Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

ΤΕΤΟΙΟ ΑΤΙΜΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ



Κατερίνα Γώγου


ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΗ από τους λογοτεχνικούς κανόνες, τις ανθολογήσεις ποιητών της γενιάς της, τις επίσημες παρουσίες σε εκδηλώσεις τέχνης, τις σικέ συνεντεύξεις σε Κυριακάτικα φύλλα, τις ερμαφρόδιτες λέξεις, τις ερμαφρόδιτες λύσεις, τις ερμαφρόδιτες στάσεις, η Κατερίνα (68 χρόνια από την γέννησή της, 26 απ’ όταν τη γνώρισα, 15 από το θάνατό της, και ποτέ μου δε μπόρεσα να την πω Γώγου), έζησε τα 53 χρόνια που της έμελλε να ζήσει, σαν πουλάκι. Πληγωμένο, με μπανταρισμένα φτερά, αλλά τιτιβίζοντας. Με απίστευτο τσαμπουκά, με απίστευτο θράσος, με απίστευτα όνειρα. Κι όταν δεν άντεχε άλλο να βλέπει να ξεπουλάν τη φάρα της, άναψε ένα τσιγάρο από κείνα τα δικά μας των αστραπών, έριξε μια φτυσιά και την «έκανε». Με 300 και βάλε. Σαν επίσημη αιτία θανάτου της αναφέρεται η υπερβολική δόση αλκοόλ και χαπιών. Ήταν όμως, μια ακόμα, από κείνες τις συνηθισμένες «δολοφονίες» που το κράτος, η εξουσία, η οποιασδήποτε μορφής εξουσία (ακόμα και αυτή των Εξαρχείων) «επιλέγει» ως λύση για τα «άτακτα» παιδιά. Για όσους της χαλάνε τη μόστρα, το πρόσωπο στον καθρέφτη. Κι η Κατερίνα τα χαλούσε όλα. Τα γκρέμιζε γιατί ήθελε να τα φτιάξει απ’ την αρχή. Δε μασούσε με τίποτα. Δε χαμπάριαζε. Ούτε από εφόδους στο σπίτι της, ούτε από επαγγελματικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς , ούτε από το νοίκι που δεν έφτανε ποτέ. Ήτανε έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα. Μπέσα, ντόμπρα, φόρα παρτίδα. Ένα πρόσωπο, σκέτο νεράκι. Την έλεγαν «σαλεμένη». Γιατί δεν έκανε «χάρες». Εκπτώσεις. Νοθείες. Να σερβίρει Κουρτάκη για κρασί εικοσιπενταετίας. Γιατί δεν ήταν προσκυνημένη. Να παρακαλάει τον Φίνο, τον τάδε, τον πιασ’ το αυγό και κούρευτο. Τάχωνε εδώ κι εκεί, αριστερά και δεξιά κι έγραφε βάλιουμ, μαντράξ, στεντόν, τριπτιζόλ – ξέρετε εσείς γιατρέ μου – σε ταράτσες ετοιμόρροπων κτιρίων, σε πλατείες περικυκλωμένες από μπατσικά, σε συγκεντρώσεις με πουλημένους συντρόφους, σε σπίτια χωρίς θέρμανση με χαλασμένα πατώματα, σε δρόμους χωρίς ανθρώπους, σε αγώνες χωρίς νόημα.

Από πέντε χρονών στο σανίδι – πουτάνα θεατρίνα – όλο ανακάτευε τη τράπουλα κι όλο δεν έβγαινε το χαρτί. Κι όλο ο θάνατος έκοβε. Σημαδεμένη τράπουλα, με χέρια και πόδια. Σα να μη τόξερε. Κόλαγε το μουστάκι κι έβγαινε με τη βεντάλια στη βροχή. ΄Ηθελε πρώτα να τελειώνει με τα γουρούνια και μετά να ψάξει ακρογιαλιές. Δε γινόταν να αλλάξει ο κόσμος με εξοχές. Με βουλευτιλίκια, ακροκέραμα και γαριασμένες μπουγάδες. Ανεβασμένη σε μια καρέκλα. Με τον ίδιο ηλίθιο φιόγκο. Με τον ίδιο ολόιδιο φόβο. 5 χρονώ, 19 χρονώ, 20, 30, 53.

Μόλις φύγει τούτο το άδικο θάρθω να σας βρώ / Μπορεί να μην τα καταφέρω στις σκάλες / Θαρθώ όμως οπωσδήποτε / Μπορεί να μου λείπει η φωνή ή το φως από τα μάτια μου / Σε μας δε χρειάζονται και πολλά / Σύντροφοι.
(ΙΔΙΩΝΥΜΟ, εκδ. Καστανιώτη, 1980)

Το βιβλίο της Σπυράκου, «Κατερίνα Γώγου: Έρωτας θανάτου» (εκδ. Βιβλιοπέλαγος) είναι το μοναδικό που κυκλοφορεί για το έργο της και καλύπτει - αν και αρκούντως φεμινιστικό και πρόδηλα έξω απ’ τα νερά του- ένα τεράστιο κενό της ελληνικής βιβλιογραφίας. Μια μαύρη τρύπα ντροπής. Αποτελεί διασκευή μέρους της διδακτορικής της διατριβής με θέμα τον θάνατο και την θηλυκότητα στο έργο τεσσάρων ποιητριών - ανάμεσά τους και η Κατερίνα. Είναι η πρώτη σοβαρή απόπειρα να αποτιμηθεί ένα τεράστιο – και σε άντερα και σε αισθητική - έργο που έχει σκοπίμως αποσιωπηθεί από την «σοβαρή» κριτική γιατί δήθεν ήταν εποχικό και ο θόρυβος που προκάλεσε με τις απανωτές επανεκδόσεις του ήταν ανακλαστικός των χρόνων που ακολούθησαν τη δικτατορία. Γιατί δήθεν ήταν «προφορικό», «εναλλακτικό», «ανάρμοστο». Μπα; Μέχρι κι ο Γκόρπας τη πάτησε. Ο Θωμάς που ήτανε μεγάλη καρδιά, μεγάλος δάσκαλος. Σα δε ντρεπόμαστε, λέω γω. Γι αυτό η Δημουλά είναι σήμερα ακαδημαϊκός και η Κατερίνα πεθαμένη. Δηλαδή τι, υπάρχουν εκδοχές του «κανονικού», του «πολιτικά ορθού», του «σοφά ισορροπημένου» στη ποίηση; Τι σόι κανόνες είναι αυτοί; Ποιοι τους έγραψαν; Στη λογοτεχνική μας παράδοση, που έσπευσε να χαρακτηρίσει το έργο της Κατερίνας προϊόν της διαταραγμένης ψυχικής της κατάστασης, και να το στείλει σ’ ένα συρτάρι, δεν χωράνε οι χρήστες, οι τρόφιμοι της πλατείας, οι έξω απ’ τις πατενταρισμένες λογικές και πρακτικές του συναφιού – ό, τι κι αν έχουν καταθέσει ως λέξεις; Μα, αυτοί δεν είναι οι μόνοι από τους οποίους μπορείς να αναμένεις μια πρωτοπορία; Οι μόνοι που είναι ικανοί να πεθάνουν για ένα ιδανικό;

Η άποψη μου –έχω πολλές, ακόμα– είναι ότι η Κατερίνα ήταν μια απ’ τις σημαντικότερες, αν όχι η σημαντικότερη ποιητική ανάφλεξη που συνέβη στην σύγχρονη λογοτεχνική μας ενδοχώρα. Ενάντια σε κάθε λογής βόλεμα, σε κάθε λογής εφησυχασμό, σε κάθε λογής λογική. Μια γραμματολογική βόμβα. Και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί από δω κι εξής. Να μεταμορφωθεί, επιτέλους, από βασίλισσα της σκόνης και της αυτοκαταστροφής, σε βασίλισσα του λόγου. Από Μαγιακόφσκι της πλατείας Εξαρχείων, σε Ελληνίδα Σάρα Κέιν. Από Ούλρικε Μάινχοφ, σε Σύλβια Πλαθ. Καιρός είναι.

Η Κατερίνα δεν ήταν ασχημόπαπο. Πάντα κύκνος ήτανε.
Άντε, γιατί ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.


Σταύρος Σταυρόπουλος
, 26/06/2008

Τρίτη 15 Απριλίου 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ


Ο EΛΛΗΝ AΜΛΕΤ ΕΚΑΤΕΒΗ ΣΤΟ ΦΩΣ

Όταν κοιτάζω τους ανθρώπους είναι σαν αγάλματα κι ο κόσμος είναι μια αρχαία πολιτεία ερείπια στο δάσος χαμένη κι έρημη, όμορφη σαν όνειρο κι έχει πεθάνει χιλιάδες χρόνια κι οι άνθρωποι είναι αγάλματα, οι άνθρωποι πέθαναν πριν χιλιάδες χρόνια, διατηρούν την ομορφιά τους πως διατηρείται τόση ομορφιά;
-ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ


ΕΓΡΑΦΕ ΜΕ ΠΕΝΑΚΙ που είχε τόσο λεπτή μύτη, ώστε συχνά του έσπαγε. Το χειρόγραφό του θύμιζε περισσότερο σκαλιστή πλάκα –ιερογλυφικό αποτύπωμα κάποιου αρχαίου πολιτισμού, παρά σελίδα προορισμένη να τυπωθεί. Ερχόταν από αλλού. Η μορφή του δεν είχε τίποτε το μέτριο, τίποτε το συμβατικό. Ντυμένος σχεδόν πάντα στα μαύρα, με μακριά μαλλιά, έμοιαζε περισσότερο με ροκ σταρ, παρά με διανοούμενο. Τα βιβλία του ήταν τσαλακωμένα κολάζ από όνειρα και εικόνες, από ζεστές λέξεις που ξεστομίζουν οι μελλοθάνατοι – προικισμένοι με την αγωνία της αναχώρησης. Τα έκοβε απ’ το σώμα του, τα ξεκολλούσε, γι αυτό σιγά σιγά λιγόστευε η σάρκα του. Είχε μείνει λειψός. Μια κάτισχνη φιγούρα που της έλλειπαν κομμάτια, αφού είχε ανταλλάξει την αρτιμέλειά του με μια ποίηση που πεζολογούσε θανάσιμα. Αρκούσε μια φράση για να περάσεις μαζί της μήνες, ένα αλληγορικό δείπνο από λέξεις που όσο και αν έτρωγες, έφταναν και περίσσευαν για να τρέφεσαι μια ζωή. Ήταν ένας ολιγογράφος που η λογοδιάρροια του δεν σταματούσε ποτέ. Ένας πολυλογάς της σιωπής.

Έβλεπε τους ανθρώπους σαν μύγες να πετούν «γύρω απ’ την πληγή του κόσμου». Αυτός, ήταν η πληγή. Άλλοτε, «σαν αγγέλους μαζεμένους στην ανοιχτή να τον κοιτάζουν». Ή σαν αλλόκοτους θεατές που «απολαμβάνουν την δυστυχία μας». Αυτός, ήταν η δυστυχία. Περιβεβλημένος μονίμως από ένα μανδύα νυκτός, έβλεπε όσα δεν μπορούμε να δούμε εμείς, που έχουμε και διαστήματα ημέρας. Οι προτάσεις του σταματούσαν στη μέση, λες και εκείνη τη στιγμή κοβόταν το νήμα που τον ένωνε με τα γήινα, ενώνονταν με τις επόμενες, γεμάτες χρονικές ανακολουθίες, σε ένα λαμπρό βατερλό του συντακτικού. Μεταμφιεσμένος σε Άμλετ - ο Άμλετ της σελήνης, όπως τον αποκάλεσε με τους στίχους του ο Μάνος Ελευθερίου – τρεφόταν αμίλητος από τις σκέψεις του μυαλού. Τρεφόταν απ’ τη τροφή του ανθρώπου.
Κάποτε, όταν πια βαρέθηκε να καπνίζει λέξεις και να σημειώνει θανάτους μέσα του «για το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία» - την ποίηση, άνοιξε μια μεγάλη τρύπα στον ύπνο του και πέρασε απέναντι: με φαντασμαγορία, με λάμψη, με βαρύτητα. Διελύθη, όμορφος, μέσα σε μια ανεξέλεγκτη εκδρομή. Ξεψύχησε πάνω στο φως, εκεί όπου πάντα ανήκε. Ήταν ο πιο νέος 62χρονος που υπήρξε ποτέ.

Οκτώ χρόνια από τον θάνατό του, το «σύμπτωμα» Χειμωνά εξακολουθεί σήμερα να απασχολεί την νεοελληνική γραμματολογία. Ο παράλληλος συνδυασμός της αγέρωχης –αλλά μελαγχολικής - μορφής του με το δυσπρόσιτο – αλλά ιδιοφυές - έργο του, τροφοδότησε τον μύθο του που γιγαντώθηκε και «συνέβη» ως βόμβα στα θεμέλια της λογοτεχνικής μας ενδοχώρας.
Ποιος ήταν στην πραγματικότητα αυτός ο μυστηριώδης γιατρός που έκανε την ειδικότητά του στις λέξεις; Ποιος ήταν αυτός ο μοναχικός man in black που ακύρωσε έτσι βίαια το συντακτικό μας, επιβάλλοντας στα κείμενα τον δικό του νόμο της περιπλανώμενης τελείας; Ένας αλχημιστής του 21ου αιώνα; Ένας αρχιερέας της εύγλωττης σιωπής; Ένας συμβολικός άγγελος που εξέπεσε του αξιώματός του για να το δημιουργήσει εκ νέου;

«Οι πεζογράφοι με θεωρούν ποιητή, οι ποιητές πεζογράφο, οι γιατροί λογοτέχνη, οι λογοτέχνες γιατρό, οι Καβαλιώτες Θεσσαλονικέα, οι Θεσσαλονικείς Αθηναίο, οι Αθηναίοι Θεσσαλονικέα και Καβαλιώτη…» ( από την τελευταία του συνέντευξη, Καθημερινή, 14/11/99).

Ένα αίνιγμα ακρότατου μοντερνισμού στη ζωή και την τέχνη, η προσωποποίηση ενός εκθαμβωτικού νεωτερισμού και μιας βασανισμένης συμμαχίας για την κατάργηση των ορίων του λόγου, ο ντοκτέρ ιβέρ ή γιατρός ινεότης, ή όπως αλλιώς ονομάζεται μια αβυσσαλέα διάνοια, ο νευρολόγος – ψυχίατρος Γιώργος Χειμωνάς, πήρε τη λύση στα χέρια του, έριξε το μυστικό της στη τσέπη του, άνοιξε το βήμα του και απήλθε της πραγματικότητας που ποτέ του δεν αναγνώρισε. Σκεπασμένος από την εικόνα του:

«Απομακρύνθηκε ο ορίζοντας. Η ζωή φάνηκε πρώτα στους τοίχους. Είναι ένας τοίχος αλειμμένος μ’ ένα υλικό σαν σημασία. Αλλού οι τοίχοι εξογκώνονταν κι εξείχαν σαν να γεννούσαν αγάλματα κι άμορφα ακόμα που μόλις σχηματίζονταν εκρέμονταν από τους τοίχους. Αργά εκατέβαινε ο ουρανός. Υπέροχος κεφαλόδεσμος από λοξά βαριά καλύμματα λύθηκαν κι έπεφταν αργά για να φανεί ξανά πόσο καλό είναι το φως…»
(από τους Χτίστες)

Νιώθω πώς όποιος προσπάθησε να εξηγήσει αυτό το ανοίκεια «μεικτό» ύφος του Γιώργου Χειμωνά στα Γράμματα, ήρθε αντιμέτωπος με την προσπάθεια του λόγου να αρθρώσει το άρρητο. Και πνίγηκε. Όπως θα πνιγεί μοιραία κι αυτό το κείμενο στη βιάση του να αναμεταδώσει μερικά μόνο σποραδικά σήματα εντοπισμού του.
Τότε γιατί γράφεται; Για να καταστεί εξηγητικό της αδυναμίας εξήγησής του; Για να βρεθεί σε κάποιο πεδίο που να του επιτρέπεται η δυνητική επικοινωνία με την εσώτατη βάση του; Μήπως για να αποκτήσει δικαίωμα συμμετοχής στην παραβατικότητα ενός αστραφτερού λόγου;
Ίσως για όλα αυτά μαζί. Ή και για κάποια άλλα που εμπλέκονται με τη συνήθη ματαιοδοξία όσων γράφουν. Το μόνο που μπορώ να βεβαιώσω εδώ, είναι πως ο Χειμωνάς υπήρξε ένας «αυτιστικός» λογοτέχνης. Όχι με τον συνήθη τρόπο που οι λογοτέχνες υπάρχουν, περίκλειστοι και αποκλεισμένοι από τους άλλους, αλλά με την στενά «ιατρική» έννοια του όρου, βιώνοντας καρτερικά και ξεχωριστά την παθολογία του, ασκώντας το σώμα του στην απελπισμένη αποσπασματικότητα των φράσεων. Κάθε κριτική αναφορά θα ήταν, νομίζω, εξαρχής καταδικασμένη.

Στο έργο του, που θα παραμείνει επίκαιρο και εξωφρενικά μοντέρνο και μετά από 50 χρόνια, αλλά, κυρίως, «θανάσιμα ελληνικό» - κατά την πολύ ωραία φράση του Άρη Μαραγκόπουλου – ακεραιώνονται σχεδόν όλες οι τέχνες: Γλυπτική, ζωγραφική, μουσική, κινηματογράφος, ποίηση. Για να συμμαχήσουν εναντίον του εχθρού του ποιητή, που ως γιατρός ψυχών, δεν κατάφερε να περιθάλψει ποτέ τη δική του.
Αυτός ο απομακρυσμένος άγγελος, ο πρίγκιπας της απέραντης εικόνας που αγαπούσε τον Σέξπηρ και τον Κέιβ, απέλειπε λυπημένος. Επέταξε την άσπρη μπλούζα του γιατρού, έσπασε ένα μπουκάλι λύπη, άνοιξε όλες τις αποθήκες του μυαλού του και εκατέβη στο φως. Μια απ’ αυτές τις νύχτες που έκανε συνέχεια στα βιβλία του. Φεύγοντας, πήρε μαζί του όλο το αρχείο της ελληνικής λογοτεχνίας. Τώρα, στη θέση της υπάρχει ένας κενός δίσκος. Ένας νεκρός υπολογιστής που περιμένει απλά να ανακυκλωθεί.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 15/04/2008

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

LEONARD COHEN: REMEMBER ME? I USE TO LIVE FOR MUSIC



Terra vibe park, 30 Ιουλίου 2008

ΠΟΘΟΣ ΕΙΝΑΙ το άλογο που αμαξώνει τη θλίψη. Είναι η ανεξίτηλη δαχτυλιά που ανοίγει το σώμα, τον χάρτη του έρωτα. Η διαπεραστική μελάνη του πνεύματος. Για όλες τις Μαριάνες και τις Σουζάνες του κόσμου που δρασκελίζουν κρυφά ένα μέρος κοντά στο ποτάμι για να μου προσφέρουν τσάι με πορτοκάλια. Για όλες τις αγάπες που μου τον παίρνουν – όπως η Joplin – όταν το ζώο μου ουρλιάζει αήττητο, σε ένα άφτιαχτο κρεβάτι του Chelsea Hotel, ενώ η λιμουζίνα τους περιμένει στο δρόμο. That night that you planned to go clear. Did you ever go clear?
Γυμνές, φορούν μόνο ένα διάσημο μπλε αδιάβροχο φθαρμένο στους ώμους που τους γδέρνει τη σάρκα. Την ήβη, όλοι οι άγγελοι είναι εκεί θυμωμένοι. Και σιωπηλοί.
Παρίσι της δεκαετίας του 70, στα καφέ, like a bird on the wire. Αν το φεγγάρι είχε μια αδελφή, θα ήσουν εσύ. Στο Σηκουάνα το φεγγάρι δεν είναι παρά μια πέτρα που βρήκε κοντά στην όχθη του κάποιος τυχερός και την έριξε στη τσέπη του. Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ, είναι το αγαπημένο παιχνίδι των ποιητών. Κάτι σαν τον αιφνίδιο σπασμό της κοιλιάς σου, λίγο πριν ξεσπάσει ο οργασμός. Εγώ. I want to come again.

Στα «ευρωπαϊκά μπλουζ» του Κοέν η θλίψη έχει αξιοπρέπεια. Το τσεκούρι είναι φτιαγμένο από χρυσό, η λίμνη είναι ο καθρέφτης της γυναίκας. Αφήνει όλες τις πόρτες ανοιχτές στο φως της σελήνης. Θα περάσω κάτω απ’ τα πόδια σου, κάτω απ’ τη δική σου αψίδα θριάμβου. I will kill you if I must, I will help you if I can. Σειρά σου τώρα να πεθάνεις από έρωτα, σειρά μου να αναστηθώ. Με τραγούδια, ψηλαφώντας τα δικά μας δευτερόλεπτα. Με βραδινές μπαλάντες που σκάλισα στις βεράντες της Ύδρας instead of fucking you more often.
Είδες; Είμαι τελικά τόσο ελεύθερος που μπορώ ακόμα και να σου φέρω την Αμερική μου στον ίσιο δρόμο. Τα ερωτικά μου κουρέλια στο πιάτο σου. Fucking America, fucking you. Δέκα φορές Καναδός, στις αδιάψευστες ποσοστώσεις μιας ραγδαίας ζωής. Δέκα φορές Υδραίος Καβάφης που αποχαιρετά την Αλεξανδρινή Αλεξάνδρα του, δέκα φορές μαγεία που εξαπατά όλους τους φρουρούς της καρδιάς σου. Πεζοναύτης του πνευματικού κόσμου σου. Ποίημα με αυτοκόλλητο όνομα ράχης. Ακατάλληλο. Θλιμμένο κουκουνάρι. Κανείς.

Εντάξει, φύγε αν πρέπει / θα φτιάξω μόνος μου το Σύμπαν / θα τα αφήσω όλα να κολλήσουν πάνω μου / κάθε θλιμμένο κουκουνάρι / κάθε ανιαρή πευκοβελόνα / Και θα στείλω τη στοργή μου / από αυτό το ξυρισμένο κεφάλι / 360 μοίρες / προς όλα τα δραματικά τοπία / όλες τις καταχνιές και τα χιόνια / που διασχίζουν / τα λαμπερά βουνά / για να φτάσω στις γυναίκες που κολυμπούν / στους χειμάρρους / και χτενίζουν τα μαλλιά τους / στις σκεπές / στους άφωνους που με κάλεσαν / από την εκπληκτική σιωπή τους / στους μικρόψυχους ενώ είναι πλούσιοι / για να φτάσω σε όλες τις μορφές της σκέψης / και τα διάτρητα διανοητικά αντικείμενα / που μπορείς τώρα / στο τέλος της εφιαλτικής σου ζωής / να αποκτήσεις.
(Leonard Cohen, ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΙΝΑ)

Μπορώ ακόμα να σε σχεδιάσω με μια ματιά. Αλήθεια. Χωρίς καν μολύβια. Έρχομαι, να μου πετάς κέρματα στο τζουκ-μποξ, για να μην τελειώσω. Θα κάνω ό, τι μου πεις. Θα κλάψω στις άκρες των σεντονιών σου, θα πατήσω τον Νόμο στο λαιμό. Θα σε ανταμείψω με όλα τα μέλη μου να καίγονται από ζάλη. I’ m your man.
Έρχομαι, για να ζήσω μέσα σου, με τις μελαχρινές φάρσες μου, με τις μυστικές μου ανοησίες. Πρώτα θα πάρουμε το Μανχάταν, μετά το Βερολίνο. Μετά, θα γίνουμε ο κόσμος όλος, πάνω σ’ ένα κρεβάτι διαλυμένο από τις προσευχές μας. Σ’ ένα μηχανάκι που θα το γέρνει ο άνεμος, όλα τα πρωινά του κόσμου, παραμελημένοι απ’ όλους.
Έρχομαι, να με χορέψεις στις παρακλήσεις σου. Να με πας ως το τέλος της αγάπης. Θέλω να νιώσω τον μικρό σεισμό που ανασηκώνει το στήθος σου, μέσα σε δωμάτια αυλές, εγώ ο βετεράνος με το κόκκινο παράσημο του έρωτα, εγώ απ’ το άλλο ημισφαίριο, που θα σε γνωρίσω ξανά στον εαυτό μου, μια νύχτα αργή, όταν θα μαζεύουμε βιαστικά τις καρδιές μας για να φύγουμε,

ανήσυχοι, φυσικά
ηττημένοι, φυσικά
γέροι, φυσικά
ευγνώμονες, φυσικά

αλλά διαλυμένοι επιτέλους
στο χρυσαφένιο μας φως.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 07/04/2008

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ


Μικρές ιδέες μέχρι ιδεοληψίας, αποφθέγματα σαν λαμπερά μετέωρα της ανέκφραστης επιθυμίας, αφορισμοί της τοξοβολούσας άρνησης της γεφυροποιού επικοινωνίας που έρχεται κι όλο δεν έρχεται συγκροτούν αυτό το ποιητικό σώμα.

διαβάστε όλη τη κριτική του Β.Καλαμαρά στην Ελευθεροτυπία
http://www.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=21/03/2008&id=69762656
και μια σελίδα από εφημερίδα της Χίου
ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ»

Με αφετηρία τις πολλαπλές εκδοχές του εγώ που συνωθούνται μέσα στο ίδιο σώμα σαν μεγάλα επάλληλα σύμπαντα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος αποκαλύπτει, ανασηκώνοντας ελαφρά το πέπλο των πραγμάτων, μια πυκνότατη φόρμα συναισθημάτων που προβάλλονται ως στοχασμοί πάνω στο σκηνικό των λέξεων. Μια συλλογή από μικρής έκτασης κείμενα από ένα συγγραφέα που από τους πεζογράφους θεωρείται ποιητής και από τους ποιητές πεζογράφος.

Βασιλική Μπάρμπα – ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Το ρήμα συνήθως καταγγελτικό. Το επιγραμματικό απόφθεγμα κυρίαρχο. Η ύπαρξη επιζητεί – ίσως μάταια – τα εαυτής. Μαρτυρίες και συνεπαγωγές υποψιασμένου βίου, οι οποίες αποφεύγουν μελοδραματισμούς και κοινότοπες εκφάνσεις. Οι παράλληλες πεζογραφικές εκδοχές του Σ.Σταυρόπουλου διακρίνονται, επίσης, για την σαφή ποιητική τους απόκλιση. Πρόκειται για έναν συνεπή και εν εγρηγόρσει τελούντα δημιουργό πορείας.

Γιώργος Βέης – YEARBOOK, ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 2007-2008

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος στο πέμπτο βιβλίο του καταφέρνει να συνδυάσει με τρόπο μοναδικό την ακρίβεια του πεζού λόγου με τον μινιμαλισμό της ποίησης, την αμεσότητα της εικόνας με το βάθος του δοκιμίου. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι γραμμένα πάνω στο γνώριμο τρίπτυχο του συγγραφέα έρωτας-θάνατος-μουσική, αλλά φωτίζονται από ένα απροσδόκητο φως: το φως της διαρκούς αμφιβολίας, το φως που διαρρέει όταν ο άνθρωπος μένει μόνος να αναρωτιέται για τα αληθινά και τα ψεύτικα.

Χριστίνα Δρούζα – FAQ

Ειρωνικός, υπαινικτικός, μελαγχολικός, θλιμμένος, σαφής και αφηρημένος μαζί, ηττημένος αλλά πάντα νικητής μέσα από τις εμπειρίες, συμβολικός, δηκτικός, ερωτικός και ποιητικός πάντα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος «παίζει» με τις λέξεις σε ένα scrable από συναισθήματα και αισθήσεις, με την «απουσία» και την «έλλειψη» να κυριαρχούν και την μνήμη αδίστακτη να κρυφογελά και να επαίρεται για τη δύναμή της. ΄Ένα βιβλίο σαν δρομολόγιο τρένου μες στη βροχή, με επιβάτες στιγμές του χτες – μέγκενη στις επιλογές του παρόντος και στα όνειρα του μέλλοντος.

Γιόλα Αργυροπούλου – ΤΗΛΕΡΑΜΑ

Ένας «διαφορετικός» Σταυρόπουλος αναδύεται από τις σελίδες του Οι άλλοι που είμαι , ένας Σταυρόπουλος που δείχνει να αφήνει στην άκρη την «εκρηκτικότητα» της γραφής του, να αμφιβάλλει και να διερωτάται για όλα, να διαχειρίζεται την αλήθεια του με τρόπο ανατρεπτικό. Τα γνωστά θέματα του συγγραφέα εμφανίζονται και πάλι ως προσφιλή του, όμως πιο απαιτητικά από ποτέ, πιο αποφασισμένα να παζαρέψουν ως το τέλος την ίδια τους την αυτοτέλεια (…). Ο έρωτας είναι πανταχού παρών, επιπλέει στις σελίδες του βιβλίου σαν χάρτινο καραβάκι που καθελκύεται με επισημότητα στο παρελθόν. Είτε σαν αφοπλιστική δήλωση, είτε σαν νοσταλγική αποτίμηση του χαμένου χρόνου, είτε σαν μακρινός απόηχος μιας προσδοκίας που επιμένει. Και η αγωνία των λέξεων – η προσφορότερη απ’ τις εκδοχές του εαυτού μας – στήνει το δικό της πανηγύρι σαν «η αφοσιωμένη τυπογραφία μιας συμμετρίας που καταρρέει». Σε κάθε περίπτωση, αφορμή είναι η ποίηση. Που «αποχαρακτηρίζεται» στο νέο βιβλίο του Σταυρόπουλου, για να βρεί – επιτέλους – το πραγματικό της νόημα: Την ακεραιότητα της στιγμής.

METRO


Ποιήματα μέσα στο φως γιατί οι σκιές πληθαίνουν, παντού.

Γιώργος Χρονάς – ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος της πληθωρικής ροκ γραφής με την οποία ταυτίστηκε κυρίως με το δεύτερο έργο του Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου (Απόπειρα, 2002), ασχολήθηκε τα τελευταία χρόνια με την ποίηση και εξελίσσοντας κατά πολύ το προσωπικό του ύφος συγκέντρωσε τον καρπό της δουλειάς του στην ποιητική συλλογή Οι άλλοι που είμαι (Μεταίχμιο). Το μέτρο και η αυστηρότητα της ποιητικής πρόζας κατάφεραν να τιθασεύσουν τον άναρχο, παρορμητικό και ροκ χαρακτήρα των προηγούμενων κειμένων του και να αναδείξουν πως πίσω απ’ τα φθαρμένα τζιν των πεζογραφικών του εμφανίσεων κρύβεται μια αριστοτεχνική, μαύρη βελούδινη γραφή. Τα ευθύβολα και λακωνικά του μονόστιχα άλλοτε θυμίζουν συνθήματα πόλης και άλλοτε ενσταλαγμένη σοφία δοσμένη στη φόρμα του χαικού. Ο χρόνος, ένας από τους μεγάλους πρωταγωνιστές αυτής της συλλογής, είναι φανερό ότι ευθύνεται όχι μόνο για τις ιδέες που κυοφορούν τα ποιήματα αλλά, κυρίως, για το ίδιο το γλωσσικό εργαλείο του γράφοντος, που εδώ προσφέρεται στην πιο κρυστάλλινη μορφή του.

Νικόλ Λαφαζάνη – ΔΙΑΒΑΖΩ

(…) Σήμερα επιχειρεί μιας αμιγώς ποιητική προσέγγιση με το Οι άλλοι που είμαι (2007), η οποία κατά τη δική μου άποψη, αποτελεί μια «άηχη απόδειξη μιας ανώριμης ωριμότητας». Εξηγούμαι αμέσως, γιατί αυτό το «ανώριμης ωριμότητας» μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί. Λέω «ανώριμη», γιατί ανώριμη παραμένει – ευτυχώς – η ματιά του στον κόσμο, η συναισθηματική διαχείριση των καταστάσεων, η διατίμηση των αξιών σ’ ένα σύμπαν μοναξιάς. Συνεχίζει να παρατηρεί έκθαμβος και να απορεί διαρκώς, χωρίς να διαθέτει τελεσίδικες παρηγορητικές απαντήσεις, γιατί είναι «ένα παιδί που μεγάλωσε», αλλά η «ενήλικη συνείδησή του φοράει κοντά παντελονάκια και παίζει γκαζές στις γειτονιές». Λέω «ωριμότητα», γιατί εδώ πια αναφέρομαι στην ωριμότητα της γραφής, στη σίγουρη τεχνική και στη καλοδουλεμένη φόρμα. Κοντολογίς, ένας ασυμβίβαστος στην ψυχή, που συνυπάρχει μ’ έναν έμπειρο στη γραφή – ιδανικός συνδιασμός για την ποίηση. (…) Δεν είναι τόσο οι τόνοι που έχουν αναπάντεχα χαμηλώσει κι έχουν αφοσιωθεί αποκλειστικά στη «γραμματική των δακρύων», δεν είναι που το λεκτικό παραλήρημα υποχωρεί προς χάριν μιας επιλεκτικής εσωστρέφειας. Εκείνο που πρωτίστως εντυπωσιάζει, είναι πως εδώ, ο ατημέλητος και συχνά άναρχος λόγος της πεζογραφίας του, ευπειθώς καλουπώνεται και ευπρεπώς ενδύεται, γιατί ο συγγραφέας σοφά γνωρίζει πως η ποίηση επιβάλλει αυστηρότερη φόρμα και αισθητική συμμετρία.
Αν φοβηθήκατε πως αυτή η περισσότερο θλιμμένη και λιγότερο εμπύρετη κατάθεσή του – που συνοδεύεται από στοχαστική ανακεφαλαίωση και κατακτημένη τεχνική – σημαίνει ότι ο ποιητής άρχισε να γερνά, ουδείς λόγος ανησυχίας. Άλλωστε, για τον Σταυρόπουλο, είναι πια πολύ αργά για να γεράσει!

Γιάννης Ευσταθιάδης – ΔΕΚΑΤΑ

Η ποίηση του Σταυρόπουλου είναι ποίηση – προεχόντως – σε πρώτο πρόσωπο. Ποίηση που του επιτρέπει συχνά να αυτοβιογραφείται. Είναι – συχνά – ποίηση ερωτική. Το υποκείμενο, ευάλωτο, έτοιμο να δοθεί, απευθύνεται στο σκοτεινό ή φωτεινό αντικείμενο του πόθου. Κτητικά ή ικετευτικά. Έτσι το δεύτερο ενικό πρόσωπο εισάγεται με ένα είδος απεγνωσμένου διαλόγου, όπου δεν αναμένεται η απάντηση: Μια πρόσκληση κα ηχώ της. Η γραφίδα του είναι σαν μια βελόνα τατουάζ. Οι λέξεις χαράζονται αδιόρατα στην αρχή, ανεξίτηλα στη συνέχεια. Μοιάζουν να σωματοποιούν την αγωνία του δημιουργού τους.
Το Οι άλλοι που είμαι είναι ένα εξαιρετικά διυλισμένο απόσταγμα εικόνων, που παρά την πεζότροπη μορφή τους, παραμένουν βαθιά ποιητικές. Ίσως το πιο ιδιόρρυθμο βιβλίο του Σταυρόπουλου. Και το πιο κρυπτικό.

Βασίλης Πολύζος – ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

Βγαλμένα κατευθείαν από καλοκαιρινές διακοπές στις Κυκλάδες – εξού και η αφιέρωση σε ορισμένα από τα νησιά του νησιωτικού συμπλέγματος – δεν αφήνονται στην τουριστική λάμψη του ήλιου, αλλά καθεύδουν στη λεπτολόγο άρθρωση όχι του ανείπωτου, αλλά του εξαντλητικά ειπωμένου. Από αυτό το πολύ της χρήσης, όταν το νόημα πάει να εξαντλήσει τις αντοχές του. Μικρές ιδέες μέχρι ιδεοληψίας, αποφθέγματα σαν λαμπερά μετέωρα της ανέκφραστης επιθυμίας, αφορισμοί της τοξοβολούσας άρνησης της γεφυροποιού επικοινωνίας που έρχεται και όλο δεν έρχεται συγκροτούν αυτό το ποιητικό σώμα. Η όποια ροκίζουσα συνεκφορά του λόγου δεν παρελθοντολογίζει, γιατί το παρελθόν είναι ακόμα ζωντανό (…), είναι η εμμονή σε ότι έζησε ο Σταύρος Σταυρόπουλος και δεν επιθυμεί διόλου να υπερβεί. Γιατί έχει ακόμη θέρμη και θερμοκρασία, είναι ζεστό και κοχλάζον, γιατί αρνείται να γίνει ο ενήλικος που του δείχνει η ηλικία του. Εφηβίζει «επικίνδυνα», συνειδητά ωστόσο, τα μακριά μαλλιά πλέον δεν ανεμίζουν, όμως η ανέμη που γυρίζει δεν λέει νεοπαγή παραμύθια πειστικά. Και καθώς απειθεί, δίνει κλότσο να γυρίσει το νήμα εκείνου «του παλαιού κουτσού Σαββατοκύριακου που χαμήλωσε αισθητά ο κόσμος».

Βασίλης Καλαμαράς – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


Από την πρώτη στιγμή που διάβασα λέξεις πάνω στο χαρτί του Σταύρου Σταυρόπουλου, έστω και όχι όσο άγρια σίγουρες για τον εαυτό τους παρουσιάζονται στο τελευταίο βιβλίο του, είχα την αίσθηση ενός ανθρώπου που ενδιαφερόταν για το παιχνίδι του κειμένου και όχι για το είδος εκείνο της εύτακτης συμπεριφοράς που συνηθίσαμε να ονομάζουμε σύνθεση. Δεν ενδιαφερόταν καν τι λογής κείμενο έγραφε, αλλά μόνο γι’ αυτό που μπορεί να κάνει ένα κείμενο στον ίδιο και στους αναγνώστες του. Ένα κείμενο πέρα από την περιοχή της κατευθυνόμενης ρητορικής. Ίσως για αυτό να είναι τόσο γοητευτικό. Κάποτε κάποτε, σκεφτόμουν πώς ήταν δυνατόν να γράφει τόσο καίρια πράγματα με τόση ατημελησία. Ώσπου υποπτεύθηκα πως αυτή η ατημελησία ήταν η δική του στρατηγική: Η διατήρηση της απουσίας, του κενού, της οδυνηρής ζήτησης. Όχι η παρηγοριά ή η επένδυση των χαμένου χρόνου με λόγια, αλλά η αναπαράσταση του ανέφικτου, προκειμένου να μην απολεσθεί: Μια άλλη διαλεκτική του πόθου (…).
Ο Σταυρόπουλος έχει πια σχηματίσει τον χαρακτήρα του σαν συγγραφέας, τον οποίον μπορεί να μεταδίδει σε διαφορετικούς ανθρώπους. Διαχειρίζεται με θαυμαστό τρόπο το ενιαίο του πρόσωπο, μένοντας αφοσιωμένος σε αυτό που πραγματικά υπηρετεί: την μορφή. Μ’ αυτήν μπορεί να παίζει μαζί μας το ερεβώδες παιχνίδι της ματαιότητας, μέσα και έξω από το βιβλίο, σε ένα σύμπαν στο οποίο παραμένουμε όλοι τραγικά μετανάστες έως ότου μας αρνηθεί την παραμονή.
Κι αυτό είναι νομίζω η πρωταρχική σημασία της αληθινής γραφής.

Γιώργος Μπλάνας – ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ο λόγος του, άλλοτε είναι γεμάτος συμβολισμούς και άλλοτε «φωνάζει» τις αναφορές του, που εκτείνονται από τον Αρτώ και τον Χειμωνά έως τον Βαν Μόρισον και τον Τζόν Κολτρέιν. Ντόμπρα και βιωματικά λόγια, μελαγχολικά και συνάμα ταξιδιάρικα.

Θανάσης Μήνας - SOUL

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008

ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ




Οι άλλοι που είμαι, "ΙΑΝΟΣ", Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ, στον «Ιανό», έκλεισαν ραντεβού οι ζωές μου. Κρυφά. Χωρίς να το περιμένω, είδα ξαφνικά τις ηλικίες μου γερασμένες, να γέρνουν στο μπαρ, στις καρέκλες, στον καναπέ του βιβλιοπωλείου και να συζητούν μεταξύ τους. Sold out. Σπρώχνονταν ανάμεσα στην κατάμεστη αίθουσα για να χωρέσουν, να γνωριστούν, να ανταλλάξουν τηλέφωνα. Δεν θα μάθω ποτέ τι έλεγαν. Οι εποχές του εαυτού μου είχαν κατά παράξενο τρόπο διαρρεύσει απ’ τις σελίδες του βιβλίου και είχαν καταλάβει στρατηγικές θέσεις στο χώρο. Είχαν επανέλθει όλες μαζί. Συγχρόνως. Και για μια ακόμα φορά εκστράτευαν εναντίον μου.

Απόρησα που δίπλα μου η Ιωάννα Παππά - αυτός ο ορισμός της γλυκύτητας- κατάφερνε και διάβαζε, σε πείσμα των κενών σελίδων που είχαν αφήσει οι λέξεις που έλλειπαν και ήταν διασκορπισμένες στον χώρο. Κάποια στιγμή, μου φάνηκε πως είδα τον Βασίλη Αλεξάκη να τις κυνηγάει γύρω απ’ τα τραπέζια, έχοντας βγάλει το δερμάτινο γιλέκο του. Κάθε μια που έπιανε, την έσφιγγε γερά στο χέρι του με ένα χαμόγελο θριάμβου και την πέταγε προς το μέρος μου. Η λέξη αυτόματα μεταφραζόταν στα γαλλικά. Η Βίβιαν ήταν η μόνη που καταλάβαινε. Στα 14 μου, στις Λιβανάτες, τη ρώτησα γιατί δεν μπαίνει στη θάλασσα και μου απάντησε je suis malade. Εγώ διάβαζα «Φως» και εκείνη Μαλλαρμέ στο πρωτότυπο. Στην «Ακτή», το παραλιακό ξενοδοχείο με τα γιασεμιά του Χασιώτη, ζωγράφιζα στα σεντόνια το όνομά της. Τα σεντόνια πλένονταν, αλλά ο μαρκαδόρος δεν έφευγε. Οι πελάτες θα νόμιζαν ότι Βίβιαν λεγόταν η μάρκα του υφάσματος. Μόνο εγώ ήξερα ότι ήταν ο πρώτος μου έρωτας που τώρα στεκόταν μπροστά μου, μετά από 32 χρόνια, εκεί στον Ιανό, και μου χαμογελούσε. Ένιωσα ευτυχής γι αυτή την αποκλειστικότητα.

Στην επόμενη καρέκλα περίμενε το πρώτο μου ποίημα από το «Διαμελίζομαι»: Είχα 25 χρόνια να δω την Σταυρούλα. Εγώ, ο Γιάννης, κι εκείνη, θελήσαμε να παίξουμε την ταινία του Τρυφώ, «Ζιλ και Ζιμ», στο Μοσχάτο των αρχών του 80. Δεν μπορέσαμε γιατί ο Γιάννης εγκατέλειψε στα γυρίσματα. Μετά η Σταυρούλα παντρεύτηκε. Τώρα είναι ξανθιά, αλλά τα μάτια της παραμένουν η πιο σκοτεινή εκδοχή του μαύρου. Η Νικολέτα είχε παχύνει, εξακολουθούσε όμως να έχει λεπτά συναισθήματα. Ήταν φυσικό μετά από πέντε βιβλία. Την βάραιναν κοντά 700 σελίδες. Στεκόταν στην πρώτη θέση, στο τραπέζι των επισήμων, και μιλούσε με τον Χάρη και τη Σοφία. Θα πρέπει να ζύγιζε γύρω στα 20.000 κιλά, γιατί ενώ καθόταν σε μια πολυθρόνα, γέμιζε όλο τον «Ιανό». Όταν την αγκάλιασα, έπεσαν τρία ματάκια από την τσέπη μου. Και επτά κόκκινα τριαντάφυλλα απ’ την καρδιά της.

Η ώρα περνούσε με δεκαετίες, ο Χάρης ζήλευε τον Keith Jarrett. Η Αννούλα είχε την καθαρή ομορφιά ενός παιδιού, η σύγχρονη ιστορία δικαιωνόταν με τον καλύτερο τρόπο. Όταν πια φάνηκε και η Μαρία Μήτσορα, η δύναμη σκόρπισε. Με χαιρέτησε με φωνητικά Jonathan Richman του «Hospital » και άφησε τα ασημένια της φτερά στο πάτωμα. Έπεσα πάνω στον Ηρακλή, ανταλλάξαμε για ένα λεπτό τις διασημότητες μας. Μετακινήθηκα, άνοιξα μια πόρτα και μπήκα στο Tropical. Η Σαντορίνη έμοιαζε με ξυπόλητη θεά που παραπατούσε μεθυσμένη στα σύννεφα. Η Κατερίνα κάπνιζε ένα πούρο με άρωμα σοκολάτας, η Νικολέτα την αγριοκοίταζε, η πισίνα του Salty είχε μεταφερθεί εκεί. Έδειξα μια χορευτική φιγούρα στον Σάκη τον μηχανικό και έφυγα. Στο πλοίο της επιστροφής έπαιξα σκάκι και έχασα σε τρεις κινήσεις. Η αντίπαλος μου στην παρτίδα, ήταν η τελευταία Ινδιάνα που ταξίδεψε με το πλοίο της γραμμής. Και η πρώτη που μου έκανε τόσο εύκολα ματ, βοηθούμενη απ’ τις δεσποινίδες της Αβινιόν.

Ξαφνικά, δεν υπήρχαν πια άλλα κορίτσια. Όλα τα κορίτσια είχαν γίνει εσύ. Βυθισμένα εντός σου, επιφορτισμένα με τις χιλιάδες χειρονομίες σου: Σαν μοντέρνες εκδοχές μιας παντομίμας που πέθαινε. Οι ομιλητές ανέβηκαν στο πάνελ αργά. Ο Βασίλης μου έκανε νόημα, ήρθα και κάθισα δίπλα στην Ιωάννα. Η εκφραστικότητά της φώτισε όλη την αίθουσα. Μετά, ασχολήθηκαν όλοι με τις ζωές μου: Ο Γιάννης Ευσταθιάδης τους έδωσε από ένα μουσικό όργανο για να παίζουν τη νύχτα και την αφορμή για να συνεχίσουν αθώες, ο Γιώργος Μπλάνας τις χώρισε σε κατηγορίες, ο Βασίλης Πολύζος τις έβαλε να μελετήσουν τα τετράδια των αγγέλων και ο Βασίλης Χατζηιακώβου τις ακούμπησε προσεκτικά σε νησιά των Κυκλάδων, μαζί με κάποιο συγγραφέα ή μουσικό, για να τις φυλάει. Τώρα, αν θέλω να τις ξαναδώ, θα πρέπει να περάσω θάλασσα.

Στις καθυστερήσεις φάνηκε και η Patti Smith. Χαιρέτησε, έπαιξε κλαρινέτο και αποχώρησε. Το βιβλίο είχε, επιτέλους, ξαναβρεί τις λέξεις του.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 21/01/2008

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗΣ


(η ομιλία του Γιώργου Μπλάνα στον "Ιανό", στις 15 Ιανουαρίου 2008, στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου, Οι άλλοι που είμαι, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007)


Όταν πέφτει κανείς στο πηγάδι της ετερότητας -γιατί αυτό σημαίνει, σε τελευταία ανάλυση, να γοητεύεται από τους δαίμονες που κατοικούν μέσα στη γλώσσα- αναπτύσσει μιαν εφιαλτική σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους. Μια σχέση ηδονικής ένδειας και πικρού, κατάπικρου πλούτου. Δεν ξέρεις πότε θα βρεθείς άλαλος -απολαμβάνοντας τον εαυτό σου- και πότε θα ξεχειλίζεις από λέξεις - ζηλεύοντας εκείνους τους άλλους που θα τις καρπωθούν.
Γράφεις και βουβαίνεσαι μπροστά στο λαλίστατο γραπτό. Σωπαίνεις και το γραπτό ορθώνεται πάντα μπροστά σου ως μοναδική αξία της σιωπής. Αν βάλω το χέρι στην καρδιά, είναι απόλυτα βέβαιο, πως μετά από 20 χρόνια περιφοράς στην λογοτεχνική μας κόλαση -και πάνω από τριάντα στον παράδεισο της ποίησης- θα πω ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο αξίζουν μερικές λέξεις πάνω σ’ ένα χαρτί είναι η δύναμή τους να μας επιτρέπουν να είμαστε άλλοι.

Ο κόσμος μας, ώσπου ν’ αφανιστεί, θα είναι ένας κόσμος της ταυτότητας. Και ο άνθρωπος ένα πλάσμα επίμονα κατοπτρικό, πάντα ετεροπροσδιοριζόμενο. Εξ ου και όλες οι συγκρούσεις: Αλήθεια-Ψεύδος, Λογική-Συναίσθημα, Πραγματικότητα-Φαντασία. Το πρώτο και τελευταίο οχυρό της ποίησης, πριν την τρέλα, τη μεγάλη συμπαντική τρέλα τού ματαίου: η μορφή, το είδος, η ολότητα. Το πρώτο και ριζικότερο πρόταγμα της ποίησης: η διάρρηξη κάθε μορφής, κάθε είδους, κάθε ολότητας.

«Όταν ονειρεύομαι, καταργείται η γεωγραφία. Καθώς περιεργάζομαι τις αισθήσεις των τοπίων, μικρά ρινίσματα σελήνης κυλούν απ’ τα μάτια μου. Συναιρούμαι σε γλώσσες, μια ρουφηξιά ακόμα και τα έγκατα της γης θα περάσουν οριστικά μέσα μου.
Γεννάω μονόφθαλμα έθνη που προσεύχονται στα πόδια μου, ερήμην της Ιστορίας».

Από την πρώτη στιγμή που διάβασα λέξεις πάνω στο χαρτί του Σταύρου Σταυρόπουλου, έστω και όχι όσο άγρια σίγουρες για τον εαυτό τους παρουσιάζονται στο τελευταίο βιβλίο του, είχα την αίσθηση ενός ανθρώπου που ενδιαφερόταν περισσότερο για το παιχνίδι του κειμένου και λιγότερο για το είδος εκείνο της εύτακτης συμπεριφοράς που συνηθίσαμε να ονομάζουμε σύνθεση. Δεν ενδιαφερόταν καν για το τι λογής κείμενο έγραφε. Ενδιαφερόταν μόνο γι’ αυτό που μπορεί να κάνει ένα κείμενο στον ίδιο και στους αναγνώστες του. Πέρα από την περιοχή της κατευθυνόμενης ρητορικής.

Κάποτε κάποτε, σκεφτόμουν πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος να γράφει τόσο καίρια πράγματα με τόση ατημελησία. Ώσπου υποπτεύθηκα πως αυτή η ατημελησία ήταν η δική του στρατηγική. Ποια στρατηγική; Η διατήρηση της απουσίας, του κενού, της οδυνηρής ζήτησης. Όχι η παρηγοριά ή η επένδυση του χαμένου χρόνου και τόπου με λόγια, αλλά η αναπαράσταση του ανέφικτου, προκειμένου να μην απολεσθεί – δηλ. μια άλλη διαλεκτική του πόθου.

«Όταν γράφω οι άγγελοι επιστρέφουν και τα κλωνάρια των τοίχων λάμπουν από την εξουθενωτική υπεροχή των ρόδων. Οι λέξεις με παρατείνουν».

Ή:

«Είναι ακόμα Απρίλιος, όπως στο ημερολόγιο του Ελύτη, όπως σε κείνο το παλιό τραγούδι των Deep Purple, μόνο που τα βράδια - αυτά τα αθέατα νυχτερινά καπρίτσια της άνοιξης - ο ουρανός ξεκολλάει λίγο στην άκρη και τα σύννεφα βρέχουν μια ασημένια βροχή σε όλες τις γλώσσες του κόσμου».

Τι είναι όμως οι λέξεις; Ο μακρύς κατάλογος των μεταφορών, με τον οποίον τελειώνει το βιβλίο του ο Σταυρόπουλος, μας διαβεβαιώνει πως οι λέξεις είναι τα πλάσματα που έχουν τη δυνατότητα να αυτοπροσδιορίζονται, μόνο αποδίδοντας στον εαυτό τους έναν σωρό άλλα πράγματα. Άρα ο πραγματικός πόθος του δημιουργού του κειμένου είναι η παράταση του πόθου του, η τιμωρία του, χιλιάδες φορές εκείνος.

«Οι πόλεις των ανθρώπων μας βλέπουν από παντού. Είμαστε όλοι απλωμένα ασπρόρουχα στην εκδίκηση του ορίζοντα. Αυτή είναι η τιμωρία μας: Χιλιάδες φορές εμείς».

Ιδού, λοιπόν, μια φωνή -ποιητική, πεζογραφική, δεν έχει και πολύ σημασία- που είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο για να απολαύσει τη γραφή ως αναγνώστης της γραφής του. Γι’ αυτό ίσως είναι τόσο γοητευτική. Τόσο ιδιαίτερη.

Πρώτο τέχνασμα του Σταυρόπουλου στο παιχνίδι του κειμένου: κάτι κοινό δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο κοινό ώστε να το προσπεράσουμε. Μετά, ήδη ο αναγνώστης -ο αναγνώστης με σάρκα και κόκαλα- έχει μπει στη διαδικασία της αναπόλησης των δικών του ελλείψεων. Πρέπει να εγκαταλείψει το βιβλίο. Και διαγράφοντας το τόξο του βιβλίου που κλείνει, ανοίγει το βιβλίο. Δεύτερο τέχνασμα του Σταυρόπουλου: το κείμενο είναι το άλλο του, το μη κείμενο. Και ο συγγραφέας, ο αναγνώστης που είναι πια ο συγγραφέας. Οδοιπόροι και οι δύο ενός κοινού τόπου που ιδρύθηκε με την πρωταρχική ιδέα συγγραφέα.

«Μου μένουν ακόμα λίγα μελαχρινά απογεύματα να κρεμάσω στη πλάτη μου, μερικά ιερά σώματα να μεταλάβω, μέχρι να με πνίξουν στο τέλος τα δακρυγόνα και να αφοσιωθώ αποκλειστικά στη γραμματική των δακρύων».

Ο Σταυρόπουλος έχει πια σχηματίσει τον χαρακτήρα του σαν συγγραφέας, τον οποίον μπορεί και μεταδίδει σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Διαχειρίζεται με θαυμαστό τρόπο το ενιαίο του πρόσωπο, μένοντας αφοσιωμένος σε αυτό που πραγματικά υπηρετεί: τη μορφή. Μ’ αυτήν μπορεί και παίζει μαζί μας, το ερεβώδες παιχνίδι της ματαιότητας, μέσα και έξω απ’ τα βιβλία του, σε ένα σύμπαν στο οποίο παραμένουμε όλοι τραγικά μετανάστες έως ότου μας αρνηθεί την παραμονή.

Αυτό είναι, νομίζω, και η πρωταρχική σημασία της αληθινής γραφής.


Γιώργος Μπλάνας

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2008

ΑΣ ΓΕΛΑΣΩ

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, ένα παραδοσιακό νεοκλασικό στην Ευριπίδου, ο Μυριβήλης, ο Τερζάκης και ο Βενέζης, μου κάνουν σωματικό έλεγχο. Κάθονται σε ένα τραπέζι, στο Ζάππειο, και πίνουν μειλίχια το ουζάκι τους. Η φωτογραφία είναι του 1933, πρέπει να είναι απόγευμα. Με κοιτάζουν με αποτροπιασμό, σα να φταίω εγώ που η εποχή μας δεν συνεχίζει το έργο τους. Δίπλα τους υπάρχει μια καρέκλα κενή, θα περιμένουν τον Καραγάτση. Αυτόν περιμένω κι εγώ, ήρθα να πάρω τον Γιούγκερμαν.
Η Κατερίνα, η υπεύθυνη προώθησης των εκδόσεων, μου ζητάει το φύλλο της εφημερίδας για τον Σελίν. Χαμογελάει με δυσκολία. Έχει το επώνυμο ενός διάσημου δημιουργού ερωτικών κόμιξ. Είναι πολύ στενά, κάποιος με σπρώχνει για να μπει, δεν χωράμε, εκείνη την εποχή οι άνθρωποι θα πρέπει να ήταν πολύ αδύνατοι. Λέω την τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει ο Καραγάτσης πριν πεθάνει, στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά του, το «10»: «Ας γελάσω». Την επαναλαμβάνω αργά από μέσα μου, σα να θέλω να την πιστέψω, σα να θέλω να πείσω τον εαυτό μου να το κάνει. Ακούω τις συλλαβές να ζορίζονται. Δεν μπορώ.

Έξω η ζωή συνεχίζεται – χωρίς να μας ρωτάει- αλλά όλο στρίβει γωνία. Της αρέσει να μας μπερδεύει. Σαν μια αστραφτερή Σεβρολέτ που ανοίγεται στον αυτοκινητόδρομο με σηκωμένα τα φτερά της. Κουράστηκα να την ακολουθώ με τα μάτια μου. Όσο πάει και ξεμακραίνει. Οι μικροπωλητές την κυνηγάνε ακόμα. Άνθρωποι του μόχθου έχουν απλώσει την πραμάτεια τους, έχουν στήσει το πολύχρωμο τσαντίρι τους, εκεί που κάποτε περνούσε το πρώτο τραμ. Σήμερα είναι θάλαμος αερίων. Τα καυσαέρια που εκπέμπουν οι άνθρωποι θα έπρεπε να απασχολήσουν σοβαρά τους περιβαλλοντολόγους του μέλλοντος. Τα εκλύουν τα σώματά τους καθώς περπατούν. Λυπάμαι αυτό που βλέπω. Τόσοι πεθαμένοι κυκλοφορούν ανάμεσά μας που αισθάνομαι ότι συνομιλώ με πνεύματα, με ψυχές. Έχω ανοιχτή γραμμή με το υπερπέραν.
Είχα ακούσει ότι τα παλιά χρόνια, τότε που η Αθήνα, ως νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους αγωνιζόταν να σταθεί στα πόδια της, οι κρεοπώλες της Σταδίου, που ήταν ακόμα χωματόδρομος, έσφαζαν τα ζωντανά τους μέσα στο μαγαζί, για να πουλήσουν κρέας στους περαστικούς. Τα τμήματα του σφαγμένου ζώου που έμεναν απούλητα, τα πέταγαν στο δρόμο. Ενάμισι αιώνα μετά, η μακάβρια αυτή συνήθεια δεν έχει εκλείψει. Ο ένας τρώει τον άλλον, δεν χρειάζονται πια οι κρεοπώλες. Oι δρόμοι είναι γεμάτοι απ’ τα κομμάτια μας. Τα απορριμματοφόρα του δήμου έχουν πολύ δουλειά. Η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου.

Προσπαθώ ακόμα να γελάσω, να κάνω τις εποχές να πλησιάσουν. Θλιμμένος κλόουν. Πώς τα κατάφερνε άραγε ο Καραγάτσης; Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι οι άνθρωποι όταν λένε «σ’ αγαπώ», αγαπάνε τον εαυτό τους και όχι αυτόν στον οποίον απευθύνουν την κουβέντα. Είναι μια ιδιότυπη μορφή Αττικής σύνταξης – εκτός Τριανταφυλλίδη. Ο Λάο Τσε, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Κίνας, σύγχρονος του Κομφούκιου, υποστήριζε πριν 2.500 χρόνια πως το σκληρό και το δυνατό θα κατατροπωθούν για να θριαμβεύσει το τρυφερό και το αδύναμο. Περιμένω ακόμα.
Θα κρεμάσω τα λόγια σου στο λαιμό μου για να φωτίζουν τον δρόμο μου. Τα σκοτεινά τμήματα στο οδόστρωμα που πρέπει να αποφεύγω. Θα τα δέσω μ’ ένα μικρό, κόκκινο σπάγκο για να θυμάμαι. Ο Καραγάτσης είναι πια γραμματόσημο. Η τρυφερότητα τελικά δεν θα θριαμβεύσει. Ο Λάο Τσε ήταν υπερβολικά αισιόδοξος.

Κοιτάζω τον Γιούγκερμαν στη σακούλα. Είναι χάρτινος, αλλά έχει σκάσει στα γέλια.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 07/01/2008