόλη που φλεγόταν από επιθυμία να εγκαταλείψει
Την έλυωνε
Και μ’ έκανε ξαφνικά να ντραπώ για άλλη μια φορά
Και μόνο που είμαι ηθοποιός του σινεμά
Και συμβάλλω και γω σε κάτι τέτοιες βλακώδεις ψευδαισθήσεις

Την πήρα λοιπόν στο δωμάτιό μου
Χωρίς βλέψεις σε βάρος του κορμιού της
Ήταν απογοητευμένη σε απελπιστικό σημείο
Προσπάθησε να πηδήξει απ’ το παράθυρο
Της είπα κοίτα δεν αξίζει
Για μια ηλίθια ταινία
Μου είπε δεν είναι τόσο ηλίθια όσο η ζωή

Σαμ Σέπαρντ, 1/11/81, Σηάτλ
(από το βιβλίο «Χρονικά των Μοτέλ», μεταφρ. Γιάννης Αβραμίδης, εκδ. Επιλογή)

ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ



ΚΡΑΤΗΣΑ μια μικρή επιφύλαξη για τα ενδυματολογικά λάθη εκείνου του καλοκαιριού. Δεν μπορεί, φέρ’ ειπείν, η θάλασσα, να μετατοπίζει διαρκώς τον ουρανό προς όφελός της. Θέλω να πω, δεν είναι δυνατόν για να φαίνεται κάποιος γαλάζιος, να κλέβει συνέχεια.

Γιατί έχουμε δει και μαύρη τη θάλασσα.

(απόσπασμα από το βιβλίο μου Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, εκδ।Απόπειρα, 2010) 


Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ


Η ΠΟΛΗ ξυπνάει νωρίς μέσα στο μοβ. Βιολετί ορίζοντας, στάση για καφέ, προλαβαίνεις; Κάποια σύννεφα. Στα καλώδια της ΔΕΗ είναι σκαλωμένα τρία πουλιά. Κάθονται. Αγία Τριάδα. Το ακροβατικό τους είναι σύντομο. Χορογραφία της στιγμής. Μέχρι να προλάβουν τα μάτια να χωρέσουν την εικόνα, έχουν πετάξει.

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ περιπολούν οι νεκροί. Με βάρδιες. Σε τούτο τον τόπο οι νεκροί είναι περισσότεροι απ' τους ζωντανούς. Αναβοσβήνουν, στολισμένοι με φωτάκια. Ανθρωποι - σημαδούρες. Αν αφήσεις τον εαυτό σου να τους ακουμπήσει, κινδυνεύεις με βραχυκύκλωμα.
Οπως περνούν μέσα απ' τα γυάλινα κτήρια της Αλεξάνδρας μοιάζουν με φωτογραφίες που έχουν αναρτήσει οι απόγονοί τους για να τους θυμούνται: πλαίσιο μαύρο, τζάμι διπλό. Εις μνήμην. Υπάρχουν απόγονοι; Ή είναι κι αυτοί νεκροί;

ΣΚΟΝΙΖΟΥΝ τη χώρα. Της μασάνε τον λαιμό. Τα μάτια. Σπάνε τα κόκαλα της ζωής της. Μετά, δακρύζουν. Στην κηδεία της. Οταν πεθαίνει μια χώρα, αυτοί που συνήθως την κλαίνε είναι αυτοί που την έχουν σκοτώσει.

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ διασχίζει τον δρόμο. Εχει κοντά, κόκκινα μαλλιά, σκουλαρίκι στο δεξιό ρουθούνι. Το πρόσωπό του είναι παγωμένο, χωρίς μέλλον. Φοράει κόκκινο φούτερ, στο χρώμα του αίματος. Οι ελβιέλες του είναι λιγάκι σκισμένες. Ασπρες. Οπως βαδίζει, ο ουρανός πέφτει πάνω τους και σχηματίζει την ελληνική σημαία. Δείχνει αυτό που πρόκειται να συμβεί. Μετά.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΙΔΕΣ πραγμάτων. Προσώπων. Ζωών. Το σινεμά είναι αόρατο. Περνάς απ' το ένα πλάνο στο άλλο, βιαστικά, χωρίς να προσέχεις. Σχεδόν το καταπίνεις αμάσητο. Ο κύκλος της σκηνοθεσίας κλείνει διαρκώς. Πρέπει να τελειώνουμε με αυτό. Να αποφασίσουμε ότι μόνο το ανύπαρκτο υπάρχει.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ενός σκύλου στην Αραχώβης μπορεί να σε κάνει να κλάψεις. Γαβ γαβ. Γαβ γαβ. Αν ήταν θεατρικό, θα γινόταν σε δύο πράξεις. Οπως η αναπνοή: Εισπνοή - εκπνοή. Το τελευταίο γάβγισμα είναι ο θάνατος. Από ασιτία.

ΤΟ ΒΡΑΔΥ στο μπαρ είναι σκοτεινό. Τα γεγονότα συμβαίνουν ανάποδα: η μουσική ακούει τους ανθρώπους να μιλούν. Αναπνέουν, εγκαθιστώντας τις μοναξιές τους. Γουλιά γουλιά. Θέλει να τους επιδιορθώσει σε λίγα λεπτά. Ο χαμηλός φωτισμός παρασύρει τις λέξεις σε πτώχευση. Στην μπάρα έχει χυθεί λίγο κρασί.

ΜΟΝΟΝ η αθωότητα των στίχων εφημερεύει. Περιθάλπει την αγωνία αυτής της μόνιμης απουσίας, τη στεγάζει σε τίτλους. Τα έκτακτα περιστατικά απαιτούν περίσσευμα εαυτού.

ΕΞΩ, ο θάνατος γιορτάζει ακόμη. Οι τελευταίες του ενσαρκώσεις χάνονται σαν σκιές στα δρομάκια των Εξαρχείων. Δεν υπάρχουν αστέρια να οδηγούν. Σε δύο ώρες ξημερώνει.

ΑΝ ΘΕΣ να αλλάξεις τα πράγματα, δεν το συζητάς.

ΑΠΛΩΣ, τα αλλάζεις.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=233656

"ΕΦΥΓΕ" Ο CAPTAIN BEEFHEART



Πένθος...

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=234292